«τραντάζοντας τις ξεχασμένες πόρτες των καιρών»: Αλέξης Δ. Ζακυθηνός (1934-1992)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Ο λόφος με τους στρατιώτες και τα σκουλήκια,
κορφή και πρόποδες, το βασίλειο των ψαριών,
οι ανατολές και τα μεσημεριάτικα πουλιά,
της νύχτας ιδίως τα ρυθμικά έντομα,
η γη κι’ η βλάστηση, το φράγμα του ήχου,
οι λέξεις και μαζί τα σκουριασμένα καρφιά,
τούτα που καρφώνουν τους ανθρώπους στο έδαφος,
σε κάτι στάσεις αρχαϊκές, απαράλλαχτα ίδιες,
όλα αυτά δεν είναι αυτά που έζησα.
Οι άνθρωποι, η γη κι’ η βλάστηση είναι φτιαγμένα
με λέξεις, με γραμμές – φτερά πουλιών,
κορφή και πρόποδες, για πάντα.
Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Όμως ο λόφος, που αναφέρω, υπάρχει.

Ο Αλέξης Δ. Ζακυθηνός γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1934 και ήταν γιος του επιφανούς βυζαντινολόγου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονυσίου Ζακυθηνού. Ποιητής του μικρού κυρίως ποιήματος και του ελάσσονος τόνου, πρόσθεσε μια διακριτική αλλά και ευδιάκριτη φωνή στην ποίηση.

Στέκομαι γυμνός μπρος στο κενό, γιόμισα
λέξεις-ήχους, ό,τι πιο πολύ βαραίνει
σήμερα κι αύριο, μέχρι το φριχτό πλήρωμα του χρόνου.
Μην τα πιστεύετε αυτά που γράφω. Στέκομαι γυμνός
μπρος στ’ αδειανά παράθυρα της νύχτας
και κλαίω.

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συνεργάτης της ελληνικής ραδιοφωνίας, ενώ το 1969 εισήλθε στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο διπλωματικό σώμα.

Το μαύρο σου κορμί γαζέλα μου
και τα στιλπνά σου μάτια που σε μαύρο
δάσος, λες, ασπρίζουν, μέσα μου πολύ
βαθιά τα ‘χω κρατήσει, έτσι που τίποτε
δεν δείχνει πως τα αγάπησα, ούτε καν
εκείνο το πιστό σου ομοίωμα, που τότε
πήρα, χαιρετώντας σε, μαζί μου, αφού
για τους κακούς δεν είναι παρά μόνο
ενθύμιο τέχνης αφρικανικής του εξ άλλου
φορτωμένου ενθύμια κι άλλων ταξιδιών
μονήρους σπιτικού μου στην Αθήνα.

Υπηρέτησε σε σημαντικές θέσεις στο Σικάγο, την Τρίπολη και την Βόννη. Αργότερα διετέλεσε πρέσβης στο Καμερούν, την Αργεντινή, τη Βραζιλία και στο Παρίσι. Η τοποθέτησή του στην UNESCO στην γαλλική πρωτεύουσα ήταν και η τελευταία της σταδιοδρομίας του.

Οι συνδαιτημόνες των παλιών εκείνων
δείπνων προς τιμήν αποχωρούντων
σ’ άλλες θέσεις συναδέλφων,
τακτικές συνάξεις πάντα κάνομε,
μα οι συνάξεις μας αυτές ίδιες δεν είναι τώρα·
τα τριξίματα των τραπεζιών
σύμβολο γίναν, κι οι τραπεζοκόμοι άλλων
σκοπών βοηθοί, βεβαίως και το γλυκό
κρασάκι δεν ευφραίνει την καρδιά μας
-αφού μόνο για να κλάψωμε συναθροιζόμαστε
κάθε φορά στη λέσχη-, προπαντός οι αποχωρήσεις

άλλο νόημα παίρνουν τώρα πια.

Η πρώτη του συλλογή με τίτλο Θολά τζάμια (1954) εξεδόθη κατά τα νεανικά του χρόνια όταν ήταν είκοσι ετών και ήταν μια πρώιμη εκδήλωση της ποιητικής του προδιάθεσης:

Κλαίμε που το τέλος έφτασε τόσο
νωρίς και που τον βρίσκει με καρδιά
γεμάτη αγάπη, όμως αυτός, το νέο
παιδί, δεν κλαίει καθόλου, χαμογελαστός κοιτάζει, σαν ευτυχισμένος
που το τέλος το δικό του είναι μιας
άλλης ομορφιάς, σωστή γιορτή.

Στην δεύτερη συλλογή, αυτήν του 1958 που τιτλοφορείται Το κακό πουλί, με δεκαεννιά ποιήματα, φέρει έντονα τις υπερεαλιστικές επιδράσεις, εγχώριες και μη, με μικρά, σχεδόν επιγραμματικά ποιήματα:

Τ’ άστρα στα δάχτυλα μου ανάμεσα
μαζί μου στο βυθό δε θα χαθούν·
θα μείνουν στων κυμάτων τους αφρούς
κι όλοι θα πουν πως πέσαν απ’ τον ουρανό.

Η τρίτη και μικρότερη συλλογή -μόνο με εννέα ποιήματα-, Ο στρατιώτης του 1960, περιλαμβάνει εμπειρίες της στρατιωτικής του θητείας.

Ο στρατιώτης-αρχάγγελος φυλάει τους δρόμους.
Τα μάτια του γδέρνουν το σκοτάδι, καθώς
η νύχτα, κι’ εκεί στο τέλος της
μεταμορφώνεται σε μοίρα ή μάλλον σε έντομο
τεράστιο, που τα πόδια του κροτούν στην άσφαλτο,
φέρνοντάς το προς το μέρος μας επίσημα…

Σίγουρα πειστήκατε. Όμως η μοίρα
ντύνεται στις εμφανίσεις της πολύ πιο απλά.
Κι’ ο στρατιώτης γι’ αυτό είναι εδώ, για να προλαβαίνη την πλάνη.

*

*

Το 1970, τυπώνεται η μεγαλύτερη σε όγκο συλλογή με τριάντα τρία ποιήματα, Η θεά των συνανθρώπων:

Πάνω στ’ αντικείμενα της φυλακής μου αφήνω, σκόνη, λίγη νιότη,
κάθε μέρα κι από λίγη. Όσο γι’ αυτήν θέλω να πω
τη φυλακή μου, μια συνηθισμένη κάμαρα
είναι, όπου παλιές εικόνες συγγενών
και φίλων, μνήμες καλοφυλαγμένες έργων
κι αισθημάτων, τέλος το πλατύ
παράθυρο με θέα τους συνανθρώπους

ενώ δύο χρόνια μετά κυκλοφορούν ταυτόχρονα δύο συλλογές του, Η θάλασσα των πνιγομένων («σ’ αυτή την αίθουσα, τη λεγόμενη / της αναμονής, αμέσως όταν έμπης / εγκαθίστασαι, ποτέ δε φεύγεις πια / κι όμως δε μένεις κιόλας, πάντως / πουθενά δε φαίνεσαι, κι ίσως αυτό /  θα πη ακριβώς να περιμένης μέσα / εδώ να περιμένεις γενικά») και η Άλλη θέα – τρόπον τινά συνέχεια της προηγούμενης από άποψη περιεχομένου.

Τα δύο σπίτια, κατακόρυφης γειτνιάσεως,
βρίσκονται στην άκρη του γυαλού,
το πάνω πάνω απ’ το νερό κι ανάποδα

το κάτω μέσα στο νερό, με τέτοιο τρόπο ώστε,
τα δάπεδα ταυτίζονται κι οι γείτονες κινούνται πάντα
κατά ζεύγη με τα πέλματα ενωμένα, οι υποκείμενοι
τη μοίρα ακολουθώντας των υπερκειμένων,

που γι’ αυτό κάτι ξεφεύγει, κάθε μέρα λίγο, απ’ τη ζωή τους.

Το έτος 1976 επαναδημοσίευσε όλη την μέχρι τότε ποιητική του εργασία, αναθεωρούμενη, (τα «θολά» τζάμια μετατρέπονται σε «θαμπά», η «μνήμη» σε «αίσθηση μνήμης», τα «πλοία» σε «καράβι», οι «μάρτυρες» σε «μοναστικό βίο» και η «Ανία» στη «μόνη δυνατότητα»), συγκεντρώνοντάς την σε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο Μικρή φυγή.

Των ίσιων, άψογων γραμμών με φθείρει καθημερινά
η γαλήνη, η τάξη αυτής της ζωής με φθείρει, κι είναι
κι η ατέρμονη άνοιξη γελοία γιορτή,
οι κανονικές χαρές και λύπες, απαράλλαχτες, και σκέφτομαι πως άλλη
δεν υπάρχει δυνατότητα αλλαγής από το θάνατο.

 

Στίχους του έχουν μελοποιήσει σπουδαίοι Έλληνες συνθέτες, όπως ο Γ. Σισιλιάνος, ο Α. Κουνάδης και ο Γ. Α. Παπαϊωάννου. Η μουσική τους ηχογραφήθηκε στον δίσκο Greek songs (της εταιρείας Nova Copagabana, Brazil 1986).

Λάτρης και βαθύς γνώστης της ελληνικής μουσικής, επιμελήθηκε και εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι, δύο φορές στην αγγλική γλώσσα την Δισκογραφία της Ελληνικής κλασικής μουσικής στο Μπουένος Άιρες και στην Μπραζίλια αντιστοίχως το 1984 και το 1986, η δε τρίτη στην Αθήνα το 1993. Εδώ καταγράφονται 709 δίσκοι κυκλοφορήσαντες κατά την σαρανταετία 1951-1991 σε εικοσιπέντε χώρες, με έργα 148 Ελλήνων συνθετών κλασσικής μουσικής.

Με τον αφρό των πλοίων, που σάλπαραν χωρίς εμένα,
γράφεται σιγά σιγά το μακρινό ταξίδι μου. Οι πολλοί
νομίζουν πως γεννήθηκα πλοηγός, όμως κανείς αλήθεια
δε γεννιέται, μόνο γίνεται. Γεννήθηκα θαλασσοπόρος,
μα η κακή στιγμή μ’ έφερε εδώ, πάνω σε ξένες γέφυρες,
των άλλων τα ταξίδια να ετοιμάζω και να παραστέκομαι
σε ξένους γυρισμούς, γεμάτους μυρωδιά του ωκεανού.

Μια ατμόσφαιρα μελαγχολικά ήπια απομένει, σαν κατάλοιπο ουσίας ποιητικής μετά την ανάγνωση των ποιημάτων του Ζακυθηνού. Ίσως και μόνο αυτό αρκεί για μια ποιητική σήμανση προσωπική, μάλιστα όταν αναλογίζεται κανείς τα πολλά φανταχτερά προσωπεία που θέλουν και πάσχουν για μιαν αναγνώριση, ποιηματογράφων με κύριο χαρακτηριστικό την πολυπραγματοσύνη και την φανφαρονική γλώσσα.

Χτυπάω τις θύρες, τ’ αδειανά κοιτάζοντας
παράθυρα. Στα μάτια μου να φέγγαν τώρα
και, φιλομειδής, ο φύλακας να με ρωτούσε
μήπως ψάχνω τίποτε στις έρημες κρεβατοκάμαρες,
να με καλούσε τέλος μέσα, ώστε μαζί να ψάξωμε,
κι εγώ να μπω, τ’ αρχαία φαντάσματα μες στο παλιό μου σπίτι,
μόνο ως επισκέπτης έστω, να τα κυνηγήσω.

Ο Αλέξης Ζακυθηνός πέθανε το 1992.

Γράφω ακόμη, ναι· κάτι μικρά κι ανούσια κάποτε
πονήματα αραδιάζω στο χαρτί, καθώς η νύχτα πέφτει,
μα όλο και πιο αυστηρή, σχεδόν μεμψίμοιρη
η αυτοκριτική στο εξής θα γίνεται, επαχθέστερος
κι ο κάματος, ωσότου τίποτε, ούτε καν
αυτό το λίγο, να προκύπτη.

Τελευταία του συλλογή είναι Ο ξένος κήπος το 1993, με τριάντα τρία ποιήματα, εκδοθείσα μεταθανατίως. Ο ποιητής συνοψίζει τα ήδη λεχθέντα προσθέτωντας νέα βιώματα, όπως από τη θητεία του στο Μπουένος Άιρες και την αντάμωσή του με τον τυφλό τότε Μπόρχες και καταθέτει την «Αργεντινή διαπίστευση»:

Ψηλαφώντας περπατούσε ανάμεσα μας ο τυφλός ποιητής,
δεδηλωμένος Έλλην Γεώργιος Λουδοβίκος Βόρχης,
κι έχεε γύρω μια λεπτή ευωδιά από κήπους και βράγιες
της πόλης των καλών ανέμων, μαζί
με αλμύρα των ελληνικών γυαλών,
κι ενώ ζητούσα ν’ αυτοσυστηθώ,
πριν δε μιλήσω καν, με πήρε
σταθερά απ’ το χέρι και προς τη διακεκριμένη ομήγυρη
«Ένας συντοπίτης μου», είπε.

Την κατεύθυνση της ποίησης του, και πώς αυτή όρισε ένα, όποιο και αν είναι αυτό, κομμάτι της εγχώριας λογοτεχνίας, την όρισαν καλύτερα οι δικές του αράδες στη «συμβολή του κιθαριστή»:

Τον ήλιο κι αν τον ανεβάζει κάθε πρωί
μέσα απ’ τη θάλασσα με την κιθάρα του,
δεν καταφέρνει ωστόσο των τυφλών παιδιών
το σιγανό κατέβασμα στης παλιόγριας νύχτας
τις καταπακτές να σταματήσει.
Και όμως ο ρόλος του,
δεν είναι βεβαίως ασήμαντος,
αφού σε χίλιους άλλους τόπους ο ήλιος καθημερινά
ανατέλλει σε θορύβους μέσα θλιβερούς
ή το χειρότερο μες στη σιγή.

 


Πηγές-Αναφορές:
Φωτογραφία από αυτόγραφη επιστολή Αλέξη Ζακυθηνού (Πάροδος 17 [Δεκέμβριος 2007]).
Βάσσης Κωνσταντίνος, «Η ποίησις του Αλέξη Ζακυθηνού. Ενδοσκόπησις μέσω τρίτων», Πάροδος 17 (Δεκέμβριος 2007).
Αλέξης Ζακυθηνός, «Η Μικρή Φυγή», Νέα Πορεία 293-295 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1979).
Ε. Μαυρουδής, «Αλέξη Ζακυθηνού, Ο στρατιώτης, ποιήματα», Νέα Πορεία 83-84 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1962).
Πόρφυρας 10 (1982).
Μ. Γ. Μερακλής, «Αλέξη Ζακυθηνού, Η θάλασσα των πνιγομένων», Νέα Πορεία 302-304 (Απρίλιος-Ιούνιος 1980).
Ποιήματα και αποσπάσματα:
«Το σύμπλεγμα», Η άλλη θέα (1972) || «Ένας θάνατος», Τα θολά τζάμια (1954) || «Φόβος του βυθού», Η μικρή φυγή (Εκδ. των Φίλων, 1976) || «Η Μοίρα» / «Ο λόφος» / «Τα παράθυρα», Ο στρατιώτης (1960) || «Η κάμαρα» / «Επισκέπτης» / «Η συμβολή του κιθαριστή» / «Πλοηγός», Η θέα των συνανθρώπων (1970) || «Ενθύμιο ταξιδιού», Η μικρή φυγή (1976) || «Κατάστιχο», Ο ξένος κήπος (1993).

*

**