Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!»

«Α, ωραία! Και τώρα τίποτα κάνουμε, γιατί δεν τα κονομάμε τότε;»

«Γιατί τώρα δεν δουλεύει άλλος για μας, μετά όμως θα δουλεύει».

«Και ποιος θα δουλεύει να τα κονομάμε εμείς, ρε Πάνο;»

«Ο Θεός!»

«Ποιος;»

«Ο Θεός! Ή μάλλον… η Παναγία!»

Ο Χρήστος πίεσε τ’ αποτσίγαρο στο τασάκι, λες κι έσβηνε την τελευταία ελπίδα του, κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί. Αρκετά κράτησε η πλάκα!

Ο Παναγιώτης τον γράπωσε απ’ το πέτο και τον κάρφωσε στην καρέκλα.

«Άκου τι θα γίνει, ρε μάγκα…»

*

Πρώτη το είδε η εκκλησάρισσα και σταυροκοπήθηκε, μπήγοντας τις φωνές. Μετά δυο-τρεις γριούλες που προσήλθαν στον εσπερινό. Κατόπιν βούιξε η γειτονιά: «Η Παναγιά δακρύζει! Η Παναγιά δακρύζει…»

Πράγματι, κι απ’ τα δύο μάτια της εικόνας έτρεχαν ρυάκια και το ξύλο έλαμπε.

Το ’γραψαν κι οι εφημερίδες: «Τα δάκρυα της Παρθένου», «Το θαύμα της Μεγαλόχαρης», «Η Παναγία που κλαίει», «Η πίστη μας είναι ζωντανή» και άλλα παρόμοια.

Ουρά ο κόσμος. Πατείς με, πατώ σε. Τίγκα στην χαρτούρα το παγκάρι. Τρεις φορές την μέρα το άδειαζε ο παπάς κι εκείνο ξαναγέμιζε. Το βράδυ γίνονταν η μοιρασιά: τόσα η εκκλησία και τόσα ο ιδιοκτήτης – ο Παναγιώτης, ντε! Βόηθαγε στο μέτρημα κι ο Χρήστος, με μάτι που γυάλιζε σαν λίρα νιόκοπη.

Ο παπάς στραβομουτσούνιαζε.

«Ε, όχι και μισά-μισά! Η εκκλησά έχει έξοδα: κεριά, λιβάνια, πρόσφορα, εκκλησάρισσα, ψάλτη» (κι ο παπάς είχε γιο που σπούδαζε στην Αγγλία).

Ο Παναγιώτης τον αγριοκοίταζε και το πράγμα σταμάταγε εκεί.

Τα κολλητάρια βυθίστηκαν στις ακολασίες: γυναίκες, ξενύχτια, μπαρμπούτια, καζίνα. Το χρήμα έρεε απ’ τα μπατζάκια τους.

Μια νύχτα… Ποια νύχτα; Ένα χάραμα που γύρισε ο Παναγιώτης στο σπίτι, βρήκε την γυναίκα του στο κρεβάτι, με το κεφάλι στα μαξιλάρια. Οι ώμοι της ανεβοκατέβαιναν σαν βαρκούλες ανάστροφες απ’ την θαλασσοταραχή.

«Τι έχεις, μωρή; Ζήλειες, πανάθεμά σε; Θ’ αρχίσεις πάλι τον εξάψαλμο;»

Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε κατάματα. Λουσμένη στα δάκρυα, έμοιαζε τώρα με την Παναγία που κλαίει.

Ο Παναγιώτης ανατρίχιασε στο αντίκρισμά της και βλαστήμησε για να πάρει κουράγιο.

Εκείνη αντιπαρήλθε την βλαστήμια και είπε απλά:

«Το παιδί έχει καρκίνο!»

Ο Παναγιώτης κέρωσε.

«Τι… τι είπες;» ψέλλισε.

«Είχε πονοκέφαλο, όλο αυτό τον καιρό που εσύ κοσεύεις με τις σουρλουλούδες και σκορπάς τα λεφτά μας σαν μαρουλόφυλλα! Το πήγα στο γιατρό. Οι εξετάσεις έδειξαν όγκο στον εγκέφαλο. Χρειάζεται εγχείρηση. Λίγες πιθανότητες έχει να ζήσει. Κι είναι μόλις τριών χρονών…»

Η γυναίκα έβαλε πάλι τα κλάματα. Κι αυτός για πρώτη φορά την αγκάλιασε με στοργή και της μίλησε τρυφερά:

«Μην στενοχωριέσαι, Μαρία! Λεφτά έχουμε, θα πάμε στους καλύτερους γιατρούς. Θα γίνει καλά, θα δεις!» Κι έριξε ένα βλέμμα στο παιδί, που κοιμόνταν αμέριμνο σαν αρνάκι, ανίδεο για την σφαγή που το περίμενε.

Ο προθάλαμος αναμονής στην κόλαση δεν θα είχε περισσότερο άγχος απ’ όσο είχαν οι εβδομάδες που ακολούθησαν.

Έγιναν συμπληρωματικές εξετάσεις και κλείστηκε ημερομηνία για την εγχείρηση σε ιδιωτικό κέντρο. Μια νύχτα όμως, η Μαρία είδε στον ύπνο της την Παρθένο δακρυρροούσα να κρατάει, αντί τον Χριστό στην αγκαλιά, το άρρωστο παιδί της. Κι εκείνο έσφιγγε στα χέρια του, σαν παιχνίδι, ένα μαύρο καβούρι.

Την άλλη μέρα, ο Παναγιώτης, αντίκρισε το παράδοξο με τα μάτια του: την γυναίκα του με το μωρό να γονατίζει μπροστά στην εικόνα που δακρύζει και να προσεύχεται υπέρ υγείας. Δεν άντεξε το θέαμα και βγήκε στο προαύλιο της εκκλησίας να κάνει τσιγάρο. Όταν έλειωσε την γόπα κάτω απ’ το πόδι του κι ο αέρας εξακολουθητικά τον έπνιγε, πήγε στο καφενείο να συναντήσει τον Χρήστο.

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι και είπε:

«Αν υπάρχει Θεός, την βάψαμε…»

«Εγώ την έβαψα ήδη!» απάντησε ο Παναγιώτης. «Το παιδί μου έχει καρκίνο κι η γυναίκα μου προσεύχεται στην Παναγία, που δακρύζει με τα σωληνάκια που της βάλαμε για να τα κονομήσουμε. Τώρα τα λεφτά θα τα φάνε οι γιατροί. Και το μωρό στην καλύτερη περίπτωση θα μείνει βλαμμένο».

Ο Παναγιώτης γύρισε αργά την νύχτα. Στο σπίτι είχαν κοιμηθεί. Όταν ξύπνησε δεν βρήκε κανέναν, μόνον ένα σημείωμα στην πόρτα του ψυγείου: «Πάω στο Ιατρικό Κέντρο για τις τελευταίες εξετάσεις πριν την επέμβαση».

Φόρεσε το σακάκι του και βγήκε στον δρόμο. Πέρασε απ’ το καφενείο. Ο Χρήστος έλειπε. Πήγε στην εκκλησία. Ο παπάς τον πλεύρισε για τα ποσοστά των προσκυνημάτων. Ο Παναγιώτης τον κοίταξε αγριότερα κι απ’ όσο τους κοίταζε ο Βαπτιστής απ’ το τέμπλο, μα μίλησε μαλακότερα κι απ’ τον Ιησού στο «Τετέλεσται»:

«Από δω και πέρα, θα τα παίρνεις όλα εσύ – δεν θέλω μία!» Και βγήκε παραπατώντας, αφήνοντας τον παπά μαλάκα!

Στο σπίτι τον περίμενε η Μαρία κλαμένη, σαν την εικόνα που ψευτοδάκρυζε, μα και τα δικά της δάκρυα δεν ήταν αληθινά τώρα.

«Το παιδί, Παναγιώτη, το παιδί…» φώναξε μόλις τον είδε.

«Τι; Τι έπαθε;» μουρμούρισε αυτός.

Χύμηξε στην αγκαλιά του και σπάραζε εκείνη.

Ο Παναγιώτης πάνιασε.

«Πέ… πέθανε;» κατάφερε να ψελλίσει.

«Ζει! Ζει και βασιλεύει – μεγάλη η χάρη της!»

«Ποια χάρη της, μωρή, ποια χάρη;»

«Η Παναγία η Δακρυρροούσα, Παναγιώτη, μας λυπήθηκε κι έκαμε το θαύμα της!»

«Ποιο… ποιο θαύμα;»

«Οι εξετάσεις…»

«Οι εξετάσεις, τι;…»

«Δεν έδειξαν τίποτα! Ο όγκος εξαφανίστηκε!»

Ο Παναγιώτης ένιωσε την γη από πλαστελίνη κάτω απ’ τα πόδια του κι άρχισε να βυθίζεται, σαν δεντράκι που το φυτεύουν σε λάκκο, σαν φέρετρο που το κατεβάζουν στο μνήμα.

Σωριάστηκε στο δάπεδο κι έπιασε με τα χέρια του το κεφάλι.

«Πάει, θα τρελαθώ! Θα μου στρίψει…»

«Ναι, Παναγιώτη μου, κι εμένα θα μου στρίψει, απ’ την χαρά μου!» έλεγε εκείνη.

Βγήκαν αγκαλιασμένοι στην αυλή, χορεύοντας και φωνάζοντας:

«Θαύμα, θαύμα! Η Παναγία έκαμε το θαύμα της!»

Η γειτόνισσα, που είχε στήσει αυτί, άκουσε την στιχομυθία κι άρχισε να σταυροκοπιέται, φωνάζοντας κι αυτή:

«Θαύμα! Θαύμα!»

Οι φωνές πλήθυναν, έγιναν βουή, που συντάραξε την γειτονιά κι απλώθηκε μέχρι την πλατεία. Ορδές –μαζί τους η Μαρία, το μωρό και ο Παναγιώτης– συνέρρεαν στην εκκλησία, ο ένας ποδοπατούσε τον άλλον, δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Το παγκάρι γέμισε, το προσκυνητάρι ξεχείλισε, χύνονταν τα λεφτά στο δάπεδο. Ο παπάς τα μάζευε με το καλάθι απ’ τα βάγια. Το καλάθι γέμιζε. Το άδειαζε στην κολυμπήθρα και ξαναγέμιζε…

Και ξαφνικά, όλοι πάγωσαν!

Το ξύλο της εικόνας στέγνωσε, τα δάκρυα της Παναγίας στέρεψαν. Κι έμειναν τα χέρια μετέωρα, με τα χαρτομάντηλα και τα μπαμπάκια ολόστεγνα.

Κάποιος είπε:

«Κάνουμε σαν κανίβαλοι! Η Παναγία θύμωσε! Καλύτερα να την αφήσουμε να ξεκουραστεί. Κουράζονται κι οι εικόνες, αμή!»

Σιγά-σιγά  η εκκλησιά άδειασε. Έμειναν μόνον ο Παναγιώτης, η γυναίκα του με το μωρό κι ο παπάς.

     Και τότε, τα δάκρυα ξανάρχισαν. Όχι όπως πριν, αλλά σχεδόν πετάγονταν πάνω τους, λες και κάποιος τους πιτσίλιζε με αόρατο νεροπίστολο. Κατόπιν σταμάτησαν απότομα, σαν να τέλειωσε το νερό. Μετά έτρεξαν λίγο, διακεκομμένα, όπως βήχει μια σωλήνα γεμάτη αέρα, κι ύστερα στέρεψαν.

Ο παπάς κοίταξε πίσω απ’ την εικόνα και κούνησε περίλυπος το κεφάλι του.

«Πάει, χάλασε…» ψέλλισε.

«Χάλασε; Τι χάλασε;» ρώτησε, με γουρλωμένα μάτια, η γυναίκα τον άντρα της.

Ο Παναγιώτης κινήθηκε σαν νευρόσπαστο προς την εικόνα. Κάτι μαστόρεψε από πίσω: αφαίρεσε ένα κομμάτι ξύλου, ξεκόλλησε μια ταινία και απέσπασε τον μηχανισμό.

«Να, αυτό χάλασε!» είπε. Και πέταξε το μαραφέτι στα πόδια της.

Η γυναίκα σωριάστηκε σ’ ένα στασίδι κι έκλαιγε γοερά, σφίγγοντας το παιδί στην αγκαλιά της, λες και αόρατα χέρια απλώθηκαν να της το πάρουν.

«Τώρα κλάψε όσο θες!» μουρμούρισε ο Παναγιώτης. «Κλάψε κι εσύ, παπά, τέρμα τα δίφραγκα!»

Η γυναίκα σηκώθηκε. Πλησίασε την εικόνα και την ασπάστηκε με κατάνυξη. Ύστερα γύρισε στους άλλους δύο και είπε:

«Τα δάκρυα ήταν ψεύτικα, το θαύμα όμως είναι αληθινό! Αλίμονό σας, δύστυχοι, μ’ αυτό που κάνατε! Η Παναγία σας συγχώρεσε ήδη, μ’ από μόνοι σας δεν πρόκειται να συγχωρεθείτε ποτέ!»

Και κίνησε να βγει απ’ την εκκλησία. Τότε το μωρό, που κοιμόνταν αμέριμνο, ξύπνησε απότομα κι άρχισε να γελάει, σηκώνοντας τα χεράκια του στον αέρα, λες και βρίσκονταν εκεί άλλα χέρια κι απλώθηκαν για να το πιάσουν…

*

Την ιστορία μού την διηγήθηκε μια φίλη. Αναρωτιέμαι αν τα ονόματα είναι αληθινά. Του Παναγιώτη πρέπει να ’ναι, μιας κι ο πατέρας του, όπως είπαμε και στην αρχή, είχε φτιάξει το εκκλησάκι στην Παναγία κι έβγαλε και τον ίδιο με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Το όνομα της γυναίκας του, Μαρία, που παραπέμπει στην Παναγία, ίσως είναι ψεύτικο. Το όνομα του φίλου του, Χρήστος, που παραπέμπει στον Χριστό, κάπως τραβηγμένο μού φαίνεται.

Ας δεχτούμε πως τα ονόματα είναι ψεύτικα. Η ιστορία όμως είναι αληθινή ή επινοήθηκε για να καταγραφεί σ’ ένα χριστιανικό έντυπο, για παράδειγμα, απ’ το οποίο το διάβασε κάποιος και το διηγήθηκε σαν αληθινό περιστατικό στην φίλη μου;

Τρέχα γύρευε ποια είναι η αλήθεια. Τρέχα γύρευε κι αν εγώ λέω την αλήθεια…

Κι η λογοτεχνία, καμιά φορά, σαν εικόνα με ψεύτικα δάκρυα. Το θαύμα, όμως, αν υπάρξει –η αυτούσια συγκίνηση του αναγνώστη– είναι πάντοτε αληθινό.

Όσο για τους συγγραφείς; Αλίμονό μας, οι δύστυχοι, μ’ αυτό που κάνουμε! Η Λογοτεχνία μας συγχώρεσε ήδη, μ’ από μόνοι μας δεν πρόκειται να συγχωρεθούμε ποτέ!

Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου, Στο όνομα του ελληνικού λαού, 2026

*

*