*
του ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΚΑ
~.~
Όπως όλοι, έτσι κι εγώ, είπα φέτος να ακολουθήσω την παράδοση. Ως Έλληνας οικονομικός μετανάστης σε ευρωπαϊκή χώρα, να πάρω τον ένα μήνα άδειας που μου αναλογεί και να τον περάσω αραχτός στη Χαλκιδική. Ένα μήνα ξεκούρασης μετά από τη σκληρή δουλειά στη φάμπρικα, μπροστά στην κορδέλα, τον δικαιούμαι και δεν σηκώνω αντίρρηση! Μάζεψα τα μπογαλάκια μου, καβάλησα το Airbus της Lufthansa –όσο υπήρχαν ακόμη καύσιμα για τέτοιες πολυτέλειες– και δύο ωρίτσες μετά, τσουπ, βρέθηκα στη Σαλονίκη. Από εκεί σε άλλες δυο, με το σαραβαλάκι που νοίκιασα, ήμουν έξω από το Airbnb.
Το έκλεισα σε πολύ καλή τιμή – για τα δικά μου δεδομένα ήταν σχεδόν ευκαιρία· άλλωστε ο μισθός μου στη Γερμανία κόντευε τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Οι συμπατριώτες μου, όπως μάθαινα από τα ελληνικά ΜΜΕ, φέτος θα έκαναν ο ένας στους δύο διακοπές.
Ήταν μια μονοκατοικία, γύρω στα εκατόν είκοσι τετραγωνικά – όπως ακριβώς την περιέγραφε ο γνωστός διαδικτυακός τόπος ενοικίασης καταλυμάτων. Δέσποζε στο κέντρο μιας πολύ περιποιημένης αυλής, με το καλοκουρεμένο γκαζόν της και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές περιμετρικά. Στην πιο μακρινή γωνιά του οικοπέδου, στέκονταν μια πλατανομουριά και μια συκιά. Σε όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, το μόνο παράταιρο, ήταν το αντίσκηνο που ήταν στημένο στη σκιά της μουριάς.
Πίσω από τη σιδερένια αυλόπορτα, με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο, ο ιδιοκτήτης. Άρπαξε τη μία από τις βαλίτσες που κρατούσα και με καλωσόρισε σε άπταιστα γερμανικά. «Herzlich willkommen! Hatten Sie eine gute Anreise?» Είχε ζήσει και αυτός στη Γερμανία, τη δεκαετία του ’70, όπως με πληροφόρησε. Στα δέκα λεπτά που χρειάστηκε για να με ξεναγήσει στο σπίτι, μου διηγήθηκε, εν περιλήψει, την ιστορία της ζωής του. Gastarbeiter σε μπυραρίες, επιστροφή στην Ελλάδα, ιδιοκτήτης ταβέρνας, κρίση, χρέη και τελικά το σπίτι να μετατρέπεται σε Airbnb, με αυτόν και τη σύζυγο να μετακομίζουν στην άκρη της αυλής.
«Ουφ! Μου έκανες την καρδιά περιβόλι!», αναστέναξα δυνατά και κοίταξα από το μισάνοιχτο παράθυρο αν είχε απομακρυνθεί αρκετά. Την ιστορία την είχα ακούσει πολλές φορές από τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους. Μόνον οι ήρωες και η σκηνοθεσία άλλαζαν. Αυτό τον μήνα των διακοπών είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εμπλακώ σε άχαρες συζητήσεις. Όσο ο κυρ Ηλίας εξιστορούσε το δράμα του, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, δίχως να βγάλω άχνα.
Πέταξα πάνω στο κρεβάτι τη μεγάλη, δερμάτινη, καφετί βαλίτσα, εκείνη που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας – δεν τη χρειάστηκε στο τελευταίο του ταξίδι από τη Γερμανία. Την άνοιξα και βούτηξα τα χέρια μου ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα μακό μπλουζάκια, ψάχνοντας να βρω το μαγιό. Το φόρεσα και έτρεξα ξυπόλυτος προς την παραλία, με την πετσέτα περασμένη στον λαιμό, στο ένα χέρι το κινητό και στο άλλο το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου.
Από το βάθος του κήπου ακούστηκε η φωνή του Ηλία: «Προσοχή στους λαγοκέφαλους!». Ύψωσα το χέρι και το τίναξα κάνα δυο φορές στον αέρα δίχως να γυρίσω το κεφάλι. Σε λίγο βρισκόμουν στην ξαπλώστρα, κάτω από τη διαφημιστική ομπρέλα πασίγνωστης εταιρείας αναψυκτικών. Ένα πλαστικό ταμπελάκι με νάιλον κορδόνι, κρεμασμένο στη μέση του κορμού της, με πληροφορούσε πως η τιμή για ομπρέλα και ξαπλώστρα ήταν στα είκοσι ευρώ, με την ελάχιστη κατανάλωση να φτάνει υποχρεωτικά στα ογδόντα ευρώ. (περισσότερα…)
