Σύνορα: Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΙΟΛΙΟΥ

~.~

Με αφορμή την παράσταση «Σύνορα» του Χένρι Νέιλορ, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Κυδωνία κατά τη χειμερινή περίοδο, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε την έννοια των συνόρων όχι μόνο ως γεωγραφική ή πολιτική πραγματικότητα, αλλά ως μια θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία που διαπερνά την ψυχική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Τα σύνορα αποτελούν τόπους διαχωρισμού. Είναι εκείνα που ορίζουν το «εμείς» και τους «άλλους», το οικείο και το ξένο, το μέσα και το έξω, το ανήκειν και το μη ανήκειν. Είναι οι γραμμές που χαράσσουν τις διαφορές, που συγκροτούν ταυτότητες και οργανώνουν κοινότητες.

Ωστόσο, κάθε σύνορο εμπεριέχει μια παράδοξη συνθήκη. Την ίδια στιγμή που διαχωρίζει, καθιστά δυνατή τη συνάντηση. Εκεί όπου υπάρχει ένα όριο, υπάρχει και η δυνατότητα του περάσματος. Εκεί όπου αναγνωρίζεται η διαφορά, μπορεί να γεννηθεί η σχέση. Οτιδήποτε διαχωρίζει μπορεί επίσης να συνδέει. Και ίσως αυτό να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα νοήματα της ανθρώπινης εμπειρίας: ότι τα σύνορα δεν είναι μόνο τόποι αποκλεισμού αλλά και τόποι δημιουργίας, μετασχηματισμού και γέννησης νέων κόσμων.

Το έργο του Χένρι Νέιλορ αποτελεί μια εξαιρετικά πυκνή δραματουργική επεξεργασία αυτών των ζητημάτων. Πρόκειται για ένα κείμενο που συνδυάζει πολιτική οξύτητα, ψυχολογικό βάθος και φιλοσοφική ευαισθησία. Αναφέρεται σε επίκαιρα ιστορικά γεγονότα, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την τέχνη, την ηθική, την ανθρώπινη ευθύνη, την εξουσία, τη βία και την αλήθεια.

Στον πυρήνα της παράστασης παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες δύο καλλιτεχνών: μιας νεαρής Σύριας ζωγράφου και ενός Βρετανού φωτογράφου. Οι ζωές τους μοιάζουν εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικές. Διαμορφώνονται σε διαφορετικές ηπείρους, σε διαφορετικές κοινωνίες, σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα. Κι όμως, βαθιά μέσα στην αφήγηση, αναδύεται η αίσθηση ότι οι πορείες τους συνδέονται από μια κοινή αφετηρία: την ανάγκη να δώσουν μορφή στην ανθρώπινη εμπειρία μέσα από την τέχνη.

Η πρώτη ηρωίδα γεννιέται και μεγαλώνει στη Συρία. Από πολύ μικρή ηλικία βιώνει ένα καθοριστικό τραύμα: την απώλεια του πατέρα της ως αποτέλεσμα της κρατικής βίας του αυταρχικού καθεστώτος. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική απώλεια. Εγγράφεται στον ψυχισμό της ως μια πρωταρχική ρήξη, ως μια εμπειρία που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιληφθεί τον εαυτό της και τον κόσμο.

Εδώ συναντούμε τα πρώτα πραγματικά σύνορα. Είναι τα πολιτικά σύνορα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που καθορίζει ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει και ποιος όχι. Είναι τα σύνορα που επιβάλλει η κρατική εξουσία ανάμεσα στην ελευθερία και τον φόβο, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ταυτόχρονα όμως συναντούμε και συμβολικά σύνορα. Το παιδί που χάνει τον πατέρα του βρίσκεται αντιμέτωπο με το όριο ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση της βίας. Ένα κομμάτι της παιδικής του ύπαρξης χάνεται ανεπιστρεπτί.

Το τραύμα αυτό δεν εξαφανίζεται. Παραμένει ενεργό και αναζητά τρόπους έκφρασης. Μέσα από μια διαδικασία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μετουσίωση, η νεαρή κοπέλα μετατρέπει τον ψυχικό πόνο σε δημιουργία. Η ζωγραφική γίνεται ένας χώρος όπου μπορεί να επεξεργαστεί το πένθος της, να δώσει μορφή στο άρρητο και να μετατρέψει την απώλεια σε νόημα. Η τέχνη λειτουργεί εδώ ως πέρασμα. Ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα. Ως μια γέφυρα που επιτρέπει στον άνθρωπο να διασχίσει τα σύνορα του τραύματος χωρίς να συντριβεί από αυτό.

Καθώς φτάνουμε στα γεγονότα του 2011, η προσωπική ιστορία της νεαρής ζωγράφου διασταυρώνεται με τη μεγάλη Ιστορία. Οι εξεγέρσεις που συγκλονίζουν τον αραβικό κόσμο δημιουργούν μια πρωτοφανή αίσθηση ελπίδας. Για πρώτη φορά φαίνεται πως τα πολιτικά σύνορα του φόβου μπορούν να σπάσουν. Η τέχνη της μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Οι τοιχογραφίες, τα χρώματα, οι εικόνες αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Γίνονται μορφές επικοινωνίας και διεκδίκησης.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένας άλλος τύπος συνόρων: τα φαντασιακά σύνορα. Πρόκειται για τα σύνορα των ονείρων, των προσδοκιών και των συλλογικών φαντασιώσεων. Οι άνθρωποι αρχίζουν να φαντάζονται έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας. Οι φαντασιώσεις αυτές δεν είναι ψευδαισθήσεις. Είναι αναγκαίες ψυχικές κατασκευές που κινητοποιούν τη δράση και δίνουν νόημα στην ύπαρξη.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία εμφανίζεται και ο έρωτας. Ίσως ένα από τα πιο συγκινητικά στοιχεία της αφήγησης. Μέσα στη δίνη της πολιτικής βίας και του πολέμου αναδύεται η δυνατότητα μιας ερωτικής σχέσης. Η παρουσία του έρωτα υπενθυμίζει ότι ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες η ανθρώπινη ύπαρξη δεν παύει να αναζητά σύνδεση, οικειότητα και δημιουργία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ βλέπουμε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο θεμελιώδεις δυνάμεις της ψυχής: τη ενόρμηση του θανάτου και τη ενόρμηση της ζωής. Η βία, η καταστροφή και ο πόλεμος εκφράζουν την πρώτη. Η τέχνη, ο έρωτας και η δημιουργία εκφράζουν τη δεύτερη.

Όμως η ιστορία δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις ελπίδες των πρωταγωνιστών. Η επανάσταση σταδιακά εκτρέπεται. Οι φαντασιακές προσδοκίες συγκρούονται με τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Νέες δυνάμεις εμφανίζονται, ανάμεσά τους και ο φονταμενταλισμός του ISIS. Άλλα σύνορα επιβάλλονται πλέον με τη βία των όπλων.

Εδώ παρακολουθούμε την απομάγευση του κόσμου. Τη στιγμή κατά την οποία οι συμβολικές και φαντασιακές επενδύσεις συγκρούονται με το πραγματικό. Είναι μια εμπειρία που δεν αφορά μόνο τη Συρία. Αφορά πολλές ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες οι μεγάλες επαναστάσεις καταλήγουν σε νέες μορφές βίας και καταπίεσης. Η νεαρή ζωγράφος αναγκάζεται τελικά να εγκαταλείψει την πατρίδα της. Έτσι εισέρχεται σε μια νέα περιοχή συνόρων: στα σύνορα της προσφυγιάς. Τα γεωγραφικά όρια μετατρέπονται πλέον σε ζήτημα επιβίωσης. Η θάλασσα, οι ακτές, οι φράχτες, τα στρατόπεδα υποδοχής γίνονται τόποι όπου συμπυκνώνονται η ελπίδα και η απελπισία.

Παράλληλα εξελίσσεται η ιστορία του δεύτερου πρωταγωνιστή, του Βρετανού φωτογράφου. Η δική του αφετηρία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Προέρχεται από τον δυτικό κόσμο. Διαθέτει ελευθερίες που η νεαρή Σύρια δεν γνώρισε ποτέ. Δεν αντιμετωπίζει πολιτική καταπίεση ούτε κινδυνεύει η ζωή του. Ωστόσο και αυτός συναντά τα δικά του σύνορα. Είναι τα σύνορα της αναγνώρισης. Ως νέος καλλιτέχνης ταξιδεύει σε περιοχές που πλήττονται από φυσικές καταστροφές και κοινωνικές κρίσεις. Φωτογραφίζει ανθρώπινο πόνο, δυστυχία και καταστροφή. Όμως κανείς δεν ενδιαφέρεται. Οι εικόνες του δεν βρίσκουν ανταπόκριση.

Εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος αποφασίζει ποιος πόνος αξίζει να γίνει ορατός; Ο δυτικός κόσμος φαίνεται να θέτει τα δικά του συμβολικά σύνορα. Υπάρχουν γεγονότα που συγκινούν και γεγονότα που παραμένουν αόρατα. Υπάρχουν ζωές που αποκτούν αξία στα μέσα ενημέρωσης και ζωές που χάνονται στη σιωπή. Ο νεαρός φωτογράφος βιώνει βαθιά ματαίωση. Τα όνειρά του για καλλιτεχνική αναγνώριση παραμένουν ανεκπλήρωτα. Μέχρι που εμφανίζεται μια ευκαιρία που θα αλλάξει τη ζωή του. Καλείται να συμμετάσχει σε μια αποστολή που θα τον φέρει σε επαφή με τον Οσάμα μπιν Λάντεν. Πρόκειται για μια κυριολεκτική διάβαση συνόρων. Ταξιδεύει σε επικίνδυνες περιοχές, διασχίζει πολιτισμικά και γεωγραφικά όρια και αποκτά πρόσβαση σε έναν κόσμο απρόσιτο για τους περισσότερους ανθρώπους.

Ωστόσο ούτε τότε γνωρίζει επιτυχία. Η αναγνώριση θα έρθει αργότερα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ξαφνικά οι φωτογραφίες αποκτούν τεράστια αξία. Ξαφνικά γίνεται διάσημος. Τα σύνορα της αφάνειας καταρρέουν. Όμως μαζί με την αναγνώριση εμφανίζεται και μια νέα μορφή παγίδευσης. Ο φωτογράφος γίνεται μέρος ενός συστήματος δημοσιότητας, επιρροής και εξουσίας. Οι σχέσεις του με τα μέσα ενημέρωσης, τους διάσημους και τους θεσμούς μετασχηματίζουν σταδιακά την ταυτότητά του. Η επιθυμία του εκπληρώνεται, αλλά η εκπλήρωση δεν φέρνει την αναμενόμενη πληρότητα.

Εδώ συναντούμε ένα ακόμη φαντασιακό σύνορο: το σύνορο ανάμεσα σε αυτό που φανταζόμαστε ότι θα μας ολοκληρώσει και σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει όταν το αποκτούμε. Η ανθρώπινη επιθυμία συχνά οργανώνεται γύρω από την υπόσχεση ότι «όταν φτάσω εκεί θα είμαι ευτυχισμένος». Όταν όμως το υποκείμενο φτάνει στον προορισμό του, ανακαλύπτει ότι η έλλειψη παραμένει.

Η απομάγευση του φωτογράφου κορυφώνεται όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη βιομηχανία του ανθρωπισμού, των μέσων ενημέρωσης και των δημοσίων σχέσεων. Η συνάντησή του με διάσημες προσωπικότητες και η εμπλοκή του σε θεάματα ανθρωπιστικής ευαισθησίας τον οδηγούν να αμφισβητήσει τις βεβαιότητές του. Πού τελειώνει η αλληλεγγύη και πού αρχίζει η αυτοπροβολή; Πού βρίσκεται το σύνορο ανάμεσα στη γνήσια φροντίδα και στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης δυστυχίας;

Το έργο δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Μας υποχρεώνει όμως να σταθούμε μέσα σε αυτά τα ερωτήματα. Και τελικά οι δύο ιστορίες συναντιούνται. Συναντιούνται στο Αιγαίο. Συναντιούνται σε έναν τόπο που αποτελεί ταυτόχρονα γεωγραφικό, πολιτικό, ψυχικό και συμβολικό σύνορο. Η θάλασσα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρο μετάβασης ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσφυγική εμπειρία. Από την άλλη η δυτική ματιά που παρατηρεί, καταγράφει και ερμηνεύει.

Εκεί, μέσα σε αυτή τη συνάντηση, αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα του έργου. Τα σύνορα δεν είναι ποτέ μόνο γραμμές πάνω σε έναν χάρτη. Υπάρχουν τα σύνορα του τραύματος και της μνήμης. Τα σύνορα ανάμεσα στο προσωπικό ασυνείδητο και στην ιστορία. Τα σύνορα που κληρονομούμε από τις οικογένειές μας. Τα σύνορα που δημιουργούν οι κοινωνίες. Τα σύνορα που εγκαθίστανται μέσα στον ψυχισμό μας.

Υπάρχει το προσωπικό ασυνείδητο, όπου φυλάσσονται οι εμπειρίες, οι φόβοι και οι επιθυμίες μας. Υπάρχει το οικογενειακό ασυνείδητο, όπου μεταβιβάζονται τραύματα, μυστικά και αφηγήσεις από γενιά σε γενιά. Υπάρχει το κοινωνικό ασυνείδητο, που περιλαμβάνει τις σιωπηρές παραδοχές μιας κοινότητας. Και υπάρχει το συλλογικό ασυνείδητο, όπου κατοικούν τα μεγάλα αρχέτυπα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όλα αυτά τα επίπεδα παράγουν σύνορα. Τα σύνορα παρουσιάζονται ως πραγματικά, συμβολικά και ψυχικά όρια. Διαχωρίζουν ανθρώπους, πολιτισμούς και αφηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα παράγουν και περάσματα. Σε μια εποχή κατά την οποία νέοι φράχτες υψώνονται διαρκώς, τόσο στα κράτη όσο και στις συνειδήσεις, το έργο θέτει με ιδιαίτερη οξύτητα το ζήτημα της συνύπαρξης με τη διαφορετικότητα. Οι σύγχρονες κοινωνίες μοιάζουν ολοένα και πιο φοβικές, καχύποπτες και αμυντικές απέναντι στον «άλλο», είτε αυτός ορίζεται από την εθνική προέλευση, τη θρησκεία, την πολιτισμική ταυτότητα ή την προσωπική του ιστορία. Το σύνορο μετατρέπεται συχνά σε μηχανισμό αποκλεισμού και περιχαράκωσης.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η τέχνη αναδεικνύεται ως ένας κατεξοχήν χώρος διάβασης. Η ζωγραφική της νεαρής Σύριας και η φωτογραφία του Βρετανού καλλιτέχνη λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα σε κόσμους που διαφορετικά θα παρέμεναν απομονωμένοι. Η τέχνη αποκτά έτσι μια βαθιά πολιτική διάσταση, όχι επειδή υπηρετεί κάποια ιδεολογία, αλλά επειδή δημιουργεί δυνατότητες συνάντησης και κατανόησης.

Η παράσταση υπενθυμίζει ότι κανένα σύνορο δεν είναι απόλυτο. Κάθε όριο μπορεί να γίνει πέρασμα και κάθε διαφορά εμπεριέχει τη δυνατότητα δημιουργίας σχέσεων. Η ανθρώπινη ύπαρξη αναπτύσσεται στον ενδιάμεσο χώρο, εκεί όπου συναντώνται διαφορετικές εμπειρίες και ταυτότητες. Από αυτή την άποψη, τα σύνορα δεν είναι μόνο γραμμές διαχωρισμού αλλά και χώροι δημιουργίας, μετασχηματισμού και διαλόγου, όπου μέσω της αναγνώρισης και της σύνδεσης με τον άλλο, δίνεται η δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουμε ή και να ανακαλύψουμε εκ νέου τον εαυτό μας.

Ομιλία που δόθηκε στις 9.7.2026 στο Θέατρο Κυδωνία.

///

*

*