Ὁ Μάμρα καὶ ἡ τυραννία τοῦ παρελθόντος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 (συγκεκριμένα τὸ 1985) προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γνωστὴ στοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ γεννηθήκαμε στὴ δεκαετία τοῦ ’90 σειρὰ κινουμένων σχεδίων Thundercats (Θάντερκατς). Μπαίνω στὸ θέμα πολὺ γρήγορα· ἡ πλοκὴ μέσες-ἄκρες —τουλάχιστον γι’ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸ παρὸν κείμενο— ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ πλανήτης τῶν ἀνθρωπόμορφων αὐτῶν αἰλουροειδῶν, ἡ Θαντέρα, ὑφίσταται καταστροφή. Οἱ κάτοικοί της ἀποδροῦν στὸ διάστημα μὲ ἕναν μεγάλο στόλο διαστημικῶν ἀεροσκαφῶν καὶ μιὰ ναυαρχίδα, ὡστόσο στὴν πορεία τους αὐτὴ δέχονται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς Mutants (τὰ Μεταλλάγματα ἢ Μεταλλαγμένους, ἀνάλογα τὴν ἑκάστοτε μετάφραση), ὁρκισμένους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πλανήτη Πλάνταρ, γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν διευκρινίζεται ἂν ἔχει ὑποστεῖ ἀντίστοιχη καταστροφὴ μὲ τὴ Θαντέρα.

Καταστρέφοντας τὸν διαστημικὸ στόλο τους ἀποτυγχάνουν νὰ διαλύσουν τὴ ναυαρχίδα, μέσα στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, πηγὴ δύναμης τῶν Θάντερκατς, κι’ ἔτσι ὁ Τζάγκα, ὁ γηραιὸς ἀρχηγός, ἀναλαμβάνει νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Τρίτη Γῆ προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Θάντερκατς μπαίνουν σὲ χρονοκάψουλες γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ζωντανοὶ καὶ στὴν ἡλικία ὅπου βρίσκονταν, καὶ τελικὰ φτάνουν στὴν Τρίτη Γῆ, τὸν νέο αὐτὸν κόσμο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι ὁ μὲν Τζάγκα πέθανε ἀπὸ γηρατειά καθὼς ἀναμενόταν, ἐνῶ ὁ νέος τους ἀρχηγός, ὁ Λάιονο, λόγω ἐπιπλοκῆς στὴν κάψουλά του παρέμεινε ἔφηβος, πλὴν ὅμως στὸ κορμὶ ἐνηλίκου. Κάπου ἐκεῖ ξεκινάει καὶ ἡ κυρίως πλοκή. Στὴν Τρίτη Γῆ οἱ Θάντερκατς ἀποφασίζουν νὰ ἐγκατασταθοῦν, ὡστόσο τὴν ἴδια ἐποχὴ φτάνουν ἐκεῖ καὶ τὰ Μεταλλάγματα μὲ τὸν ἴδιο στόχο, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἕναν μουμιοποιημένο μάγο, τὸν Μάμρα, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, συνεργαζόμενος μὲ τὰ Μεταλλάγματα κι’ ἄλλες δυνάμεις, πάντοτε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ.

Ὣς ἐδῶ ὅλα καλά. Ἡ πλοκὴ δημιουργεῖ ἕνα σκηνικὸ περιπέτειας ποὺ ὑπόσχεται μάχες, στρατηγικὲς καὶ συγκινήσεις. Ἡ περιγεγραμμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ κινουμένου σχεδίου ἔχει διακριτοὺς ρόλους καὶ ἠθικὲς ἀποτιμήσεις. Οἱ Θάντερκατς εἶναι «οἱ καλοί»· μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τους ἄλλωστε βλέπουμε τὴν ἐκδίπλωση τοῦ κάθε ἐπεισοδίου. Ὁ δὲ Μάμρα, τὰ Μεταλλάγματα καὶ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους κατὰ περίσταση συμμάχους τους, εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἀφαιρετικὰ ὀνομάζεται «οἱ κακοί».

Μιὰ προκλητικὴ ἀντι-ἀνάγνωση τῆς πλοκῆς θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ἐπὶ μίας βάσεως τὴν ἀπόφανση περὶ ἑνὸς παρεξηγημένου Μάμρα. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἐμφανίζεται ὡς τὸ ἀπόλυτο κακό καὶ ὡς ὁ ἀπόλυτος ἀντίποδας τῶν θετικῶν δυνάμεων τῶν Θάντερκατς. Μιὰ παιδικοῦ τύπου ἁπλοποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ θέλει τοὺς ἥρωες ἑνὸς κινουμένου σχεδίου νὰ χωρίζονται σὲ «καλοὺς» καὶ «κακούς» προϋποθέτει μία (1) ὀπτικὴ γωνία, δοσμένη ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ σκηνοθετικὴ πρόθεση. Ἀντιστρέφοντας ὡστόσο τοὺς ρόλους, ἡ σαφῶς περιγεγραμμένη εἰκόνα ἀρχίζει καὶ ἐμφανίζει κόμπους ποὺ ἀπαιτοῦν σύνθετα ἐργαλεῖα προκειμένου νὰ λυθοῦν.

Οἱ Θάντερκατς ἐμφανίζονται στὴν Τρίτη Γῆ ὡς πρόσφυγες, καθὼς ἡ Θαντέρα εἶχε καταστραφεῖ. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, ἡ ἐμφάνισή τους αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ μιὰν ἀξίωση κυριαρχίας σὲ αὐτὸν τὸν νέο τόπο. Ὁ δὲ Μάμρα, παλαιότερος φορέας ἐξουσίας τῆς Τρίτης Γῆς καὶ εὑρισκόμενος ἐκεῖ, τίθεται σὲ μία θέση δυσχερῆ. Παρὰ τὴ δαιμονική του φύση, φαίνεται ἀναγκασμένος νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνόμαζε κανεὶς «ζωτικὸ χῶρο», καὶ γι’ αὐτὸ μάλιστα συμμαχεῖ μὲ τὰ Μεταλλάγματα, προαιώνιους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς. Οἱ νεοφερμένοι πρόσφυγες στὰ μάτια του φαντάζουν βίαιοι εἰσβολεῖς, κι’ ἔτσι ἐγείρονται τρόπον τινὰ ὁρισμένα σημαντικὰ ζητήματα πολιτικῆς φύσεως, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ποιός ἔχει δικαίωμα ἀξιώσεων στὴν Τρίτη Γῆ, μιᾶς καὶ ἡ τελευταία δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν ἀκατοίκητο τόπο. Ἡ αἴτηση ἀσύλου ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν προσφύγων Θάντερκατς ἀντιτίθεται ἔτσι στὴν κατανόηση τῆς ἄφιξής τους ἀπὸ τὸν Μάμρα ὡς μία εἰσβολὴ μὲ ἀξιώσεις κυριαρχίας. Πρόκειται, δηλαδή, μ’ ἄλλα λόγια γιὰ τὴν περίπτωση μιᾶς προσφυγικῆς ἄφιξης ποὺ ἅμα τῇ ἐμφανίσει της λαμβάνει χαρακτήρα ἐποικιστικῆς διαδικασίας. Κι’ ἀντίστοιχα, ἀπὸ τὴν ἀντίπερα ὄχθη, πρόκειται γιὰ ἕνα δικαίωμα ἄμυνας καὶ προάσπισης τῶν δοσμένων ἐδαφῶν σὲ μιὰν ἀντεπίθεση μὲ στόχο ὄχι τὴν ἀφομοίωση ἀλλὰ τὴν κατίσχυση.

Πρὶν ὅμως ἀπὸ μιὰν ἀπόπειρα προσέγγισης τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ζητημάτων, θὰ πρέπει νὰ γίνει μία σημαντικὴ μεθοδολογικὴ διάκριση. Σὲ διάφορες ἀντίστοιχες προσεγγίσεις κινουμένων σχεδίων τὰ ὁποῖα ἄρχισαν νὰ προβάλλονται κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου (ἔστω κι’ ἂν οἱ Θάντερκας τὸν βρίσκουν πρὸς τὸ —τυπικὸ πάντοτε— τέλος του) συγχέεται συχνὰ ἡ πολιτικὴ πρόθεση τοῦ δημιουργοῦ μὲ τὴν πολιτικὴ ἀνάλυση τῶν προβαλλομένων περιπετειῶν. Ἐν προκειμένῳ, λοιπόν, δὲν ὑπάρχουν προφανῆ στοιχεῖα ποὺ νὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Ted Wolf, ὁ Leonard Starr ἢ οἱ ἄνθρωποι τῆς Rankin/Bass σχεδίασαν τὸ Θάντερκατς ὡς μία πολιτικὴ ἀλληγορία τῶν δύο μεγάλων ἀντιμαχόμενων στρατοπέδων. Ἂν κάτι τέτοιο συνέβη πράγματι, αὐτὸ εἶναι κάτι διόλου ἀπίθανο ὅπως ἔχει φανεῖ ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰώνα, μιᾶς καὶ τὰ κινούμενα σχέδια στοχεύουν στὶς τρυφερὲς ἡλικίες τοῦ παιδικοῦ κοινοῦ μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ὑπόρρητη καὶ ὑποβολιμαία διαπαιδαγώγησή τους, πολὺ συχνὰ μάλιστα πρὸς κατευθύνσεις σκοτεινές, ἢ ἔστω παρεξηγήσιμες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ παρούσα ἀπόπειρα ἑρμηνείας καὶ ἀνάλυσης ἐπαφίεται κυρίως στὸν χαρακτήρα τῶν Θάντερκατς ὡς κινουμένου σχεδίου, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει μιὰ τέτοια ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνάγνωση ‒ ἢ προβολή. Κι’ αὐτὸ γιατί, ἐὰν δεχτεῖ κανεὶς ὅτι ἕνα ὁποιοδήποτε ἔργο δὲν ἔχει ἐξαρχῆς τὸν χαρακτήρα τῆς πολιτικῆς ἀλληγορίας, αὐτὸ δὲν σημαίνει αὐτόματα ὅτι στερεῖται καὶ πολιτικοῦ νοήματος. Τὸ ἔργο πάντοτε δημιουργεῖται σὲ μιὰ δοσμένη συγχρονία, καὶ μοιραῖα ἐπηρεάζεται ἐκὸν ἄκον ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα καὶ συγκυρία. Ἡ στάση ἀπέναντι στὴν ἑκάστοτε ἐξουσία, ἡ ἀντίληψη τῆς νομιμότητας καὶ τῆς ἑρμηνείας της σὲ διαφορετικὰ περιβάλλοντα, ὁ φόβος γιὰ τὸ(ν) Ἄλλο, ἡ κατανόηση τοῦ ἐθνικοῦ, φυλετικοῦ, κρατικοῦ ζωτικοῦ χώρου, ὁ χαρακτήρας τῆς συντήρησης καὶ τῆς παράδοσης ἀπέναντι στὴν πρωτοπορία καὶ τὴν ἀλλαγή, ὅλα αὐτὰ ἐμφανίζονται ὑπὸ τὴ μορφὴ ἑρμηνευτικοῦ ἀποθέματος μέσα στὸ ἔργο, ἀκόμα κι’ ἂν ὁ δημιουργὸς ἐπέλεξε νὰ παραγάγει τὸ τελευταῖο ὡς ἕνα πασατέμπο, ἕνα ἁπλὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο ποὺ στόχο ἔχει ἁπλῶς τὴν ἀπρόθετη ἀπεύθυνση σὲ ἕνα κοινό. Ἔτσι, ὅ,τι ἀκολουθεῖ ἀφορᾶ στὶς ἐνδεχομενικότητες τῶν πολιτικῶν δυνατοτήτων τῶν Θάντερκατς καὶ στὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, λειτουργῶντας κυρίως παραδειγματικὰ πρὸς τὴν αἰώνια ἀνθρώπινη ἐμπόλεμη κατάσταση μέχρι καὶ σήμερα.

~.~

Οἱ Θάντερκατς εἶναι μιὰ ὁμάδα ἡρώων ποὺ βασίζονται σὲ θετικὲς ἀρχές. Πρεσβεύουν τὴν ἐλευθερία, δείχνουν ἀλληλεγγύη μεταξύ τους τόσο στὴ Θαντέρα (ἀπ’ ὅπου ἀναχώρησαν συλλογικὰ κατὰ τὴν καταστροφή της) ὅσο καὶ στὸ διάστημα (ὅπου ὁ Τζάγκα ἀποφάσισε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ νὰ τοὺς σώσει ὁδηγῶντας τους στὴν Τρίτη Γῆ) ὅσο καὶ στὴν Τρίτη Γῆ (ὅπου ἐμφανίζονται ἑνωμένοι πρὸς τὸν κοινό τους —ἐπιβιωτικὸ ἀρχικὰ— στόχο). Συνεργάζονται ὡς ὁμάδα δίχως νὰ στεροῦνται τὴν ἀτομική τους ἀξιοπρέπεια, δείχνοντας εὐγενῆ ἅμιλλα μεταξύ τους (εἰδικὰ οἱ ἄντρες τῆς ὁμάδας) καὶ διασφαλίζοντας συλλογικὰ τὴν αὐτοάμυνά τους ἀπέναντι σὲ κάθε λογῆς διῶκτες. Ἂν καὶ εἶναι σαφῆς ἡ ἱεραρχία μὲ τὸν Λάϊονο νὰ ἡγεῖται τοῦ γκρούπ, οἱ πρωτοβουλίες καὶ οἱ ἀποφάσεις φαίνεται ὅτι λαμβάνονται συλλογικὰ πλὴν ἱεραρχικά (κάτι σὰν πρῶτος μεταξὺ ἴσων), ἐνῶ ἡ διαφορετικότητα τοῦ καθενὸς (φαινοτυπικὰ ἔστω) δὲν δείχνει νὰ εἶναι παράγοντας ἀσυνέχειας. Μέσες-ἄκρες οἱ Θάντερκατς ἐκπροσωποῦν ἕναν φιλελεύθερο/δημοκρατικὸ ἀνθρωπισμὸ δίχως θεοκρατικὰ στοιχεῖα. Τὸ μάτι τῆς Θαντέρας ποὺ ἐκπέμπεται ἀπὸ τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, ἡ ἐπίκληση τοῦ Λάϊονο κάθε φορὰ ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ἀντιπάλους του ἢ γιὰ νὰ καλέσει μέσω τοῦ ματιοῦ τοὺς συντρόφους του («Θάντερ-, Θάντερ-, Θάντερκατς, ωωωωω!») καὶ ἡ δομὴ τῆς μικροκοινωνίας τους, περισσότερο λειτουργοῦν ὡς μία ἔμφυτη ὑπερδύναμη δοσμένη ἀπὸ τὴν παράδοση παρὰ ὡς ἕνα μεταφυσικὸ πεδίο ἐκεῖθεν καὶ πέραν αὐτῶν.

Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, οἱ ἐλευθεριακοὶ αὐτοὶ φορεῖς εἶναι νεοφώτιστοι στὴν Τρίτη Γῆ, στὴν ὁποία καθὼς φαίνεται ἡ παραδεδεγμένη τάξη πραγμάτων εἶναι διαφορετική. Ὁ κόσμος αὐτὸς κατοικεῖται ἤδη καὶ διοικεῖται ἀπὸ ἄλλης τάξεως θεσμούς, ἑπομένως οἱ Θάντερκατς μὲ τὴν ἄφιξή τους κομίζουν ὄχι μόνο τὴ φυσική τους παρουσία, ἀλλὰ καὶ μιὰ νέα πολιτικὴ πραγματικότητα, ἕνα νέο πολιτικὸ παράδειγμα. Ἔτσι, ἡ φιλελεύθερη εἰκόνα, ἀλλὰ καὶ ἡ αὐτοεικόνα τους, καθὼς τὰ πάντα τὰ βλέπουμε μέσα ἀπὸ τὰ ματια τους, φαίνεται νὰ δημιουργεῖ ἕνα παραπλανητικὸ πέπλο, μιᾶς καὶ ἡ ἐποικιστικὴ διάσταση τῆς ἄφιξής τους ἀποκρύπτεται ἐντέχνως.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ Μάμρα ἐπέχει θέση συντήρησης στὴν ἐκτύλιξη τῆς ἱστορίας· πρόκειται γιὰ ἕναν ἀντιδραστικὸ ὑπερασπιστὴ τοῦ status quo τῆς Τρίτης Γῆς, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ προασπίσει τὴν ἐπικινδύνευση τῆς παλαιότητάς της ἀπὸ τοὺς νεοφερμένους. Ἡ ἐξουσία του μοιάζει, ἂν ὄχι νὰ ἀπειλεῖται, τουλάχιστον νὰ κλονίζεται ἀπὸ τοὺς Θάντερκατς. Ἑπομένως, ὁ ἀέρας τῆς ἀλλαγῆς τῶν ξένων, ἡ ἀνανέωση ποὺ κομίζουν ὡς νέα πολιτικὴ τάξη καὶ κοινωνικὴ δύναμη, ἡ ἴδια τους ἡ ὕπαρξη ἐκπροσωπεῖ μιὰν ἐντελῶς ἕτερη ἑτερότητα ἀπέναντι στὴν καθιερωμένη τάξη πραγμάτων τῆς Τρίτης Γῆς. Στὴν οὐσία, λοιπόν, ὁ Μάμρα ἀντιδρᾶ στὴν ἐκτυλισσόμενη πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του κοινωνικὴ μεταβολή ‒ καὶ μάλιστα ἀντιδρᾶ βίαια, συχνὰ δὲ σπασμωδικά. Οἱ Θάντερκατς ἐπιδιώκουν νὰ χτίσουν ἕνα μέλλον παίρνοντας φόρα ἀπὸ τὶς δυνατότητες ποὺ τοὺς δίνονται στὸ παρόν. Ὁ Μάμρα, ἀντιθέτως, πασχίζει νὰ ἐμποδίσει τὸ παρὸν νὰ ξεχάσει τὸ στάτους τοῦ παρελθόντος.

Προφανῶς, οἱ Θάντερκατς ἔχοντας ὑποστεῖ τὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου τους διεκδικοῦν τὸ δικαίωμα στὴν ἐπιβίωση, τὴν αὐτοδιάθεση καὶ τὴ δημιουργία μίας νέας κοινωνίας. Σὲ αὐτὰ τὰ desiderata ὁ Μάμρα ἔρχεται νὰ πεῖ «ὄχι». Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία ποὺ ὁ ἴδιος ἀσκεῖ στὴν Τρίτη Γῆ εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων αὐταρχική, ἀντιδημοκρατικὴ καὶ ἐνάντια στὶς τυχοῦσες διαφορετικότητες. Ἀκόμα κι’ ἂν δὲν λέγεται ρητά, ἡ ἀντεπίθεσή του αὐτὸ ἀκριβῶς δηλώνει· μιὰ ἐνδεχόμενη σύμπτωση τῶν ἀρχῶν τοῦ Μάμρα καὶ τῶν Θάντερκατς θὰ ὁδηγοῦσε ἁπλούστατα σὲ μιὰν ἀρχικὴ φιλοξενία ποὺ σταδιακὰ θὰ γινόταν μιὰ θετικὰ σεσημασμένη ἀφομοίωση καὶ ἀγαστὴ πορεία στὸ διηνεκές. Τούτων λεχθέντων, ἡ ἄλλως κατανοητὴ ἀντίδρασή του ἀπέναντι στὴν —κατ’ αὐτὸν— «εἰσβολὴ» τῶν Θάντερκατς στὸν ζωτικό του χῶρο χάνει τὴ δικαιολογημένη της —ἔστω καὶ παροδικὰ βίαιη— ἀγανάκτηση, μιᾶς καὶ οἱ πολιτικές του μέθοδοι τὸν κατακρημνίζουν ἀπὸ τὸ ἠθικό του βάθρο. Ἄρα, στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐγείρεται τὸ κρίσιμο ἐρώτημα ποὺ ἀφορᾶ πλέον τοὺς νεοφερμένους πρόσφυγες, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὀφείλει ὁ παρατηρητὴς νὰ ἀναρωτηθεῖ ἂν ἡ ἠθικὰ ἰσχυρὴ θέση τῶν Θάντερκατς νὰ ἀναζητήσουν ἕναν νέο τόπο ἐλλείψει τοῦ δικοῦ τους συνεπάγεται τὴν παραχώρηση λευκῆς ἐπιταγῆς γιὰ τὶς ἐνέργειές τους σὲ ὅ,τι κάνουν στὴν Τρίτη Γῆ. Ὁ νέος τόπος ἔχει ἤδη ἱστορία, πληθυσμοὺς καὶ πολιτικὲς ἰσορροπίες ‒ ἄσχετα μὲ τὸ ποιοτικό τους ἀποτύπωμα. Ἡ ἑκάστοτε ἀνάγκη γιὰ καταφύγιο δὲν συνεπάγεται δικαίωμα ἀπόλυτης κυριαρχίας. Δὲν πρέπει, ἄλλωστε, νὰ περάσει ἀπαρατήρητο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Θάντερκατς ἔχουν μαζί τους καὶ συντρόφους σὲ παιδικὴ ἡλικία ‒ μιὰ κλασικὴ ἐποικιστικὴ πρακτική.

Ἔτσι, ὁ Μάμρα ἀποκτᾶ πλέον μιὰν ἐνδιαφέρουσα τραγικότητα, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι τελικὰ καλὸς ἢ παρεξηγημένος ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ κακός, ἀλλὰ ἐπειδὴ στὸ ἀρχικὸ τουλάχιστον στάδιο τῆς ἄφιξης τῶν νεοφερμένων θέτει ἕνα δίκαιο ἐρώτημα περὶ τῆς συνεπαγωγῆς τοῦ πρόσφυγα πρὸς τὸν αὐτομάτως πολιτικὰ ἀθῶο. Κι’ αὐτὸ γιατὶ ἡ θέση θύματος τοῦ πρόσφυγα δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἰδιότητά του ὡς φορέα μιᾶς νέας σχέσης ἐξουσίας, ἡ ὁποία ὅταν ἐξαρχῆς ἐμφορεῖται ἀπὸ κυριαρχικὲς ἀποβλέψεις τὸν μετατρέπει σὲ δυνητικὸ θύτη. Ἀσφαλῶς, αὐτὸ δὲν συνιστᾶ κατηγορία ἐναντίον τῶν προσφύγων ὡς ἀνθρώπων· ἀντιθέτως, πρόκειται γιὰ τὴ διάκριση μεταξὺ τοῦ ἠθικοῦ δικαιώματος στὴν προστασία καὶ τοῦ πολιτικοῦ δικαιώματος στὴν κυριαρχία. Ὁ Μάμρα, ὡστόσο, περνᾶ ἀπευθείας στὴν ἀντεπίθεση. Ἡ φαινομενικὰ δίκαιη ἀξίωσή του ἔρχεται νὰ ὑποστηριχθεῖ ἀπὸ μιὰν ἄδικη λύση. Ἡ πιθανότητα τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης δὲν τίθεται κὰν στὸ τραπέζι. Ὁ μόνος του στόχος εἶναι νὰ διασφαλιστεῖ τὸ παλιὸ καθεστὼς μακριὰ ἀπὸ καινὰ πολιτικὰ δαιμόνια. Οὐσιαστικά, ἀρνεῖται τὴν εὐθύγραμμη πορεία τῆς Ἱστορίας, καὶ ἀπὸ ὑπερασπιστὴς τῆς μνήμης γίνεται τύραννός της.

Ἐντούτοις, οἱ Θάντερκατς, ὅπως εἰπώθηκε παραπάνω, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ προσφυγικό τους στάτους, πρεσβεύουν μιὰν ἐξωτικὴ/ἐξωτερικὴ δύναμη, ἡ ὁποία ἀφικνούμενη μεταβάλλει τὸν συσχετισμὸ δυνάμεων τῆς Τρίτης Γῆς, ὁδηγῶντας τὸν Μάμρα σὲ μιὰν αὐτονόητη ἀντίσταση, ποὺ —τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν— μπορεῖ —ἀνάλογα τὴν ὀπτικὴ γωνία— νὰ λάβει ἕναν ἀντι-ἀποικιακό, ἀντι-ἰμπεριαλιστικὸ χαρακτήρα. Φυσικά, ἡ Θαντέρα ἔχει καταστραφεῖ· οἱ Θάντερκατς δὲν ἔχουν μία βάση ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκκινεῖ τὸ κρατικό τους imperium, ὡστόσο ὁ Μάμρα δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σταθμίσει τὸ γεγονὸς αὐτό, ἐμμένοντας στὴν ἀλλαγὴ τοῦ παραδείγματος τοῦ ὑφιστάμενου κόσμου του. Ὅπως κι’ ἂν ἰδωθεῖ, ἡ σύγκρουση δὲν ἔχει μιὰν αὐτονόητη πολιτικὴ ὀπτικὴ γωνία. Ἡ ἀντίσταση τοῦ Μάμρα στὴν ἀπειλὴ τῶν Θάντερκατς συνιστᾶ νόμιμη αὐτοάμυνα, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ στοχεύει στὴν ἀπόλυτη κατίσχυση. Ἡ αὐτοάμυνα ἑπομένως γίνεται μιὰ βολικὴ ἀφορμὴ γιὰ ἕναν νέο ἐξουσιαστικὸ κύκλο ἀγώνων. Ἡ κυριαρχία τῶν Θάντερκατς ἔρχεται λοιπὸν νὰ τεθεῖ ἀντιμέτωπη μὲ τὴν
ὑπάρχουσα, ἀπειλούμενη καὶ ἀντεπιτιθέμενη κυριαρχία τοῦ φαινομενικὰ ἀμυνόμενου καὶ ἀδικημένου· ἀκόμα μία ἀπόδειξη τοῦ γεγονότος ὅτι μία κάποια ἱστορικὴ ἀδικία δὲν μετατρέπει αὐτόματα τὸ θῦμα σὲ δίκαιο πολιτικὸ ὑποκείμενο, ὁ καταπιεζόμενος γίνεται πολὺ εὔκολα καταπιεστὴς καὶ ἡ ἀντίσταση μπορεῖ κάλλιστα νὰ μεταλλαχθεῖ σὲ κυριαρχία ‒ ἢ ἔστω στὴν ἀξίωσή της.

Τούτου δοθέντος, ἡ σύγκρουση αὐτὴ ἀποκτᾶ πολλαπλὰ πολιτικὰ χαρακτηριστικά. Ἡ προφανὴς σύγκρουση ἐξουσίας συνοδεύεται ἀπὸ μιὰ σύγκρουση ἐδαφικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος αὐτὸς ἔλεγχος συνεπάγεται τὸν ἀνταγωνισμὸ τῆς διαχείρισης τῶν πόρων, πέρα ἀπὸ τὶς προφανεῖς κοινωνικὲς ἀλλὰ καὶ ἐξατομικευμένα ψυχογενεῖς ἀλλαγὲς ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ νέα διαλεκτικὴ σχέση. Ὁ Μάμρα, ὑπερασπιζόμενος τὸ δικό του Αncien Régime, καλεῖται νὰ διασώσει ὅ,τι μπορεῖ νὰ σωθεῖ, γι’ αὐτὸ καὶ συμμαχεῖ μὲ τὰ Μεταλλάγματα, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν δείχνει νὰ μοιράζεται τίποτα περισσότερο ἀπὸ τὸν κοινὸ ἐχθρό. Κάτι τέτοιο λίγο-πολὺ μᾶς διδάσκει κάθε μεγάλη ἐπανάσταση ἢ διαδικασία πολιτικῆς ἀλλαγῆς. Ἀπὸ τὴν 18ηη Μπρυμαὶρ μέχρι τὴ συμμαχία ΗΠΑ καὶ ΕΣΣΔ, κι’ ἀπὸ τὴ Βορειοατλαντικὴ Συμμαχία στὸ Σύμφωνο τῆς Βαρσοβίας. Πολὺ συχνά, οἱ σύμμαχοι εἶναι ἁπλῶς ἄσπονδοι ἐχθροὶ μὲ ἕναν κοινὸ στόχο. Ὅταν αὐτὸς τίθεται ὑπὸ ἔλεγχο, τότε ἀκολουθεῖ ἡ δεύτερη φάση τοῦ ξεκαθαρίσματος. Ὅπως καὶ νἄχει, ἡ Τρίτη Γῆ παύει νἆναι ἕνα ἁπλὸ σκηνικό. Γίνεται τὸ θέατρο τῶν ἐπιχειρήσεων, ἕνας χῶρος ἀμιγῶς πολιτικός· τὰ ἴδια τὰ κινούμενα σχέδια ἀποκλείοντας ὁτιδήποτε ἐκφεύγει τῆς καθαρῆς πολιτικῆς πλοκῆς ἀναπαριστοῦν ἕναν χῶρο, ὁ ὁποῖος ἀπεκδύεται τὴν ἄλλως φυσιολογικὴ καθημερινότητά του καὶ ἐνδύεται τὸ διαρκῶς ἐμπόλεμο χαράκωμα ἐντὸς τοῦ ὁποῖου συγκρούονται ὄχι μόνο δύο (ἢ καὶ περισσότερες) πολιτικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ δύο (κυρίως, ἐν προκειμένῳ) κόσμοι, πολιτισμοί, παραδείγματα, ποὺ τελικὰ ὑπερβαίνουν τὰ πρόσωπα τῶν σχεδιασμένων ἡρώων.

Περνῶντας σὲ ἕνα καθαρὰ συμβολικὸ ἐπίπεδο, ἡ μεταφυσικὴ διάσταση τοῦ Μάμρα δίνει πραγματικὸ ἐνδιαφέρον στὴν παρούσα ἀπόπειρα ἀνάγνωσης/προβολῆς/ἑρμηνείας. Κι’ αὐτὸ γιατὶ ὁ Μάμρα εἶναι μιὰ μούμια. Εἶναι νεκρός. «Ζεῖ» (θὰ ἐπανέλθουμε ἐδῶ) σὲ μιὰ σαρκοφάγο καὶ ἀναμένει τὴν κατάλληλη στιγμὴ ὥστε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ νέκρα (κι’ ὄχι ἀπὸ τὸν θάνατο) καὶ νὰ περάσει στὴ δράση (κι’ ὄχι στὴ ζωή). Βρίσκεται ἀνάμεσα στὶς δύο συμβατικὲς ἀκραῖες καταστάσεις τοῦ βίου (ζωή/θάνατο) χωρὶς ν’ ἀνήκει ἀπόλυτα σὲ καμία ἀπὸ τὶς δύο. Ἡ ἀρχαιότητά του, ἡ φθορὰ ποὺ ἀπεικονίζεται στὸν σχεδιασμό του, ἡ διαταραγμένη μνήμη του ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει μόνο νὰ ἀντιδρᾶ στοὺς Θάντερκατς, στὴν προδοσία ἀπὸ τὰ Μεταλλάγματα καὶ στὸ προσωπικό του κατοικίδιο, καθὼς ἐπίσης ἡ τελετουργική του μετάβαση στὴν ὕπαρξη, μαρτυροῦν ὅτι ἐδῶ δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕναν κοινὸ κακὸ τῶν κινουμένων σχεδίων, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐκπρόσωπο —κι’ ὄχι τὸ κατάλοιπο— μιᾶς παλαιότερης ἐποχῆς. Μάλιστα, ἡ δύναμή του —καὶ συνάμα ἡ ἐξουσία ποὺ φαίνεται νὰ ἀσκεῖ— δὲν ὑπάρχουν αὐθύπαρκτες. Ἀντιθέτως, ἐκπορεύονται ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, πνεύματα ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ παρελθὸν (γι’ αὐτὸ καὶ «Ἀρχαῖα») καὶ στὴν οὐσία νομιμοποιοῦν τρόπον τινὰ «δημοκρατικὰ» τὸν Μάμρα, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι ἡ κυριαρχία του δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συναίνεση τῶν ζώντων. Ἐπιχειρῶντας ἕνα ἐνδεχόμενο ἇλμα, ὁ Μάμρα ἀντλεῖ δύναμη καὶ νομιμοποιεῖται ἀπὸ μιὰν ὑπερφυσικὴ ἀρχαιότητα· οἱ περισσότερο φιλελεύθερα παρουσιαζόμενοι Θάντερκατς νομιμοποιοῦνται ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴ μικροκοινωνία, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ παρὸν μὲ στόχευση πρὸς τὸ μέλλον. Οἱ θεωρητικὲς συνάψεις γίνονται ὁλοένα καὶ πιὸ ξεκάθαρες. Οἱ δὲ ἀλληγορικὲς ἐξακτινώσεις στὸ παρόν μας, ὡστόσο, ἐμφανίζουν προβλήματα, ἀντίστοιχα μὲ τὶς γεωπολιτικὲς νομιμοποιήσεις καὶ τὶς παραδεδεγμένες ταυτότητες κρατικῶν καὶ πολιτειακῶν ὀντοτήτων σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Τουλάχιστον, στὴν Τρίτη Γῆ τὰ πράγματα φαίνονται περισσότερο ξεκάθαρα· ὅπου περιπλέκονται ἔστω, οἱ διασαφηνίσεις ἔρχονται νὰ δώσουν μιὰ κάπως σφαιρικότερη εἰκόνα. Στὴν Πρώτη, πάντως, —ἂν εἶναι Πρώτη— Γῆ ποὺ βρισκόμαστε ἐμεῖς, ἀρκούμαστε σὲ βολικὰ παυσίπονα.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπιστρέφοντας στὰ παραπάνω, ὁ Μάμρα, λοιπόν, μοιάζει νὰ κυβερνᾶ μέσα ἀπὸ ἕναν τάφο. Κάνοντας μιὰ γήινη ἀναγωγή, ἡ πολιτική του κατοικία εἶναι κυριολεκτικὰ ἕνας χῶρος νεκρῶν. Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ παρελθὸν κυριεύει καὶ καθορίζει τὴν ἐξουσία του, ἐνῶ ἡ κατάστασή του ἀνάμεσα στὴ νέκρα καὶ τὴ δράση ὑπογραμμίζει τὸ ἑξῆς λογικὸ παράδοξο: ὁ Μάμρα δὲν εἶναι ἕνας ζωντανὸς ἡγεμόνας ποὺ φοβᾶται τὸν θάνατο, ἀλλὰ ἕνας ἡμιζώντανος ἡγεμόνας μὲ ἐμφάνιση νεκροῦ ποὺ φοβᾶται τὴ λήθη. Κι’ ἡ ἀντίδρασή του αὐτὴ ἀπέναντι σὲ ὅ,τι τὸν ἀπειλεῖ, ἐνῶ τὸν ἐνεργοποιεῖ καὶ τὸν φέρνει στὴν κατάσταση τῆς δράσης, τελικὰ μ’ ἕναν ἀλλόκοτο τρόπο τὸν βυθίζει ὁλοένα καὶ περισσότερο στὸν θάνατο. Ἀπόδειξη αὐτοῦ, ἡ συνθηματική του μεταμόρφωση στὸν δρῶντα ἡγεμόνα (γιὰ τὴ συνθηματικότητα τῶν κινουμένων σχεδίων, βλ. παρακάτω), ὅπου βγαίνοντας ἀπὸ τὴ σαρκοφάγο, λέει: «Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μεταμορφῶστε αὐτὸ τὸ σάπιο κορμί στὸν Μάμρα τὸν Παντοτινό!». Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ νέα μορφή, ἄλλη ἀπὸ τὸν ἁπλὸ-Μάμρα. Κι’ ἂν στὰ ἑλληνικὰ οἱ συνάψεις γίνονται ὑπόρρητα μιᾶς καὶ ἡ παντοτινότητα παραπέμπει σὲ οἰκεῖες μεταφυσικὲς παραστάσεις, στὸ ἀγγλικὸ πρωτότυπο τὰ πράγματα γίνονται ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέροντα. Κι’ αὐτὸ γιατὶ ὁ Μάμρα μεταμορφούμενος αὐτοχαρακτηρίζεται «ever-living», «ἀείζωος», «αὐτὸς ποὺ (θὰ) ζεῖ γιὰ πάντα». Κι’ ὅμως, εἶναι νεκρός, παραμένει παγιδευμένος στὸν θάνατο, καὶ γιὰ νὰ δύναται νὰ εἶναι «ever-living» αὐτὸ προϋποθέτει τὸ νὰ εἶναι «ever-dead»! Ἡ παντοτινότητά του, ἑπομένως, δὲν συνεπάγεται τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο ἀλλὰ τὴν αἰώνια ἄρνησή του μέσω τῆς ἀνάγκης γιὰ δράση ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀπειλεῖ ὄχι τὴ ζωή του, ἀλλὰ… τὴ μακαριότητα ἑνὸς θανάτου ποὺ εἶναι ἐξίσου ἀνεπιθύμητος. Κι’ εἶναι ἀνεπιθύμητος ἐπειδὴ ἡ νέκρα συνεπάγεται τὴν πολιτικὴ νέκρα ποὺ καλεῖται νὰ ἀντισταθεῖ σ’ ἕνα νέο πολιτικὸ παράδειγμα· ἔτσι, ὁ Μάμρα ἀρνεῖται νὰ παραμείνει νεκρός, σὲ μιὰν ὕστατη προσπάθεια ἀνάστασης τοῦ πολιτικοῦ του στάτους.

Αὐτὸ τὸ πολιτικὸ στάτους, ἀκόμα κι’ ἂν λογίζεται ὡς ἀνελεύθερο ἢ αὐταρχικό, εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ὑπάρχει μὲ μιὰ σχέση ἴσης ἀμοιβαιότητας μὲ τὴν Τρίτη Γῆ. Πέραν τῆς ἠθικῆς του ἀποτίμησης, ἑπομένως, πρέπει νὰ ἰδωθεῖ ὡς ἕνα status quo ποὺ τίθεται ὑπὸ αἵρεση ἀπὸ ἕνα νέο status quo ποὺ ἐμφανίζεται ἀπὸ τοὺς συντελεστὲς τῆς σειρᾶς ὡς ἠθικὰ ἀνώτερο. Ἡ φιλελεύθερη ταυτότητα τῶν Θάντερκατς ἀπειλεῖ τὸν συντηρητισμὸ τοῦ Μάμρα, καὶ ἐσχάτως σκοπεύει στὴν ἀνατροπή του, δημιουργῶντας ἕνα δυτικὸ τετελεσμένο ποὺ σπάνια ἀναλύεται σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς σειρές ‒ κι’ ἐδῶ ἔρχεται ὁ ὑπόρρητος παιδαγωγικὸς ρόλος αὐτῶν τῶν κινουμένων σχεδίων. Ὅσο ἀνελεύθερο κι’ ἂν εἶναι ἕνα καθεστώς, ἡ βίαιη ἀνατροπή του ἀπὸ ἕνα νέο πολιτικὸ παράδειγμα ποὺ εὐαγγελίζεται μιὰν ἐλεύθερη κοινωνία νομιμοποιεῖ τόσο ἠθικὰ ὅσο καὶ νομικὰ τὴν τελευταία; Μήπως, δηλαδή, στὸ πρόσχημα τοῦ φιλελευθερισμοῦ προωθεῖται ἕνας ἀκόμη ὁλοκληρωτισμός;

Σὲ κάθε περίπτωση τὰ πράγματα περιπλέκονται ὁλοένα καὶ περισσότερο. Κάθε ἀλλαγὴ ὀπτικῆς γωνίας δικαιώνει τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη πλευρά, δημιουργῶντας ἔτσι μιὰν ἀρχαϊκὴ τραγικότητα. Εἰδικὰ δὲ στὴν περίπτωση τοῦ Μάμρα, μόνο μιὰν ἀμφίθυμη συμπάθεια μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν ἐνήλικο παρακολουθητή, γι’ αὐτὸν τὸν τόσο ἐνδιαφέροντα «κακὸ» μιᾶς σειρᾶς κινουμένων σχεδίων. Ἡ τοποθέτησή του ἀνάμεσα στὴ νομιμότητα τοῦ φόβου καὶ στὴν —ἠθικὴ— ἀδικία τῶν πράξεών του δημιουργοῦν ἕναν χαρακτήρα ποὺ ἐνσαρκώνει ὅλες τὶς ἀντιφάσεις τοῦ σύγχρονου ἀντιφιλελεύθερου ἢ μαρξιστικοῦ συντηρητισμοῦ. Ἀπέναντι στὸ ἠθικὸ πλεονέκτημα τοῦ κυριαρχικοῦ φιλελευθερισμοῦ τῶν Θάντερκατς ὑψώνεται τὸ τεῖχος τῆς ἄρνησης ἑνὸς κόσμου ποὺ ἔρχεται καὶ τῆς ὑπεράσπισης ἑνὸς κόσμου ποὺ —ἂν δὲν ἔχει πεθάνει— σίγουρα ὑποχωρεῖ. Ἡ πολιτικὴ ἀντιδραστικότητα τοῦ Μάμρα προκύπτει ἀπὸ τὴ μεταφυσική του νέκρα. Ἡ προσκόλληση στὸ παρελθόν, ἡ κατοίκηση τῆς σαρκοφάγου, ἡ ever-living καὶ παράλληλα ever-dead κατάστασή του, ὅλα μαζὶ ἀντιμάχονται ἕναν κόσμο ποὺ ὀνομάζει κακὸ ὅ,τι ἀρνεῖται τὴν ἑκάστοτε πρωτοπορία, τὸ ἑκάστοτε μέλλον, τὴν ἑκάστοτε ἐξέλιξη. Ὁ Μάμρα παραμένει κακός. Μεγαλώνοντας, ὅμως, ἀνακαλύπτουμε ὅτι τὸ κακὸ δὲν χρειάζεται νὰ κάνει λάθος σὲ ὅλα.

*

*

Κλείνοντας, ἔρχεται στὸ μυαλὸ ὁ συνθηματικὸς λόγος τῶν κινουμένων σχεδίων. Ἐνθυμούμενος κυρίως τὰ κινούμενα σχέδια τῆς δεκαετίας τοῦ ’90. δηλαδὴ κυρίως παραγωγὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 καὶ τῆς τότε σύγχρονης δεκαετίας, φέρνει κανεὶς στὸν νοῦ του ὅλα ἐκεῖνα τὰ συνθηματικοῦ τύπου μότο τῶν καλῶν ἢ τῶν κακῶν, ὅποτε οἱ πρῶτοι ἑτοίμαζαν τὴν ἐπίθεσή τους ἢ μεταμορφώνονταν (βλ. τὸν Λάϊονο μὲ τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν: «Θάντερ-, Θάντερ-, Θάντερ-, Θάντερκατς! Ὤ!» ἢ τοὺς Πάουερ Ρέιντζερς ἢ τὴν Σαίηλορ Μούν), ὅποτε οἱ δεύτεροι ἐμφανίζονταν (βλ. τὴν Ὁμάδα «Πύραυλος» ἀπὸ τὰ Πόκεμον: «Ὥρα γιὰ δράση / Τὸ κακὸ θὰ περάσει / Γιὰ τὴν προστασία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν καταστροφή / Γιὰ νὰ κυριαρχήσουμε σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ / Ἡ Τζέσυ κι’ ὁ Τζαίημς / Ἡ Ὁμάδα «Πύραυλος» γρήγορη σὰν ἀστραπή / Παραδοθεῖτε ἢ ἑτοιμαστεῖτε γιὰ μάχη») ἢ μεταμορφώνονταν ἢ ἡττώνταν πάντοτε προσωρινά.

Στοὺς Θάντερκατς, ὁ κακὸς γιὰ τὸ ἀνήλικο κοινὸ Μάμρα ποὺ εἴδαμε ὅτι πρεσβεύει μιὰ ἀντιδραστικὴ/συντηρητικὴ ἀντίληψη τῶν πραγμάτων, ὅποτε ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του προκειμένου νὰ μεταμορφωθεῖ, ἐπαναλάμβανε κάθε φορὰ τὸ γνωστό του τελετουργικὸ σύνθημα: «Ὅσο ζεῖ τὸ κακό, ὁ Μάμρα ζεῖ. Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μεταμορφῶστε αὐτὸ τὸ σάπιο κορμὶ στὸν Μάμρα, τὸν Παντοτινό». Ἡ οἰκονομία τῶν κινουμένων σχεδίων τὸν ἤθελε πάντοτε νὰ κατισχύει παροδικὰ ἐναντίον τῶν Θάντερκατς, ὡστόσο στὸ τέλος πάντοτε ἔχανε. Ἡ ἧττα του ὅμως δὲν συνεπαγόταν ποτὲ τὸν θάνατό του. Ἄλλωστε, νεκρὸς ὤν, πῶς θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ πεθάνει; Κάθε φορά, ἑπομένως, ἐπιστρέφοντας στὴν πυραμίδα μέσα στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ σαρκοφάγος του, καὶ λίγο ἀφότου ἡ πλάκα τοῦ τύμβου ἔκλεινε ἀπὸ πάνω του, ὁ Μάμρα ψέλλιζε ἀπειλητικά: «Θὰ ὑπάρξει ἑπόμενη φορά». Σκληρὴ συνειδητοποίηση γιὰ τοὺς Θάντερκατς, ἰσχνὴ χαραμάδα ἐλπίδας γιὰ τὸν ἴδιο. Ἡ ἀνάγνωση δύσκολη, ἡ μάχη γιὰ τὴν Τρίτη Γῆ, ὅμως, παντοτινή.

*

*