*
Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ
~.~
Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».
Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.
Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.
Οι Institutiones Divinae στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.
///
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νἄχουν τ’ ἀγάλματα ὅταν ἦταν στὴν εὐχέρεια ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε νὰ φτιαχτοῦν ὡς κάτι ἄλλο εἴτε καὶ νὰ μὴ φτιαχτοῦν καθόλου; Γι’ αὐτὸ στὸν Ὁράτιο[1] ὁ Πρίαπος μιλᾷ ὡς ἑξῆς;
Μίας συκιᾶς ἤμουν κορμός, κούτσουρο ἤμουν, ὅμως
ὁ μάστορας τὸν Πρίαπο ἢ κάθισμα νὰ φτιάξῃ
σκεφτόταν· κι ἔφτιαξε θεό, καὶ νά ’μαι, ἰδοὺ ὁ τρόμος
τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κλεφτῶν. . . [2]
2 Μὲ τέτοιον φύλακα ποιός νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλής; Οἱ κλέφτες ἄλλωστε εἶναι τόσο χαζοὶ ὥστε νὰ φοβοῦνται τὴν στῦσι τοῦ Πρίαπου ὅταν ἀκόμη καὶ τὰ πουλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι θὰ τὰ διώξῃ μακρυὰ ὁ φόβος τοῦ δρεπανιοῦ του ἢ τοῦ κλωναριοῦ του[3], κάθονται, φτιάχνουν φωλιές, κουτσουλᾶνε σ’ ἀγάλματα φτιαγμένα ἀριστοτεχνικά, δηλαδὴ πανομοιότυπα μ’ ἀνθρώπους. 3 Κι ἐνῷ ὁ Φλάκκος, ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ σατυρικοῦ[4] ποιήματος, ἐνέπαιξε τὴν ἀνθρώπινη ἀνοησία, ὅσοι μαστορεύουν αὐτὰ τ’ ἀγάλματα νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι σοβαρό. 4 Καὶ τέλος, ὁ μεγαλύτερος ποιητής, ἄνθρωπος κατὰ τ’ ἄλλα συνετός, μόνο στὸ ζήτημα τοῦτο ἀνοηταίνει μὲ τρόπο ποὺ δὲν προσιδιάζει σὲ ποιητή, ἀλλὰ σὲ κἀμμιὰ γριά, ὅταν ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνα τὰ βιβλία του, τὰ πιὸ καλοδουλεμένα, προστάζῃ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς:
Γιὰ κλέφτες καὶ πετούμενα φρουρὸς μ’ ἕνα δρεπάνι
τοῦ Ἑλλήσποντου ὁ ἄρχοντας, ὁ Πρίαπος, σοῦ κάνει. [5]
5 Λατρεύουν λοιπὸν πράγματα θνητὰ ποὖναι φτιαγμένα ἀπὸ θνητούς· πράγματα δηλαδὴ ποὺ μποροῦν νὰ σπάσουν, νὰ καοῦν, νὰ καταστραφοῦν. Γιὰ παράδειγμα συχνὰ συνηθίζουν νὰ κομματιάζωνται ὅταν τὰ κτήρια καταρρέουν λόγῳ παλαιότητας καὶ γίνονται στάχτη ὅταν τ’ ἀφανίσῃ ἡ φωτιὰ καὶ σὲ πλεῖστες τῶν περιπτώσεων καταλήγουν λεία τῶν κλεφτῶν ἐκτὸς ἂν τὰ βοηθήσῃ τὸ μεγάλο τους μέγεθος ἢ τὰ φυλάσσῃ προσεκτικὴ φρουρά. 6 Τί τρέλα λοιπὸν νὰ φοβᾶσαι αὐτὰ ποὺ γιὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει φόβος γκρεμίσματος, πυρκαϊᾶς ἢ κλοπῆς! Τί ματαιότητα νὰ ἐλπίζῃς σὲ κάποια προστασία ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ προστατεύσουν! Τί παραλογισμὸς νὰ προστρέχῃς στὴν σκέπη αὐτῶν ποὺ ὅταν βεβηλώνωνται μένουν ἀνεκδίκητα ἐκτὸς ἂν ἐκδικηθοῦν γιὰ λογαριασμό τους οἱ λάτρεις τους!
7 Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἐκεῖ ὅπου κἀμμιὰ βία δὲν μπορεῖ ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς λατρείας, ἐκεῖ ὅπου τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μπορῇ νὰ βεβηλωθῇ, ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ διαπραχθῇ ἱεροσυλία[6]. Ὁτιδήποτε δὲ ὑποπίπτει στὴν ὅρασι καὶ στὴν ἁφή, αὐτὸ ἀναμφίβολα ὡς εὔφθαρτο, εἶναι ξένο πρὸς κάθε ἔννοια ἀθανασίας. 8 Μάταια λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν καὶ τιμοῦν τοὺς θεοὺς μὲ χρυσό, ἐλεφαντόδοντο καὶ πετράδια, λὲς καὶ θὰ μποροῦσαν πραγματικὰ ν’ ἀντλήσουν οἱ ἐν λόγῳ θεοὶ εὐχαρίστησι ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. 9 Ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν πολύτιμων προσφορῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται τίποτε ἢ σ’ αὐτοὺς ποὖναι νεκροί; Ὅπως θάβουν στὴν γῆ τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ἀφοῦ τ’ ἀλείψουν μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὰ περιτυλίξουν μ’ ἐνδύματα, μὲ τὴν ἴδια λογικὴ τιμοῦν θεοὺς ποὺ οὔτε ἐνόσῳ κατασκευάζονται τὸ ἀντιλαμβάνονται οὔτε ἐνόσῳ λατρεύονται τὸ γνωρίζουν. Δὲν ἀπέκτησαν δὰ κι ἀντίληψι μὲ τὴν ἀφιέρωσί τους![7] 10 Ὁ Πέρσιος[8] δὲν συμφωνοῦσε νὰ εἰσφέρωνται στοὺς ναοὺς χρυσᾶ ἀγγεῖα θεωρῶντας περιττὸ νὰ ὑπάρχῃ κι αὐτὸ ἀνάμεσα στὶς θρησκευτικὲς πρακτικὲς, καθὼς δὲν εἶναι κάτι ποὺ προάγει τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπληστία. 11 Διότι εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν Θεό, ἂν τὸν λατρεύῃς σωστά, νὰ προσφέρῃς ὡς δωρεὰ
Νόμο θεϊκὸ κι ἀνθρώπινο μὲς στὴν ψυχή, στὸ στῆθος
γενναῖο πάντα φρόνημα κι ἅγιο στὸν νοῦ σοῦ ἦθος. [9]
12 Ἔξοχα καὶ σοφὰ τὸ ἀντελήφθη. Προσέθεσε ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς φαιδρό, ὅτι ὁ χρυσὸς στοὺς ναοὺς εἶναι ὅ,τι κι οἱ κοῦκλες ποὺ προσφέρει μιὰ παρθένος στὴν Ἀφροδίτη[10]. Αὐτὲς τὶς κοῦκλες ἴσως νὰ τὶς ὑποτίμησε λόγῳ τοῦ μικροῦ τους μεγέθους. 13 Δὲν ἔβλεπε δηλαδὴ ὅτι ἀκόμη καὶ τ’ ἀγάλματα κι οἱ ἀπεικονίσεις τῶν θεῶν οἱ φιλοτεχνημένες ἀπὸ χρυσὸ κι ἐλεφαντόδοντο μὲ τὸ χέρι τοῦ Πολύκλειτου καὶ τοῦ Εὐφράνορα καὶ τοῦ Φειδία[11] δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μεγάλες κοῦκλες ποὺ ἀφιερώνονται ὄχι ἀπὸ παρθένες, στὰ παιχνιδάκια τῶν ὁποίων μπορεῖ νὰ δειχθῇ ἐπιείκεια, ἀλλ’ ἀπ’ ὁλόκληρους ἄνδρες μὲ γένεια! 14 Δικαιολογημένα λοιπὸν ὁ Σενέκας περιγελᾷ ἀκόμη καὶ τῶν γέρων τὴν βλακεία. «Δὲν εἴμαστε», δηλώνει, «δυὸ φορὲς παιδιά, ὅπως λέει ὁ λαός[12], ἀλλὰ πάντοτε.Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅμως ὅτι παίζουμε μεγαλύτερα παιχνίδια»[13]. 15 Κατ’ αὐτὰ λοιπὸν τὰ παιχνίδια φέρνουν μύρα καὶ θυμιάματα κι ἀρώματα στὶς κοῦκλες τὶς μεγάλες καὶ στολισμένες καὶ προσφέρουν διαλεχτὰ καὶ παχιὰ σφάγια σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν βέβαια στόμα, μὰ τὰ δόντια τους δὲν λειτουργοῦν[14], πέπλους καὶ πολύτιμους μανδύες[15] σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν κἀμμία χρεία ἐνδύματος, ἀφιερώνουν χρυσὸ κι ἄργυρο τῶν ὁποίων οἱ παραλῆπτες εἶναι τόσο ἰδιοκτῆτες ὅσο καὶ αὐτοὶ ποὺ πλέον τἄχουν προσφέρει!
16 Κι ὁ Διονύσιος, ὁ τύραννος τῆς Σικελίας, ὅταν μετὰ τὴν νίκη του πάτησε πόδι στὴν Ἑλλάδα[16], τέτοιους θεούς, ὄχι ἀδικαιολόγητα, τοὺς περιφρόνησε, τοὺς ἔγδυσε καὶ τοὺς ἐνέπαιξε, ἐφόσον συνώδευσε τὶς ἱεροσυλίες του μ’ εὐφυολογήματα[17]. 17 Γιὰ παράδειγμα ὅταν ἀπέσπασε ἀπὸ τὸν Ὀλύμπιο Δία τὸν χρυσό του μανδύα, πρόσταξε νὰ βάλουν πάνω του ἕναν μάλλινο λέγοντας ὅτι ὁ χρυσὸς εἶναι βαρὺς τὸ καλοκαίρι καὶ κρύος τὸν χειμῶνα, ἐνῷ ὁ μάλλινος εἶναι ὅ,τι πρέπει καὶ γιὰ τὶς δυὸ ἐποχές. 18 Παρομοίως, ἀποσπῶντας ἀπὸ τὸν Ἀσκληπιὸ τὴν χρυσῆ γενειάδα του εἶπε πὼς εἶναι παράταιρο κι ἀφύσικο ἐνῷ ὁ Ἀπόλλων, ὁ πατέρας του, εἶναι ἀκόμη ἀγένειος κι ἄτριχος νὰ ἐμφανίζεται ὁ γιὸς ὡς γενειοφόρος πρὶν ἀπὸ τὸν πατέρα του. 19 Ἐπίσης ἀποσποῦσε τὶς φιάλες καὶ τὰ ἐμβλήματα καὶ κάποια μικρὰ εἰδώλια ποὺ κρατοῦσαν τ’ ἀγάλματα στὰ προτεταμένα χέρια τους[18] κι ἔλεγε ὅτι δὲν τ’ ἁρπάζει, ἀλλὰ τὰ δέχεται· διότι θἆταν μεγάλη ἀνοησία κι ἀχαριστία ν’ ἀρνηθῇ νὰ λάβῃ τ’ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ προσφέρουν αὐθορμήτως αὐτοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι τὰ ζητοῦν στὶς προσευχές τους. 20 Κι αὐτὰ τἄκανε ἀτιμώρητα ἀφοῦ ἦταν βασιλιᾶς καὶ νικητὴς κι ἐπιπλέον εἶχε μὲ τὸ μέρος του τὴν συνηθισμένη του καλοτυχία· διότι ἔζησε μέχρι τὸ γῆρας καὶ μεταβίβασε τὸ βασίλειο ἀπὸ τὰ δικά του χέρια σ’ αὐτὰ τοῦ γιοῦ του.
Στὴν περίπτωσί του λοιπόν, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τιμωρήσουν τὶς ἱεροσυλίες του, ἔπρεπε νὰ γίνουν τιμωροὶ οἱ ἴδιοι οἱ θεοί. 21 Ἂν ὅμως κάποιος παρακατιανὸς διαπράξῃ κάτι τέτοιο νά τὰ μαστίγια, νά οἱ πυρές, οἱ στρέβλες, οἱ σταυροί κι ὅτιδήποτε ἄλλο μποροῦν νὰ σοφιστοῦν οἱ ἄνθρωποι μὲς στὴν ὀργὴ καὶ στὴν μανία τους. 22 Ἀφοῦ ὅμως τιμωροῦν αὐτοὺς ποὺ συλλαμβάνονται νὰ ἱεροσυλοῦν, οἱ ἴδιοι δυσπιστοῦν γιὰ τὴν δύναμι τῶν θεῶν τους. Γιατί δηλαδὴ νὰ μὴν ἀφήνουν στοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς τὸ περιθώριο νὰ ἐκδικηθοῦν ἐφόσον κρίνουν πὼς οἱ θεοὶ ἔχουν τὴν δύναμι νὰ κάνουν κάτι; 23 Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ πιστεύουν κι ἀπὸ πάνω ὅτι συνέβη μὲ τὴν βούλησι τῶν θεῶν νὰ πιαστοῦν ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ νὰ συλληφθοῦν οἱ κλέφτες ἱερῶν ἀντικειμένων καὶ γίνονται σκληροὶ ὄχι τόσο ἀπὸ ὀργή, ὅσο ἀπὸ φόβο μήπως ἂν δὲν τιμωρήσουν τὴν προσβολὴ πρὸς τοὺς θεοὺς ἡ τιμωρία πέσῃ πάνω στοὺς ἴδιους· ἀπὸ ἀναμφίβολα ἀπίστευτη ἀνοησία νομίζουν πὼς θὰ τοὺς κάνουν κακὸ γιὰ τὶς ἐγκληματικὲς πράξεις ἄλλων οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι δὲν μπόρεσαν ἀπὸ μόνοι τους νὰ κάνουν κανένα κακὸ οὔτε κἂν στοὺς αὐτουργοὺς τῆς βεβηλώσεως καὶ τῆς συλήσεώς τους. 24 «Μὰ στ’ ἀλήθεια, πολλὲς φορὲς κι οἱ ἴδιοι οἱ θεοὶ ἐπίσης τιμωροῦν τοὺς ἱερόσυλους». Μπορεῖ κι αὐτὸ νἄχῃ τύχει καὶ δὴ ἀπὸ σύμπτωσι, ἀφοῦ συμβαίνει κάποιες φορὲς κι ὄχι πάντα. Ἀλλ’ ὅμως θὰ δείξω παρακάτω μὲ ποιόν τρόπο ἔχει συμβῆ. 25 Στὸ μεταξὺ ῤωτῶ τώρα: γιατί οἱ θεοὶ δὲν τιμώρησαν τὶς τόσο πολλὲς καὶ τόσο κραυγαλέες ἱεροσυλίες τοῦ Διονυσίου, ὁ ὁποῖος γελοιοποιοῦσε τοὺς θεοὺς ὄχι κρυφά, ἀλλὰ δημόσια; Γιατί δὲν κράτησαν αὐτὸν τὸν τόσο ἰσχυρὸ ἱερόσυλο μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ναούς τους, , τις τελετές τους, τὶς ἀπεικονίσεις τους; Γιατί ἐνῷ εἶχε ξεσηκώσει ἀκόμη καὶ ἱερὰ ἀντικείμενα ταξίδεψε αἰσίως μὲ τὸ πλοῖο; 26 Κάτι ποὺ κι ὁ ἴδιος ἐπιβεβαίωσε ἀστεϊζόμενος ὡς συνήθως. «Βλέπετε», εἶπε στοὺς συνοδούς του ποὺ φοβόντουσαν μὴ ναυαγήσουν, «πόσο ἀσφαλὲς ταξίδι ἐξασφαλίζεται στοὺς ἱερόσυλους ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἀθάνατους θεούς;». Ἀλλ’ ἴσως νἆχε διδαχθῆ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα πὼς οἱ θεοὶ εἶναι ἕνα τίποτε[19].
27 Ὅσο γιὰ τὸν Γάιο Βέρρη[20] τί νὰ ποῦμε; Ὁ κατήγορός του, ὁ Τύλλιος, τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Διονύσιο καὶ τὸν Φάλαρι[21] κι ὅλους τοὺς τυράννους. Μήπως δὲν καταλῄστευσε ὅλη τὴν Σικελία ξεσηκώνοντας τ’ ἀγάλματα τῶν θεῶν καὶ τὸν διάκοσμο τῶν ναῶν; 28 Θἆταν κουραστικὸ νὰ διεξέλθω ἕνα πρὸς ἕνα τὰ περιστατικά· ἕνα μόνο ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μνημονεύσω στ’ ὁποῖο ὁ κατήγορος μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς εὐγλωττίας του καὶ μ’ ὅλη τελοσπάντων τὴν ἔντασι τῆς φωνῆς καὶ τοῦ σώματός του θρήνησε γιὰ τὴν Δήμητρα τῆς Κατάνης καὶ τῆς Ἔννας[22]. Ἀπ’αὐτὲς ἡ ἱερότητα τῆς πρώτης ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε ἀπαγορευόταν στοὺς ἄνδρες νὰ εἰσέρχωνται στὰ ἐνδότερα ἄδυτα τοῦ ναοῦ της καὶ τῆς δεύτερης ἦταν τόση ἡ ἀρχαιότητα ὥστε ὅλα τὰ ἱστοριογραφικὰ κείμενα ν’ ἀφηγοῦνται πὼς στὸ ἔδαφος τῆς Ἔννας γιὰ πρώτη φορὰ ἡ ἴδια ἡ θεὰ ἀνακάλυψε τὴν καλλιέργεια τῶν σιτηρῶν καὶ πὼς πρόκειται γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο τόπο ἀπ’ ὅπου ἀπήχθη ἡ παρθένα κόρη της[23]. 29 Τέλος, κατὰ τοὺς χρόνους τῶν Γράκχων[24] καθὼς ἡ πολιτεία εἶχε ἀναστατωθῆ τόσο ἀπὸ στάσεις ὅσο καὶ ἀπὸ οἰωνούς, ὅταν ἀνευρέθη στοὺς σιβυλλιακοὺς χρησμοὺς ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξευμενιστῇ ἡ Ἀρχαιοτάτη Δήμητρα, ἀπεστάλησαν στὴν Ἔννα ἀντιπρόσωποι. 30 Ἔ λοιπόν αὐτὴν τὴν Δήμητρα, τόσο τὴν Πάνσεπτη, τὴν ὁποία δὲν ἐπιτρεπόταν στοὺς ἄνδρες ν’ ἀντικρίσουν οὔτε κἂν γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὅσο καὶ τὴν Ἀρχαιοτάτη, τὴν ὁποία ἡ Σύγκλητος κι ὁ ῤωμαϊκὸς λαὸς εἶχε ἐξευμενίσει μὲ προσφορὲς καὶ θυσίες, τὴν ἀπέσπασε ἀτιμώρητα ἀπὸ τ’ ἀπροσπέλαστα κι ἀρχαῖα ἄδυτά της ὁ Γάιος Βέρρης ποὖχε στείλει λαφυραγωγοὺς δούλους[25]. 31 Καὶ πάλι ὁ ἴδιος ὁ Κικέρων, ὅταν διαβεβαίωνε ὅτι οἱ Σικελοὶ τὸν παρακάλεσαν ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπόθεσι τῆς ἐπαρχίας τους, χρησιμοποίησε τὰ ἑξῆς λόγια: «Οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν στὶς πόλεις τους οὔτε κἂν τοὺς θεούς τους γιὰ νὰ καταφύγουν σ’ αὐτούς, ἀφοῦ ὁ Γάιος Βέρρης ἀφῄρεσε ἀπὸ τὰ πάνσεπτα ἱερὰ τὰ πανάγια ἀγάλματά τους»[26]. Λὲς καὶ στ’ ἀλήθεια, ἀφοῦ ὁ Βέρρης τοὺς ἀφῄρεσε ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ τὰ ἱερά, τοὺς εἶχε ἀφαιρέσει ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν οὐρανό! 32 Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πὼς στοὺς θεοὺς ἐκείνους δὲν ἐνυπάρχει τίποτε παραπάνω πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη ἀπὸ τὴν ὁποία κατασκευάστηκαν. 33 Καὶ δὲν κατέφυγαν οἱ Σικελοὶ ἀδικαιολόγητα, Μάρκε Τύλλιε, σὲ σένα, δηλαδὴ σ’ ἕναν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἐπὶ τριετία διδάχθηκαν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τους πὼς ἐκεῖνοι οἱ θεοὶ δὲν ἔχουν κἀμμία δύναμι. Θἆταν δὰ τελείως ἀνόητοι ἂν κατέφευγαν γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι ἀνθρωπίνων παρανομιῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ οὔτε ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν τους δὲν εἶχαν τὴν δύναμι νὰ ἐξοργιστοῦν ἐναντίον τοῦ Γαΐου Βέρρη. 34 «Μὰ ὁ Βέρρης καταδικάστηκε γι’αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα!». Συνεπῶς δὲν τὸν ἐκδικήθηκαν οἱ θεοί, ἀλλ’ ἡ ζέσι τοῦ Κικέρωνα μὲ τὴν ὁποία εἴτε στρίμωξε τοὺς συνηγόρους τοῦ Βέρρη εἴτε ἀναχαίτισε τὴν ἐπιρροή τους. 35 Και τί νὰ πῶ γιὰ τὸ γεγονὸς πὼς στὴν περίπτωσι τοῦ Βέρρη δὲν ἦταν καταδίκη ἐκείνη, ἀλλὰ διακοπές[27], ὥστε ὅπως οἱ ἀθάνατοι θεοὶ ἔδωσαν εὔπλοια στὸν Διονύσιο ποὺ μετέφερε τὰ ὅσα τοὺς εἶχε ἁρπάξει, ἔτσι ἐπίσης καὶ στὸν Βέρρη νὰ δείχνουν πὼς χορήγησαν εὐχάριστη ξεκούρασι γιὰ νὰ μπορῇ κατὰ τὴν διάρκειά της ν’ ἀπολαμβάνῃ γαλήνια τὰ ἱερὰ κλοπιμαῖα. 36 Διότι ἐνῷ ἀργότερα μαίνονταν οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι, αὐτὸς μακρυὰ ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ φόβο μὲ πρόσχημα τὴν καταδίκη ἄκουγε γιὰ τὶς συμφορὲς καὶ τοὺς οἰκτροὺς θανάτους τῶν ἄλλων καὶ παρ’ ὅλο ποὺ ἔδινε τὴν ἐντύπωσι ὅτι μόνο αὐτὸς εἶχε πέσει ὅταν ὅλα στέκονταν ὄρθια, στὴν πραγματικότητα μόνο αὐτὸς στάθηκε ὄρθιος ὅταν ὅλα κατέρρεαν, μέχρι πού, χορτασμένο τόσο ἀπὸ τὰ πλούτη τὰ κερδισμένα μὲ τὶς ἱεροσυλίες ὅσο κι ἀπὸ τὴν ζωή, καὶ καταβεβλημένο ἀπὸ τὰ γηρατειά, τὸν πῆρε ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἡ προγραφὴ τῆς τριανδρίας, ἡ ἴδια δηλαδὴ ποὺ πῆρε καὶ τὸν Τύλλιο[28], τὸν τιμωρὸ τῆς βεβηλώσεως τοῦ μεγαλείου τῶν θεῶν. 37 Στὴν πραγματικότητα ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὸ ὑπῆρξε καλότυχος, ἀφοῦ πληροφορήθηκε τὸν φρικτότατο θάνατο τοῦ κατηγόρου του πρὶν ἀπὸ τὸν δικό του, καθώς, ὅπως φαίνεται, οἱ θεοὶ προνόησαν ὥστε ὁ ἱερόσυλος ἐκεῖνος καὶ «ἅρπαγας τῶν σεβασμάτων τους»[29] νὰ μὴ πεθάνῃ πρὶν δεχθῇ τὴν παρηγοριὰ τῆς ἐκδικήσεως.
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κόιντος Ὁράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) ὁ περιφημότερος Ῥωμαῖος λυρικὸς ποιητής.
[2] Ὁράτιος, Satirae 1,8,1-4. Γιὰ τὸν Πρίαπο βλ. ὑποσημείωσι 256 τοῦ 1ου βιβλίου. Ὁμοιώματα τοῦ ἔνστυτου αὐτοῦ θεοῦ χρησιμοποιοῦνταν συχνὰ ὡς σκιάχτρα (Σουητώνιος, De Grammaticis 11, Βεργίλιος Eclogae 7,33, Georgica 4,111) ἢ ὡς ἀποτροπαϊκὴ ἐναντίον ἐπίδοξων κλεφτῶν προειδοποίησι στοὺς κήπους καὶ τὶς αὐλές. Συχνὰ τ’ ἀγάλματα αὐτὰ συνωδεύονταν ἀπὸ κωμικὰ κι αἰσχρὰ ἐπιγράμματα πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχουν σωθῆ σὲ μιὰ συλλογὴ γνωστὴ ὡς Πριάπεια (Priapea), ἕνα μέρος τῆς ὁποίας ἀποδίδεται στὸν Βεργίλιο, κάτι ποὺ ἡ σύγχρονη φιλολογικὴ ἔρευνα ἀπορρίπτει.
[3] Τοῦ κλωναριοῦ του: inguinis στὸ πρωτότυπο. Inguen (γεν. inguinis) λέγεται τόσο ἡ βουβωνικὴ χώρα καὶ μετωνυμικὰ τὰ γεννητικὰ ὄργανα ὅσο καὶ τὸ σημεῖο ἑνώσεως ἑνὸς κλαδιοῦ μὲ τὸν κορμό. Πρόκειται γιὰ παιγνιώδη διατύπωσι.
[4] Ἡ σάτιρα ὡς ποιητικὸ εἶδος ποὺ καλλιεργήθηκε ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους ποιητὲς δὲν πρέπει νὰ συγχέεται ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ ἑλληνικὸ σατυρικὸ δρᾶμα καὶ τοὺς ἐμφανιζόμενους σ’ αὐτὸ σατύρους. Ἐτυμολογικὰ ἡ λέξι προέρχεται ἀπὸ τὴν satura ποὺ σημαίνει πιάτο μὲ ποικιλία φρούτων ἢ λαχανικῶν καὶ δήλωνε μεταφορικὰ μιὰ πολυμιγῆ λογοτεχνικὴ σύνθεσι ποὺ συνδύαζε πεζὸ λόγο καὶ ποίησι. Ὁ τύπος μὲ y (satyrici) ποὺ παραδίδει ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν κωδίκων τοῦ Λακταντίου δὲν εἶναι μεμονωμένο φαινόμενο, ἡ σχετικὴ σύγχυσι ὑπῆρχε για πολλοὺς αἰῶνες καὶ ὡδήγησε τὸ 1605 τὸν Ἰσαὰκ Καζαουμπὸν νὰ συγγράψῃ τὸ ἔργο De satyrica Graecorum poesi et Romanorum satira στὸ ὁποῖο διακρίνει τὸ ἑλληνικὸ σατυρικὸ δρᾶμα ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τῆς ῥωμαϊκὴς σάτιρας.
[5] Βεργίλιος, Georgica 4,110-111. Γιὰ τὴν λατρεία τοῦ Πρίαπου στὴν περιοχὴ τοῦ Ἑλλησπόντου καὶ δὴ στὴν Λάμψακο βλ. κεφάλαιο 21 τοῦ 1ου βιβλίου.
[6] Ἐννοεῖται ὁ λογικὸς – νοερὸς τρόπος λατρείας τῶν χριστιανῶν ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑλικοὺς παράγοντες.
[7] Ὡς ἀφιέρωσι ἐννοεῖ τὴν τελετουργικὴ τοποθέτησι τοῦ ἀγάλματος στὸν ναὸ ἢ τὴν ἀποθέσωσι κάποιου νεκροῦ προσώπου.
[8] Αὖλος Πέρσιος Φλάκκος (34-62 μ.Χ.) στωικός φιλόσοφος καὶ ποιητὴς ἕξι σατιρῶν ποὺ σώζονται.
[9] Πέρσιος 2,73-74.
[10] Πέρσιος 2,69-70. Πρὶν ἀπὸ τὸν γάμο τους οἱ παρθένες πρόσφεραν τὶς παιδικές τους κοῦκλες καὶ γενικὰ τὰ παιδικά τους ἀντικείμενα στὴν μὲν Ἑλλάδα συνήθως στὴν Ἄρτεμι (Παλατινὴ Ἀνθολογία 6,280) στὴν δὲ Ῥώμη στοὺς Λάρητες ἢ στὴν Ἀφροδίτη.
[11] Διάσημοι γλύπτες: Πολύκλειτος ὁ Ἀργεῖος (5ος αἰώνας π.Χ.), Εὐφράνωρ ὁ Κορίνθιος ἢ Ἀθηναῖος (4ος αἰώνας π.Χ.) καὶ Φειδίας ὁ Ἀθηναῖος (5ος αἰώνας π.Χ.).
[12] Ὑπονοεῖται ἡ παροιμία πὼς ὁ γέρος ξαναγίνεται παιδί, «ξεμωραίνεται». Βλ. καὶ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 1417.
[13] Σενέκας, fr. 121 Haase.
[14] Βλ. Ψαλμοί 113,12-13.
[15] Ὅπως π.χ. στὴν ἑορτὴ τῶν Παναθηναίων κατὰ τὴν ὁποία προσφερόταν πέπλος στὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς. Βλ. καὶ Ὅμηρος Ζ 89-92.
[16] Ἐννοεῖ τὸν Διονύσιο Α’ τῶν Συρακουσῶν (ἄσκησε ἐξουσία ἀπὸ τὸ 405 π.Χ. μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 367 π.Χ.) ποὺ ἐπεξέτεινε τὴν κυριαρχία του σὲ ἐδάφη της Μεγάλης Ἑλλάδας. Ὁ Διονύσιος εἶχε στείλει στρατὸ καὶ στὴν μητροπολιτικὴ Ἑλλάδα προκειμένου ν’ ἀποκαταστήσῃ στὸν θρόνο τῆς Ἠπείρου τὸν Ἀλκέτα. Ὡστόσο ἀπὸ τὸ κείμενο ὁ Λακτάντιος φαίνεται νὰ ἐννοῇ φυσικὴ παρουσία τοῦ Διονυσίου στὴν Πελοπόννησο. Γιὰ τὴν παρανόησι αὐτὴ βλ. τὴν ἑπόμενη ὑποσημείωσι.
[17] Τὰ εὐφυολογήματα τοῦ Διονυσίου ποὺ ἀκολουθοῦν ὁ Λακτάντιος τὰ ἀντλεῖ ἀπὸ τὸν Κικέρωνα, De Natura Deorum 3,83 (βλ. καὶ Ἀρνόβιο 6,21 ποὺ ἐπαναλαμβάνει τὸν Κικέρωνα). Ὡς ναὸ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ὅπου συνέβη τὸ περιστατικὸ πρέπει νὰ θεωρήσουμε αὐτὸν τῶν Συρακουσῶν (βλ. Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία 1,20), ἐρείπια τοῦ ὁποίου σώζονται, παρ’ὅλο ποὺ ὁ Κικέρων τὸν συγχέει μὲ αὐτὸν στὴν Ὀλυμπία, ὅπου προφανῶς ὁ Διονύσιος, ἀκόμη κι ἂν εἶχε βρεθῆ αὐτοπροσώπως, κάτι ποὺ δὲν μαρτυρεῖται, δὲν θὰ μποροῦσε νἆχε ἐνεργήσει ἔτσι καθὼς θὰ βρισκόταν σ’ ἔδαφος ποὺ δὲν ἤλεγχε. Για τὶς ἱεροσυλίες τοῦ Διονυσίου βλ. καὶ Βαλέριο Μάξιμο 1,1, ext. 3 καὶ Στράβωνα 5,28.
[18]Φιάλες (στὸ πρωτότυπο pateras): ῥηχὰ καὶ σχετικὰ ἀβαθῆ σκεύη, περίπου ἡμισφαιρικὰ σὲ σχῆμα ποὺ θυμίζει τὰ σημερινὰ λεγόμενα μπώλ, χρησιμοποιοῦνταν στὶς σπονδές. Ἐμβλήματα: στὸ πρωτότυπο exuvia. Πρόκειται για ἰδιαίτερα ἐμβλήματα τῶν θεῶν ποὺ περιφέρονταν στὶς λιτανεῖες. Εἰδώλια: στὸ πρωτότυπο sigilla: ἀγαλματίδια σὰν αὐτὸ τῆς τῆς Νίκης ποὺ κρατάει στὸ προτεταμένο δεξιό του χέρι τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς Παρθένου (Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν, ἀριθμὸς καταλόγου 129). Ὁ Διονύσιος ἐννοοῦσε εἰρωνικὰ ὅτι ἔτσι ὅπως τ’ἀγάλματα τὰ κρατοῦν μὲ προτεταμένα χέρια εἶναι σὰν νὰ τοῦ τὰ προσφέρουν.
[19] Ὁ Πλάτων εἶχε ὄντως ἐπισκεφθῆ ὡς καλεσμένος τοῦ Διονυσίου τὴν Σικελία τὸ 388 π.Χ., ἀλλὰ ἡ ἐπίσκεψι αὐτὴ δὲν εἶχε αἴσια ἔκβασι καθώς, σύμφωνα μὲ ὅ,τι παραδίδεται, παραλίγο νὰ πωληθῇ ὡς δοῦλος (Διογένης Λαέρτιος 3,20). Ἀργότερα ταξίδεψε ἐκ νέου ἐκεῖ γιὰ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ γιοῦ καὶ διαδόχου τοῦ Διονυσίου, Διονυσίου τοῦ Β’. Ἡ ἐδῶ ἀναφορὰ τοῦ Λακταντίου ἐντάσσεται στὴν γνώριμη εἰρωνεία του.
[20] Γάιος Βέρρης (περ. 114 – 43 π.Χ.). Διαβόητος γιὰ σειρὰ κακοδιαχειρίσεων ἔπαρχος τῆς Σικελίας.Οἱ πέντε λόγοι τοῦ Κικέρωνα ἐναντίον του ὅλοι μαζὶ εἶναι γνωστοὶ ὡς Actio Secunda in Verrem (70 π.Χ.). Δημοσιεύτηκαν χωρὶς νὰ ἐκφωνηθοῦν ποτέ, ἀφοῦ ὁ Βέρρης προεξοφλῶντας τὴν καταδίκη του αυτοεξωρίστηκε στὴν Μασσαλία.
[21] Κικέρων, In Verrem II, 5,145. Φάλαρις: διαβόητος γιὰ τὴν ἀπάνθρωπη σκληρότητά του τύραννος τοῦ Ἀκράγαντα κατὰ τὴν περίοδο μεταξὺ τῶν ἐτῶν 570-554 π.Χ. Θρυλεῖται ὡς ἐμπνευστὴς τοῦ βασανιστηρίου τοῦ χάλκινου ταύρου: ὁ μελλοθάνατος κλεινόταν μέσα σ’ ἔνα χάλκινο ταῦρο βασανιζόμενος καθὼς κάτω ἀπὸ τὸν ταῦρο ἔκαιγε φωτιά. Οἱ κραυγὲς τοῦ βασανιζομένου ἀκουγόνταν σὰν μυκηθμοὶ τοῦ ταύρου Bλ. Πίνδαρος Πυθιόνικοι 1,95. Ἡ ὅλη ἱστορία δέχθηκε ἀμφισβήτησι: Διόδωρος Σικελιώτης 13,90, Πολύβιος 12,25, 1-5, Βαλέριος Μάξιμος 9,2,ext. 9
[22] Πόλεις τῆς Σικελίας μὲ ναὸ τῆς Δήμητρας.
[23] Ἡ Περσεφόνη ἀπὸ τὸν Πλούτωνα.
[24] Οἱ ἀδελφοὶ Τιβέριος Γάιος Γράκχος (163-133 π.Χ.) καὶ Σεμπρώνιος Γάιος Γράκχος (154-121 π.Χ.) προώθησαν ὡς δήμαρχοι (μὲ δέκα χρόνια διαφορὰ ὁ καθένας) μεταρρυθμίσεις ὑπὲρ τῶν πληβείων σχετικὰ μὲ τὴν ἔγγειο ἰδιοκτησία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκληθοῦν στασιασμοὶ καὶ ταραχὲς ποὺ ὡδήγησαν στὸν θάνατό τους.
[25] Βλ. Κικέρων, In Verrem II, 4,99-112.
[26] Κικέρων, Divinatio in Q. Caecilium 3. Πρόκειται γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἐκφώνησε ὁ Κικέρων προκειμένου νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς καὶ ὄχι ὁ Κόιντος Καικίλιος τὴν κατηγορία κατὰ τοῦ Βέρρη.
[27] Ὁ Βέρρης προεξοφλῶντας τὴν καταδίκη του πρόλαβε καὶ δραπέτευσε στὴν Μασσαλία. Βλ. ὑποσημείωσι 88 τοῦ βιβλίου 1.
[28] Ὁ Κικέρων προγράφηκε ἀπὸ τὸν Ἀντώνιο, ὅταν ὁ τελευταῖος μαζὶ μὲ τὸν Ὀκταβιανὸ (τὸν μετέπειτα Αὔγουστο) καὶ τὸν Λέπιδο σχημάτισαν τὴν β ’τριανδρία ὡς συνεχιστὲς καὶ διάδοχοι τοῦ δολοφονημένου Καίσαρα, καὶ ἀποκεφαλίστηκε ἀπὸ ἄνδρες του καθὼς ἐπιχειροῦσε νὰ διαφύγῃ στὴν Μακεδονία.
[29] Ἡ ἔκφρασι εἶναι τοῦ Κικέρωνα: In Verrem II 4,75 καὶ 95.
*
*
