σύγχρονη ελληνική ποίηση

Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου, Τρία ποιήματα

*

Αξονική βιογραφία

Νιώθω λιγάκι σαν τον Όμηρο:
κανείς δεν ξέρει πότε υπήρξα
κι είναι ομιχλώδη τα στοιχεία καταγωγής μου.

Α! κι αδελφός του Αισχύλου αισθάνομαι
γιατί ως Κυναίγειρος
κυνήγησα με λύσσα τα όσα έφευγαν μακριά μου.

Ίδια απαράλλαχτα σαν το Σωκράτη
ένιωσα δέος απόλυτο για κάθε Διοτίμα
που ωστόσο αγνόησε όσα επινόησα για ελόγου της.

Φίλος καρδιακός του θεϊκού Αλέξανδρου,
ήμουν κι εγώ ένα κομμάτι από το είναι του,
και πάνω στο μεθύσι του με σκότωσε.

Έχω σπουδαία ιστορία, μα δεν ξέρω το ποιος είμαι.
Ίσκιος υπήρξα, παρατρεχάμενος της λάμψης,
πλάτη γυρισμένη μέσα στου Πλάτωνα το σπήλαιο.

[23.07.2022]

(περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Η φτώχεια

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

 

H ΦΤΩΧΕΙΑ

Η φτώχεια με τραβάει προς τη λύτρωση.

«Σου φτάνει» λέει «ένα μικρό καλύβι στο βουνό
ή πιο σωστά να κατοικείς σε μια κουφάλα δέντρου.

Από βιβλία σου φτάνουνε ποιήματα
και παραμύθια.

Κ’ ίσως ούτε κι αυτά.

Σου πάει πιο καλά μια εντελώς
άδεια βιβλιοθήκη.

Αν και το τέλειο θα ήτανε τα ξύλα της
να επιστρέψουν το ταχύτερο στο δάσος».

Πηγή: Οι μεταμορφώσεις του μηδενός, Οδός Πανός, 2022

*

Ένα βιβλίο-«τρόπαιο» για/εις το διηνεκές

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Βασίλη Αμανατίδη, ∞: αποκατάσταση, Νεφέλη, 2022

Με την ∞: αποκατάσταση, ο Βασίλης Αμανατίδης μάς δίνει ένα από τα πλέον πυκνά και προσωπικά του έργα,[i] γεγονός που φανερώνεται ήδη από το εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο κοσμεί ένα παιδικό γκρο πλαν του συγγραφέα. Στην ∞: αποκατάσταση μητέρα και γιος βρίσκονται σε έναν συνεχή εκφωνημένο ή μη διά-λογο, ο οποίος συνιστά έναν αγώνα πολυερμηνευόμενης αποκατάστασης: της μητέρας από την ασθένεια και του γιου από το τραύμα, των σχέσεων του ποιητή με τη μητέρα/ποιήτρια (αποφεύγεται εν προκειμένω ο όρος «ποιητικό υποκείμενο», ένεκα της συνειδητής «αυτοβιογραφικής» λειτουργίας του κειμένου αλλά και της ιδιότητας του «ποιητικού υποκειμένου»: ποιητής), της αποκατάστασης από μια καινούργια και ασθενή κατάσταση υγείας και για τους δύο φέροντες λόγο (δεδηλωμένη της μητέρας, υπονοούμενη του γιου) (σ. 22). Με άλλα λόγια, ασθένεια, απώλεια, αποδοχή, συμφιλίωση: μια αναπόφευκτη διαδρομή αποκατάστασης εαυτού και μια συνεχής πορεία προς όποια πρόοδο· θεραπείας ή έργου ζωής (μεταφορικά και κυριολεκτικά). Όπως δεικνύει και ο πολυσήμαντος τίτλος, πρόκειται για ένα έργο εξ υπαρχής υβριδικό, ένα έργο εν προόδω: και εν εξελίξει και εν όλω, και γραπτό και παραστατικό, και δικό του και δικό της (μητέρας-ποιήτριας-θεάς).

(περισσότερα…)

Ποιητής του παρόντος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ντίνος Σιώτης, Σχεδόν αύριο, Καστανιώτης, 2022
Ασύλληπτες αναζωπυρώσεις (Σχόλιο για το χρονικό
μιας άλλης φωτιάς), Κοινωνία των (δε)κάτων, 2021

Ποιητής του παρόντος ο Ντίνος Σιώτης, με τα τελευταία του βιβλία, ανταποκρίνεται εν θερμώ στα οικεία κακά της ελληνικής κι όχι μόνο κοινωνίας: στη χαυνωτική απάθειά της μπροστά σε ακόμα μια φυσική καταστροφή με αφορμή τις φωτιές του ’21, αφενός και στην χαοτική απορρύθμιση ενός συνεκτικού για τη ζωή αφηγήματος, με αφορμή τις σύγχρονες κοινωνικές εξαλλαγές, αφετέρου. Για το Σχεδόν αύριο γράφει στο προλογικό σημείωμα: «Το ποίημα αυτό δεν είναι ένα αλλά πολλά, είναι μια σύνθεση-κολάζ ποιημάτων και ό,τι τα συνδέει: η ασκητική ζωή στο Αιγαίο, ο κορωνοϊός, οι αποχαιρετισμοί, η νεωτερική νοσταλγία, η απώλεια, οι εγκλεισμοί, η πλανητική ταραχή, η κλιματική κρίση, η σαστισμάρα των αρχών, οι αυθαίρετες ηγεσίες, η αυταρχική εξουσία, η επιταχυνόμενες κοινωνικές ανισότητες, η προσπάθεια των ΜΜΕ να πείσουν τον κόσμο ότι η μετριότητα είναι τονωτική, η ιδέα ότι η κατασταλτική δημοκρατία είναι κουλ, η αρπακτικότητα των αστών και η ανυπομονησία των μικροαστών να γίνουν αστοί». Ο τρόπος να χωρέσουν όλα αυτά τα ανήσυχα υλικά της πραγματικότητας είναι η σουρεαλιστική ελαφρότητα που του επιτρέπει μια ποιητική υπερπτήση σε τόπους, χρόνους, ανθρώπους, καταστάσεις που εκρήγνυνται στο μυαλό σε ένα καυτό ρευστό, μ’ όλη την ελευθερία και, συχνά, την ευκολία που αυτή επιτρέπει: (περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Laissez-faire, laissez passer

Στις οθόνες ανδρείκελα
αναγγέλλουν προτάγματα
Προελαύνει το μέλλον
στου πολέμου τα τύμπανα
στων φτωχών τον ανήλιαγο χρόνο
Εφορμούν εκστρατείες
ανεμίζουν συνθήματα
ξεδιπλώνονται σβάστικες
Διακινούνται κεφάλαια
συμψηφίζουν ναυάγια
στου Αιγαίου τα κάτεργα
Καταυλίζονται ανώνυμοι
αποφαίνονται επώνυμοι
συνωθούνται ακόλουθοι
Σ’ ερμηνεύουν τα δίκτυα
Διατιμώνται τα βήματα
που μπορείς να διανύσεις
απ’ τα πλήκτρα
ως τη σκέψη σου (περισσότερα…)

Γιάννης Βαρβέρης, Γράμμα πριν απ’ την κούρσα στον Μπεν Χουρ

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

«Μπεν Χουρ
τώρα που πια η πληβεία σου ρώμη
σηκώθηκε να μετρηθεί μαζί μας
κι απόψε έχουν για μας τους δυο
κάτω στο Δέλτα όλα τα φώτα ανάψει
εμένα μ’ εμψυχώνει εκεί στο πάντοκ
μια κουρασμένη από ηδονές ακολουθία
μ’ αρώματα με ραίνει και μ’ ευχές
εκ των προτέρων βέβαιη για τη νίκη.
Μπεν Χουρ
οι μύες του αλόγου σου κι οι φλέβες
που τώρα μου ραβδίζουνε το νου
μου αρκούν για τιμωρία.
Τώρα που εσύ με τους λαϊκούς μέσα στους στάβλους
χτενίζετε τις δροσερές σας χαίτες
πώς θα ‘θελα κι εγώ οπαδός σου να ‘μαι
μαζί να μοιραστούμε τη δική σου νίκη
κι αν ίσως μας χρειαζόταν ραδιουργία
εγώ πρώτος εγώ
βαρύ νερό τ’ άλογα του Μεσσάλα να ποτίσω
εγώ και να δωροδοκήσω το σταβλίτη
εγώ να εξαγοράσω τους ελλανοδίκες.
Όμως Μπεν Χουρ
οι δυο μας πριν βρεθούμε στην εκκίνηση
ισότιμοι για το ηλίθιο πλήθος που αλαλάζει
μόνον αυτός ο λίγος χρόνος μένει που σου γράφω
για να σου πω για τη γενναία ψυχή σου
για να σου πω πως ίσως θα μπορούσες
αν όχι να νικήσεις μ’ ένα φίνις
βιτσίζοντας τρελά μπρος απ’ το νήμα
αν όχι να βραδυνεις στην αρχή
χαρίζοντάς μου μια πλαστή πρωτοπορία
τουλάχιστον δήθεν τυχαία
να τρίψεις μια στιγμή
επάνω στον τροχό μου
τον τροχό σου
το άρμα να κουτσαθεί ν’ ανατραπώ
να τσακιστώ στο χώμα.
Ικέτης σου λοιπόν τί σου ζητώ
μια σύμπτωση αναπότρεπτη μια ευπρόσωπη ήττα
μέσα στη δόξα που ήδη πια σε στεφανώνει
λυπήσου Μπεν έναν πατρίκιο, εσύ
εσύ που μόνο το μπορείς
σ’ ευχαριστώ
πιστός στη βέβαιη νίκη σου, Μεσσάλας».

Ο θάνατος το στρώνει, 1986

*

 

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Καντάτα γιὰ ἕναν μύθο

*

ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ

Δὲν ξέρω πῶς ξεκίνησα νὰ πέφτω
πῶς ἄρχισε ὅλο αὐτὸ δὲν τὸ θυμᾶμαι
τὴ μιὰ στιγμὴ ἀνέβαινα τὴν ἄλλη
χωρὶς νὰ ξαφνιαστῶ ἢ ν’ ἀναρριγήσω
βρέθηκα νὰ γλιστράω πρὸς τὸ κενό
Γιατὶ ὣς τότε ἀνέβαινα Ἀκόμη
νιώθω στὰ μάγουλά μου τὴν ἀνάσα
ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ ἥλιου τῶν ἀνέμων
τὸ ρίπισμα στὸ μέτωπο Ὁ ἀέρας
στὰ ὕψη ἐκεῖ λὲς πὼς δὲν ἔχει σῶμα
ὅσο ἀνεβαίνεις τόσο καὶ ἀραιώνει
διαστέλλεται διογκώνεται στὸ στῆθος
σ’ ἁρπάζει σὰν ἀνάλαφρη εὐφορία
τὶς φλέβες σου ποτίζει ἀργὰ σὰν μέθη
σὲ πείθει πὼς ἀλήθεια ἔχεις φτερά (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ίσως έρθω ένα βράδυ…

*

ΙΣΩΣ ΕΡΘΩ ΕΝ ΒΡΑΔΥ…

Ίσως έρθω ένα βράδυ
σαν άλογο στιλπνό
ή σ’ όνειρο
ντυμένη στα λευκά
κάπου στον ύπνο
ίσως σε πιάσω

Κι αν με περίμενες
αν δεν έχεις κοιμηθεί
αν μυστικά στο στήθος σου μπορούσες να κρατήσεις
την καρδιά μου θα δεχτώ να σταματήσω
στα χείλη σου

Ίσως έρθω ένα βράδυ
ξαφνικά
σαν δέηση νυχτερινή
και σαν βαθύ σελάγισμα
μια άσκοπη φωτοχυσία
σ’ αντικρινό γιαλό
φωτιάς λαμπάδα (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, Μικρά χωνάκια μωβ

*

*

ΜΙΚΡΑ ΧΩΝΑΚΙΑ ΜΩΒ
( 1971 )

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία
μπλεγμένα με κισσούς
κι άστρα της Ανδρομέδας
στα πράσινα καφασωτά
και τις αγριελιές
καθώς η θάλασσα βροντούσε
πολύ μακριά και πέρα
κι ήτανε σούρουπο ή βράδυ
κάπου μετά το Φάληρο
ή κάπου αλλού,
πιο απόκοσμα –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία –
και πέτρωνε ο καιρός
όταν ανίδεος κι αθώος
δεν ήθελες παρά το πέρασμα
στο πουθενά
και συνωστίζονταν πλήθη από σκιάχτρα
ζωντανά που περπατούσαν
κι από βαγόνια που το καθένα τους
το ’λεγαν «Πόθο»
στα περιθώρια της πόλης
γεμάτα σιδερένια τραπεζάκια
και πεζοδρόμια
όπου μυρίζανε ανθοπωλείο
θεότρελα τα συντριβάνια –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία–
σε νεοκλασικά ξενοδοχεία
βασίλεια της κατσαρίδας
που σαν στόλισμα ανάγλυφο
των Φαραώ ή σπιτικός σκαραβαίος
καθότανε υπέρκομψη
στου τραπεζιού το μάρμαρο
όπου κάποτε ακούμπησε ίσως
κάποια ασπρόμαυρη ντίβα
και μίλησε επιτέλους καθημερινά
λίγο μετά την καθαρευουσιάνικη,
σαν ουρά παγωνιού, γλώσσα
της «Φαύστας» – (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τρία ποιήματα για τη φιλία, την αγάπη και την πίστη

*

Σε μια φίλη

Ο πλάνητας αποζητά μια φίλη
κι όταν τη βρίσκει μέσα στον χειμώνα
ευγνώμων στην εστία της στεγνώνει
τα απεριποίητα μαλλιά του. Κοίτα:

είναι άνοιξη κι οι στίχοι δεν αξίζουν
παρά σαν μια κατάφαση γενναία.
Μια φλέβα από ζωή, μα οι μήνες τρέχουν
και κάποτε οι θνητοί φυλλορροούμε.

Στην αύρα σου με δρόσισε για λίγο
μια αθάνατη ψευδαίσθηση – τι τρέλα
αλήθεια για τις λογικές ψυχές μας.

~.~ (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του ήλιου

*

1. Ήλιε υπάρχεις

Την ύπαρξή σου είχα ξεχάσει
Σ’ αυτή την χώρα του βορρά
Ήλιε, το φως σου είχα χάσει
Ήταν οι μέρες μου μια επανάληψη μουντή
Ενός ατέλειωτου χειμώνα
Με τις ειδήσεις της πανδημίας
Και του πολέμου της Ουκρανίας
*
Ήλιε, σε βρίσκω σήμερα ξανά
Υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω
Βγαίνει ο κόσμος στα μπαλκόνια
Νέοι και γέροι στα πεζοδρόμια
Απολαμβάνουν τις λαμπρές ημέρες
Και την ζωή σαν θείο δώρο
*
Ήλιε, υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω (περισσότερα…)