Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης:

Οι σταγόνες του αίματος, τόσου αίματος, αρνούνται το ερώτημα: τις πταίει; Τα μαντήλια ριγούν.[533]

Εδώ, βέβαια, που βρίσκομαι εγώ, να συγχωρέσω δεν είναι τίποτα δύσκολο, ούτε έχει καμιά σημασία. Καθώς το σκοτάδι πυκνώνει, και το κείμενο αυτό παραμένει αδύνατο, το μόνο που με απασχολεί είναι η μετάνοια, προπαντός η δική μου: συγχωρέστε με. Δίχως μετάνοια, δεν γίνεται τίποτα· ούτε αφήγηση, ούτε ζωή· ούτε, κυρίως, η ζωή ως αφήγηση.[534]

Από έναν άλλο τύμβο περνώντας, αυτόν της Μακεδονίτισσας, η Ασημίνα, η Μίνα του, αρρωσταίνει και σήμερα. Τη βαραίνει η τραγωδία ενός ολόκληρου λαού· του σύμπαντος κόσμου.[535]

Ο μέχρι σήμερα πολιτικός διχασμός και εγγενώς το πάθος του λαού της Κύπρου εξαιτίας της χουντικής συνωμοσίας, της εγκληματικής δράσης της ΕΟΚΑ Β΄ και της επιμελούς αδράνειας των μεταπολιτευτικών ελλαδικών κυβερνήσεων δημιουργεί γύρω από το πρόσωπο του Νίκου Σαμψών και όσων έλαβαν μέρος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο Πραξικόπημα έναν κατηγορηματικό και ανυποχώρητο –σε κάθε περίπτωση καθόλου αδικαιολόγητο– ηθικό εξοστρακισμό, κατά τρόπο που η πραγμάτευση του Μαργαρίτη να απορρίπτεται ενίοτε εκ προοιμίου ή και να θεωρείται ανενημέρωτα ως εγχείρημα αναθεωρητισμού και απαλλαγής των πραξικοπηματιών από τις βαρύτατες ιστορικές ευθύνες τους.

Σε μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσαν να τύχουν επιλεκτικής επίκλησης πολλές από τις ψύχραιμες και ιστορικά έγκυρες κρίσεις του συγγραφέα γύρω από το πρόσωπο του Νίκου Σαμψών, που αφορούν κυρίως στην αποτίμηση του προσώπου εντός του αντιαποικιακού πλαισίου στο οποίο έδρασε, ομολογουμένως, με αυταπάρνηση. Ο Μαργαρίτης προσμετρά στα ανδραγαθήματα του ήρωα τον βάναυσο βασανισμό του από τις αγγλικές δυνάμεις, επευφημώντας τη στάση του απέναντι στους δημίους της χώρας του:

Οι Βρετανοί δήμιοι τον έκαψαν με πυρακτωμένο σίδερο, του έβγαλαν νύχια και δόντια και τον υπέβαλαν σε τεχνητό πνιγμό. Όταν τον ρώτησαν για τους νεκρούς πράκτορες, ο Νίκος απάντησε: «Εγώ τους σκότωσα και λυπούμαι που δεν μπόρεσα να σκοτώσω κι εσάς!» Εδώ που βρίσκεται τώρα, η απάντησή του μου φαίνεται εξόχως γενναία.[536]

Περαιτέρω, ο αφηγητής αναφέρεται ευθαρσώς στη δις εις θάνατον καταδίκη του Νίκου Σαμψών από τους Bρετανούς (το λογοπαίγνιο του τίτλου του ομώνυμου κεφαλαίου παραπέμπει έξυπνα και διφορούμενα και στην ηρωική ωδή του Κάλβου «Εις θάνατον»[537]) –άσχετα αν αυτή εν τέλει απεφεύχθη λόγω του τερματισμού της πρακτικής των απαγχονισμών από το Στέμμα το 1957. Η μορφή του Σαμψών όπως εμφανίζεται στο εξώφυλλο σε αυτήν και μόνο την περίπτωση μεταρσιώνεται, απολλύοντας την αλαζονεία και τον κομπασμό της, προσομοιάζοντας για λίγο, στις μαργαρίτειες σελίδες, στην περιγραφή των Εννέα:

Στη φωτογραφία, πάντως, το πιστόλι δεν φαίνεται, όχι πια. Ό,τι γυαλίζει στα μάτι του πιστεύω είναι δάκρυα. Δίχως νύχια, τα χέρια του τρέμουν. Του χαϊδεύω το μέτωπο.[538]

Ο Νίκος Σαμψών ορίστηκε να πεθάνει, τουλάχιστον για πρώτη φορά, στην τίμια αγχόνη των μαρτύρων της ΕΟΚΑ. Θα ήταν ο δέκατος, ίσως και ο τελευταίος νεκρός. Όταν σας ρωτήσουν γιατί ο γράφων έγραψε ένα βιβλίο για τον Νίκο Σαμψών, να τους πείτε ότι πρώτα έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Εννέα.[539]

Στη φωτογραφία του Νίκου Σαμψών καταλαβαίνω για πρώτη φορά την παραφορά του παιδιού, την αγριάδα, το πάθος του. Τον πονώ.[540]

Στον Νίκο Σαμψών ο συγγραφέας πιστώνει επίσης τον ιστορικά καταγεγραμμένο θαυμασμό των Ιρλανδών συγκρατουμένων του του IRA,[541] με τους οποίους συγχρωτίστηκε στις βρετανικές φυλακές, οι οποίοι τον αναγόρευσαν σε ήρωα και πρότυπο, έχοντας εμπνευστεί από τις μεθόδους και τις πρακτικές της ΕΟΚΑ.[542]

Η πρωτοφανής συμπόνοια του αφηγητή απέναντι στο πρόσωπο του Νίκου Σαμψών (πρβλ. αν., «τον πονώ», «του χαϊδεύω το μέτωπο»), που λειτουργεί ερεθιστικά στην ανάγνωση, οδηγεί από μέρους μας σε δύο ερμηνευτικές διαπιστώσεις. Αφενός, η πραγματικότητα και τα δίκαια του Αγώνα δεν απολλύουν ποτέ για τον Μαργαρίτη την ιερότητά τους, αφετέρου, η αυταπάρνηση των αγωνιστών και η οριακή αναμέτρησή τους με τον θάνατο ορίζεται θεολογικά ως η μόνη πραγματική πράξη ανδρείας, υπέρβαση του εαυτού και προτύπωση του χριστικού Πάθους. Ανασυστήνοντας, ενδεικτικά, μια περιγραφή που κατά τα άλλα προέρχεται από ανακριβή, όπως ο ίδιος ο Μαργαρίτης δηλοί, βιογραφία του δημίου των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Χάρι Άλεν, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος περίμενε τον Νίκο Σαμψών έξω από το κελί του για δεκαπέντε λεπτά, προτού τον κρεμάσει, προ της απόδοσης σε αυτόν χάρης, ο αφηγητής διερωτάται γύρω από το ενδεχόμενο της σωτηρίας του Νίκου Σαμψών, καθώς ο ίδιος αναμετρούνταν με τον εαυτό του προ του θανάτου, έναντι των απατηλών και εφήμερων κατορθωμάτων του, της φυσικής του ρώμης, της αυθάδους τόλμης ή της παράφορης επιθυμίας του για αίμα και εξουσία:

Αυτά τα δεκαπέντε λεπτά (τα ατελείωτα· τα αμέτρητα) λέω τώρα ότι είναι η αληθινή διασημότητα του Νίκου Σαμψών, ο θρύλος που ποτέ δεν θα μάθουμε.[543]

Προχωρώντας στην Τουρκανταρσία του 1963 και την απελευθέρωση από τον Σαμψών της κατειλημμένης από τους Τούρκους στρατηγικής συνοικίας της Ομορφίτας,[544] ο Μαργαρίτης, που, ως έχει διαφανεί, δεν διστάζει να αποδώσει κρίσεις και χαρακτηρισμούς, σε σχετικό για την Ομορφίτα κεφάλαιο με τίτλο «Σιαγών» δεν δείχνει να συμμερίζεται το τουρκικό αφήγημα περί «σφαγών» από τον Σαμψών στην περιοχή.[545] Αντιθέτως, δείχνει να αφηγείται τα τεκταινόμενα αναγνωρίζοντας τη με αυταπάρνηση συμβολή του Σαμψών στην εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής:

Σε όλα αυτά δεν υπάρχει ίχνος ειρωνείας. Ο Σαμψών, με ελάχιστους άνδρες, τσακίζει την τουρκική αντίσταση και μπαίνει στο χωριό ως ελευθερωτής και προστάτης των Ελλήνων.[546]

Παρότι ο Μαργαρίτης επαναφέρει την ειρωνεία απέναντι στον ήρωά του σε ό,τι αφορά στον κομπασμό με τον οποίο ο ίδιος μεγαλύνει τη δράση του και τη μετοχή του στα γεγονότα στον θύλακα της Ομορφίτας –δεν διστάζει δε να τον αποκαλέσει γι’ αυτό «λυτό σκυλί του πολέμου»[547]–, αποσείει από τον Νίκο Σαμψών την κατηγορία περί εξολόθρευσης Τούρκων αμάχων, επί της οποίας εγείρονται πολλοί από τους μύθους της τουρκικής και της αριστερής προπαγάνδας:

Στην ίδια εικόνα, πίσω από τον Νίκο, διακρίνονται γυναικόπαιδα, πιθανόν τα 800 μέλη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που οδηγούνται μακριά από το πεδίο της μάχης. Σε λίγα λεπτά θα καταλήξουν σε ένα σχολείο ως όμηροι. Αργότερα ο Σαμψών τούς παρέδωσε στον Ερυθρό Σταυρό σώους και αβλαβείς.[548]

Στην ίδια κατεύθυνση, ο συγγραφέας αποδίδει τον χαρακτηρισμό ο «Χασάπης της Ομορφίτας» στην τουρκική προβοκάτσια του «εγκλήματος της μπανιέρας»[549] και αρνείται συνειδητά να τον αναπαραγάγει:

Σε συνδυασμό με τον πρότερο βίο του, η προπαγάνδα δεν άργησε να γίνει αποδεκτή διεθνώς. […] Αυτό που δεν ισχύει είναι η σφαγή στην Ομορφίτα. Η άμοιρη γυναίκα και τα τρία παιδιά της δολοφονήθηκαν μάλλον από […] τον στρατιωτικό Νιχάτ Ιλχάν.[550]

Τέλος, ο Μαργαρίτης δεικνύει την πρόθεσή του να αποκαταστήσει, έναντι των μυθευμάτων της τουρκικής πλευράς και της νεοκυπριακής Αριστεράς, την ιστορική εκδοχή των πραγμάτων, παραθέτοντας μέσα από το στόμα ενός κομμουνιστή, συγκεκριμένα, Ελληνοκυπρίου, την ευεργεσία της οποίας έτυχαν οι εγκλωβισμένοι από τους Τούρκους Έλληνες της περιοχής, όταν o Σαμψών τούς απελευθέρωσε από μαινόμενες ορδές της ΤΜΤ:

Για την ώρα, εκ των Ελλήνων του χωριού, κάποιος Πανίκος, κομμουνιστικών πεποιθήσεων, μαρτυρεί τα εξής: «Φίλε μου, έχουν πει πολλά για τον Σαμψών. Και ιδίως οι ομοϊδεάτες μου. Μέχρι και εγκληματία τον είπαν. Εγώ ένα σου λέω. Αν δεν ήταν ο Σαμψών με τους 41 άνδρες του εκείνες τις μέρες, εγώ και η γυναίκα μου δεν θα ζούσαμε σήμερα να τους ψηφίζουμε. Την αλήθεια πρέπει να τη λέμε. Ήταν λεβέντης. […] Κι αν κάποιοι τον κατηγορούν, είναι γιατί δεν είδαν τι κίνδυνο είχαμε. Άγρια σκυλιά οι Τούρκοι…».[551]

Η προσέγγιση του Μαργαρίτη συμβαδίζει εμφανώς με την ιστορικά αποδεδειγμένη κατάλυση του περί «γενοκτονίας» των Τουρκοκυπρίων μύθου κατά τα γεγονότα του ’63, που υπήρξε ιδρυτικός της πρώτης απόσχισης, ήτοι της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων από τις δομές του κράτους και απόσυρσής τους σε θύλακες το 1963, οι οποίοι επέβαλαν μια πρώτη μορφή ομοσπονδοποίησης του νησιού και χρησιμοποιήθηκαν ως προγεφυρώματα του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974. Σιωπηρά και υπαινικτικά, χωρίς ελεγείες ή αναθεματισμούς, ο Μαργαρίτης αποκαθιστά συνειδητά την ιστορική αλήθεια, που στρεβλώνεται από την κυπριωτιστική αφήγηση συγχρόνων του λογοτεχνών, οι οποίοι αποδίδουν εξίσου μερίδιο ευθύνης στις δύο κοινότητες σε ό,τι αφορά στην Τουρκανταρσία, όπως ενδεικτικά η Κωνσταντία Σωτηρίου στο Φωνές από χώμα (2017),[552] που καταπιάνεται αποκλειστικά με τις διακοινοτικές συγκρούσεις.

Επιπλέον, ο Μαργαρίτης δείχνει να συμμερίζεται την αντίληψη –χωρίς να απαλλάσσει το ιστορικό πρόσωπο από την οξύτητα της κρίσης του– πως η πραξικοπηματική προεδρία του Νίκου Σαμψών εξυπηρέτησε ως υποχείριο σκοπούς που το ίδιο το πρόσωπο είτε αγνοούσε είτε των οποίων υποτιμούσε τη σημασία:

Φοβάμαι ότι ο Νίκος νόμιζε με τα σωστά του ότι παρέμενε συνεπής προς την ουσία της ΕΟΚΑ, ότι συνέχιζε τον αγώνα της. Φαίνεται ότι τα είχε χαμένα.[553]

Ενδεικτικότατα, παραθέτω από την τελευταία πρόχειρη εκδοχή του Σαμψών, προτού το βιβλίο απολήξει στο τυπογραφείο, η οποία αναφέρεται στον τελευταίο ως «τράγο» (ενδεχομένως αποδιοπομπαίο ή/και τραγικό πρόσωπο)· η εν λόγω φράση έχει χαρακτηριστικά τύχει απαλοιφής από τον Μαργαρίτη στην τελική εκδοχή του βιβλίου:

Νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1975, η Βουλή ψήφισε έναν σχετικό νόμο και απαίτησε να επέλθει κάθαρσις του κράτους από τους αμετανόητους πραξικοπηματίες. Ο Νίκος Σαμψών θα έπαιζε τώρα τον ρόλο της ζωής του: θα ήταν ο κατ’ εξοχήν πραξικοπηματίας, η ενσάρκωση του πραξικοπήματος. Λες και το είχε σχεδιάσει και το έκαμε μόνος του, σαν τα πιο κακά νέα. Νά ένας τράγος.

Η ειρωνεία είναι που ο ίδιος δεν φαίνεται να είχε υποψιαστεί καν την τροπή των πραγμάτων. Ίσως νόμιζε ότι ήταν άτρωτος. Δεν εξηγείται αλλιώς που, το 1976, στο μνημόσυνο του Γρίβα, ο Νίκος ήταν παρών, ενώ απηύθυνε και πύρινη ομιλία στο πλήθος. Το πλήθος τον σήκωσε στους ώμους και φώναζε ρυθμικά το όνομά του∙ και είχε και απαιτήσεις: Σαμψών ξαναχτύπα![554]

Η διαγραφή της με έντονη γραφή επίμαχης φράσης, από τις ελάχιστες που παρατηρούνται στην αντιπαραβολή της πρόχειρης και της εκδομένης εκδοχής του Σαμψών, είναι δηλωτική της πρόθεσης του Μαργαρίτη να μην παρουσιάσει το ιστορικό πρόσωπο ως απλά και μόνο ένα εξιλαστήριο θύμα. Ωστόσο, ο πεζογράφος υπομιμνήσκει ευθαρσώς πως ο Νίκος Σαμψών δεν είχε συναίσθηση ή έστω υποψία για τις συνέπειες των απερίσκεπτων πράξεων του εγωισμού και της ματαιοδοξίας του, όντας ενταγμένος σε μια πολιτική σκακιέρα ως χρήσιμο –πλην όμως αναλώσιμο– πιόνι.[555] Ο υπαινιγμός στον Νίκο Σαμψών ως «τράγο» ή «σφάγιο» μιας τραγωδίας απαντά, εξάλλου, αναλλοίωτος σε έτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος: «Με πλήττει το σχήμα μεγάλες φιλοδοξίες, μικρές πραγματικότητες, φράση που ανήκει στον άμωμο Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Η κωμωδία, ο τράγος της. Το σφάγιό της».[556]

Αυτή την ερμηνευτική κατεύθυνση υποβαστάζει και η καυστική απόδοση από τον συγγραφέα μωρίας και ανωριμότητας εγγενώς στον ελληνισμό («τη θανάσιμη ασθένεια του ελληνικού γένους, τον παλιμπαιδισμό»[557]) και ειδικώς στο κυβερνητικό σχήμα του Μακαρίου («Ο Τάσσος ήταν […] ο νεότερος απ’ όλα τα νήπια»[558]), στο κυπριακό παρακράτος («Το ανήλικο […] κράτος»[559]), στην ανοχή ή και υπόθαλψη από μέρους του Μακαρίου προσώπων όπως ο Σαμψών και ο Γιωρκάτζης («Για τη δεκαετία του 1960, η λέξη νηπιαγωγείο νομίζω ότι εξηγεί τη στάση του Μακαρίου απέναντι στις αγριότητες»[560]), καθώς και στην έλλειψη σοβαρότητας των πολιτικών εν Κύπρω ιθυνόντων, που βαρύνει ανεπανόρθωτα τους ίδιους, ως φρονεί ο συγγραφέας, για την καταστροφή του νησιού του.

Την αφέλεια, αλλά και τις περιορισμένες δυνατότητες των ιστορικών πρωταγωνιστών να αντιληφθούν τις πραγματικές διαστάσεις και συνέπειες των πράξεών τους δείχνει να εμφαίνει –χωρίς να εγκρίνει ποτέ ή να απορρίπτει απαραίτητα– ο συγγραφέας σε διάφορα σημεία της αφήγησης, με αναφορά στην εκδοχή του ίδιου του Νίκου Σαμψών («Ο Νίκος εννοεί ότι είναι το θύμα αυτής της υπόθεσης – το εξιλαστήριο θύμα»[561]). Ενίοτε δε η κατανόηση –και οπωσδήποτε όχι η άφεση– που επιδεικνύει απέναντι στον ταλανιζόμενο από τα πάθη του ήρωά του αγγίζει τα όρια μιας πρωτοφανούς ενσυναίσθησης, αποδίδοντας σε αυτόν πνευματική ρηχότητα, ωσάν το πρόσωπο να δρα χωρίς εσωτερικό έλεγχο ή στοχαστική αυτοσυνείδηση επί των πράξεών του:

Φοβάμαι ότι ο Νίκος νόμιζε με τα σωστά του ότι παρέμενε συνεπής προς την ουσία της ΕΟΚΑ, ότι συνέχιζε τον αγώνα της. Φαίνεται ότι τα είχε χαμένα.[562]

Κατανοητική ή και ανεκτική στάση ο συγγραφέας επιδεικνύει επίσης απέναντι στους εγκληματικούς ανατροπείς της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, οι οποίοι παρίστανται ως εργαλειακά κατευθυνόμενοι και οπωσδήποτε προδομένοι από τη Xoύντα των Αθηνών:

[…] ο πόθος της Ένωσης αναζωπυρώθηκε, και πολλοί πίστεψαν ότι ήταν ξανά η ρεαλιστική προοπτική για τον τόπο.[563]

Ίσως πρόκειται για κάποιον αντάρτη της ΕΟΚΑ Β΄. Ίσως έχει βγει μόλις από τη φυλακή, όπως το 1959, τότε που άνοιξαν οι φυλακές για τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Αυτοί οι άνθρωποι πίστεψαν ότι ήρθε η στιγμή για την Ένωση· ότι ο πόθος, η διαθήκη της ΕΟΚΑ, θα τελεσφορούσε τώρα, σήμερα. Ο χρόνος είναι παμπόνηρος. Ο χωρισμός ήταν πέντε μέρες πιο κάτω.[564]

Αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και αναθέματα που απαντούν διάχυτα στην κοινή γνώμη («προδότες», «φονιάδες» κ.ά.), στο τελευταίο ως άνω απόσπασμα οι εκτελεστές του πραξικοπήματος αντιμετωπίζονται με ουδετερότητα («αυτοί οι άνθρωποι»), ενώ συγκρίνονται με την πρότερη ηρωική δράση της ΕΟΚΑ («όπως […] τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ»), δεδομένου ότι αρκετοί, αλλά όχι όλοι, προέρχονταν από τις τάξεις της. Παρουσιάζονται επίσης ως απλά φερέφωνα, χωρίς πολιτική αντίληψη, που ξεγελάστηκαν από το καθεστώς των Αθηνών και οδήγησαν την ενωτική παράταξη σε κατεύθυνση αντίθετη από τα ιδεώδη της («πίστεψαν»).

Στο σημείο αυτό η πραγμάτευση του συγγραφέα προσεγγίζει –χωρίς να δικαιολογεί ή να αναπαράγει τη ρομαντικοποιημένη της διατύπωση–[565] την ενωτική εκδοχή, η οποία αποδίδει τη συμμετοχή Κυπρίων στην ΕΟΚΑ Β΄ και την πραξικοπηματική τους δράση σε καπήλευση των αισθημάτων τους από νατοϊκούς και στρατιωτικούς εν Ελλάδι κύκλους.[566] Το αίτημα για άρση της μομφής απέναντι στους εν Κύπρω υπηρετούντες Έλληνες αξιωματικούς που έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα θέτει στην ογκώδη αναφορά του και ο υπηρετήσας στην Κύπρο το ’74 Αντιστράτηγος Ιωάννης Μπήτος, υποστηρίζοντας πως για το πραξικόπημα ευθύνονται κύρια οι πολιτικοί, στην Ελλάδα και την Κύπρο, και δευτερευόντως τα συμφέροντα της Τουρκίας και των Μεγάλων Δυνάμεων.[567] Ενωτικές πηγές αναφέρουν περαιτέρω πως τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄, πλην των μεμυημένων στο σχέδιο του Γραφείου Κύπρου, δεν γνώριζαν ότι ο σκοπός δεν υπήρξε στην πραγματικότητα η ένωση με την Ελλάδα.[568] Γεγονός είναι επίσης πως ο νέος διοικητής της ΕΟΚΑ Β΄ μετά από τον θάνατο του Γρίβα, Ταγματάρχης Γεώργιος Καρούσος, όπως και τάσεις εντός της οργάνωσης, υποστήριζε την αποριζοσπαστικοποίηση και τη μεταφορά των ενωτικών διεκδικήσεων στο πολιτικό πεδίο, γι’ αυτό και καρατομήθηκε από τους στρατιωτικούς ιθύνοντες στην Αθήνα, αντικαταστάθηκε δε άμεσα από τους πειθήνιους στο καθεστώς Λευτέρη Παπαδόπουλο και Κίκη Κωνσταντίνου.[569]

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, ενώ πολλοί από τους εμπλεκομένους στην ΕΟΚΑ Β΄, ως δηλώνει ο ίδιος ο στενός συνεργάτης του Γρίβα Σπύρος Παπαγεωργίου,[570] πράγματι μετανόησαν –αντίστοιχη είναι η άποψη που υιοθετεί ο Μπήτος[571] με αναφορά στην ex post facto αναγνώριση από μέρους Ελλήνων αξιωματικών της αφροσύνης του πραξικοπήματος–, η μεγαλύτερη μερίδα εξ αυτών, που υποθάλπεται από το 1974 μέχρι σήμερα στους κόλπους της κυπριακής Δεξιάς,[572] υιοθετεί ακόμα στάση άρνησης –ενίοτε προκλητικής– ή και μετατόπισης της ιστορικής τους ευθύνης, αποφεύγοντας κάθε μορφή αυτοκριτικής ή ανάληψης υπευθυνότητας. Τα υψηλότερα επίσης στην ιεραρχία κομματικά στελέχη του δεξιού ΔΗΣΥ και του ακροδεξιού Εθνικού Λαϊκού Μετώπου (ΕΛΑΜ), καθώς επίσης κρατικοί και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι λαμβάνουν διαχρονικά και επιδεικτικά μαζί με πρώτης κατηγορίας στελέχη της ΕΟΚΑ Β΄ μέρος στο μνημόσυνο του Γεώργιου Γρίβα ή ακόμα και σε κατάθεση στεφάνων εις μνήμην των νεκρών ανατροπέων της Δημοκρατίας, προκαλώντας την οργή της κοινής γνώμης και των συγγενών των πεσόντων της δημοκρατικής αντίστασης. Η συνθηματολογία των νεολαιών των δεξιών παρατάξεων περιλαμβάνει επίσης, πενήντα ένα χρόνια μετά, πραξικοπηματικά και νεοναζιστικά περιεχόμενα. Οι πράξεις αυτές, που επαναλαμβάνονται τελετουργικά ετησίως στην κυπριακή πολιτική ζωή, οδηγούν σε φλέγοντες δημόσιους διαπληκτισμούς, όχι πάντα χωρίς αντιπολιτευτική μικροπολιτική, συντηρώντας, αφενός, τον εθνικό διχασμό και κανονικοποιώντας, αφετέρου, την ηθική νομιμοποίηση και την ιδεολογική επικάλυψη του εγκλήματος της 15ης Ιουλίου, αλλά και σύνολης της αντικυβερνητικής, τρομοκρατικής και δολοφονικής, βαθιά διχαστικής δράσης της ΕΟΚΑ Β΄ κατά τα χρόνια της έκνομης και καταστροφικής για τον τόπο λειτουργίας της.

Εν ολίγοις, το επιβαρυμένο πολιτικό τοπίο στην Κύπρο καθιστά το όποιο εγχείρημα εξορθολογισμού ή ρεβιζιονισμού της πραξικοπηματικής δράσης ψυχικά και συναισθηματικά φορτισμένο, ενώ η βαθύτατα τραυματισμένη κυπριακή κοινωνία, βιώνοντας την εισβολή και τη συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα κατοχή του νησιού, είτε ως πρώτη είτε ως δεύτερη είτε και ως τρίτη πια γενιά, αδυνατεί να διαχειριστεί με καθαρή ματιά, κομματικά ανεπηρέαστα και με έγκυρη ιστορική πληροφόρηση τα γεγονότα.

Η εν λόγω πραγμάτευση, είτε αφορά στο ιστορικό, το ηθικό, το φιλοσοφικό ή το θεολογικό της σκέλος, οδηγεί αβίαστα στο κριτικό πλαίσιο που θέτει η Χάνα Άρεντ με αναφορά στην περίφημη δίκη του αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος Άντολφ Άιχμαν, όπου η ανάλυση ακόμα και του ακρότατου κακού μπορεί να προκύψει μέσα από την έννοια της «κοινοτοπίας» (banality) και όχι μιας ιδεολογικογενούς, σαδιστικής και παθολογικής κατάστασης.[573] Όντας παρούσα ως ανταποκρίτρια στη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ το 1961, η Άρεντ, παρά την εβραϊκή καταγωγή της, τόλμησε να θέσει το πλαίσιο δράσης του κατηγορουμένου υπό την εννοιολογική επικράτεια της «κοινοτοπίας», παρουσιάζοντάς τον ως έναν κοινό γραφειοκράτη, ο οποίος εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του, στη βάση μάλιστα του εν ισχύι (ναζιστικού) νομικού κώδικα– έναν «μέσο», με άλλα λόγια, άνθρωπο, ο οποίος δεν υπήρξε, ως εμφαίνει η Άρεντ, «τερατώδης», «σαδιστής»[574] ή δαιμονικός, αλλά ανίκανος ή και απρόθυμος να σκεφτεί κριτικά — όπου η σκέψη λαμβάνει, στη Γερμανίδα φιλόσοφο, και τη διάσταση της ηθικής ευθύνης:[575]

Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ακριβώς ότι τόσοι πολλοί ήταν σαν αυτόν και ότι οι πολλοί δεν ήταν ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, ότι ήταν, και είναι ακόμη, τρομερά και τρομακτικά φυσιολογικοί. Από την άποψη των νομικών μας θεσμών και των ηθικών μας κριτηρίων κρίσης, αυτή η κανονικότητα ήταν πολύ πιο τρομακτική από όλες τις θηριωδίες μαζί, διότι σήμαινε –όπως είχε ειπωθεί στη Νυρεμβέργη ξανά και ξανά από τους κατηγορουμένους και τους συνηγόρους τους– ότι αυτός ο νέος τύπος εγκληματία […] διαπράττει τα εγκλήματά του υπό συνθήκες που καθιστούν σχεδόν αδύνατο για τον ίδιο να γνωρίζει ή να αισθάνεται ότι κάνει κάτι λάθος.[576]

Υπό αυτό το πρίσμα, η απόδοση του Πραξικοπήματος –σε ό,τι αφορά όχι στους ιθύνοντες νόες των Αθηνών, αλλά στους εν Κύπρω εντολοδόχους τους, ζήτημα που κατά κόρον θέτει και ο Βασίλης Γκουρογιάννης στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή– σε αδυναμία κριτικής σκέψης ή, όπως το θέτει η Άρεντ σε «ασκεψία» (thoughtlessness),[577] αποκύημα πειθαρχίας και συμμόρφωσης, απάθεια ή παραίτηση από ηθική κρίση, προκαλεί εύλογες ανησυχίες που έχουν να κάνουν με την εμπρόθετη δράση,[578] αλλά δεικνύει τον τρόπο με τον οποίο το κακό δύναται να κανονικοποιηθεί εντός πλαισίων ολοκληρωτισμού, όπου απλοί και καθημερινοί άνθρωποι μπορούν να φτάσουν ή να συμβάλουν ακόμα και σε πράξεις απόλυτης βίας και απανθρωπίας.

Χωρίς να διαφωνεί με την αναγκαιότητα ή και με την ετυμηγορία της δίκης, η οποία έκρινε τον Άιχμαν ένοχο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, επιβάλλοντάς του την ποινή του θανάτου δι’ απαγχονισμού, η Άρεντ κλόνισε με την αναφορά της το θεσμικό και το νομικό της πλαίσιο, προβάλλοντας τη θέση πως ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ δικάστηκε όχι για τις ατομικές και τις συγκεκριμένες πράξεις του, αλλά για τη φρίκη του Ολοκαυτώματος εν γένει. Η πραγμάτευση της Άρεντ αφορά κατά κύριο λόγο στο δικανικό πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας, στην ηθική, επίσης, διάσταση της πρόταξης του καθήκοντος (ως υποταγής στον ναζιστικό μηχανισμό) έναντι της σκέψης και επ’ ουδενί στη δικαιολόγηση των εγκλημάτων του Άιχμαν ή της αδιαπραγμάτευτης μετοχής του στο οργανωμένο σχέδιο μαζικής εξόντωσης των Εβραίων.

Συναφώς, όπως και η δίκη του Άιχμαν για το κράτος του Ισραήλ, η δίκη του Νίκου Σαμψών συνιστά μοναδική περίπτωση στα δικαστικά χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας.[579] Έλαβε δε χαρακτήρα συμβολικό και επιτελεστικό, που αφορούσε στην αναγκαιότητα ηθικής κάθαρσης για την προδοσία της Κύπρου, δεδομένου ότι, μετά από την αποκατάσταση της νομιμότητας, «δεν φαινόταν να κινείται ο μηχανισμός για την ποινική δίωξη και τιμωρία των πρωτεργατών και συνεργών του πραξικοπήματος, παρ’ όλη τη λαϊκή πίεση που υπήρχε. […] Το θέμα της κάθαρσης […] παρέμεινε ζωντανό ανάμεσα στη συντριπτική πλειοψηφία του λαού και η αντιμετώπισή του από τους υπευθύνους δεν φαίνεται να έχει ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης».[580]

Από τα πιο ενδιαφέροντα, εν προκειμένω, σημεία της δίκης του Νίκου Σαμψών, σε σχέση με το επιχείρημα του παρόντος κεφαλαίου, ερειδόμενο στην παράμετρο της αρεντιανής «ασκεψίας», είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν δικάστηκε για τα πιστεύω ή την ιδεολογία του, αλλά… για την «αφροσύνη» του. Σύμφωνα με την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, οι πράξεις του Νίκου Σαμψών αποδίδονται όχι σε φανατισμό ή σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, αλλά σε αδυναμία να αντιληφθεί πως οι ενέργειές του οδηγούσαν τη χώρα του στην καταστροφή:

Ο κατηγορούμενος δεν δικάζεται για το πιστεύω του, αλλά για τις πράξεις του. Διά την αφροσύνην του να συνεργασθή και υπακούση σε προσκλητήριον ανθρώπων που σκοπός τους ήταν η καταστροφή της ιδιαιτέρας του πατρίδος Κύπρου.[581]

Ωστόσο, χρειάζεται στο σημείο αυτό να διευκρινιστεί πως, σε αντίθεση με την αρεντιανή πραγμάτευση, που δεν βλέπει στην ενοχή του Άιχμαν ιδεολογικά ή παθολογικά κίνητρα, ο Μαργαρίτης αποδίδει τις πράξεις του ήρωά του καταρχήν στην ιδεολογική του σκευή, αλλά και στη σχεδόν σαδιστική, ως περιγράφεται, και παράφορη φύση του, διαποτισμένη με πάθη και προσωπικές φιλοδοξίες. Περαιτέρω, ενώ την Άρεντ ενδιαφέρει η ορισμένη έκφανση του κακού που συγκεκριμενοποιείται στο πρόσωπο του Άντολφ Άιχμαν, ο Μαργαρίτης εγκεντρίζεται στην ίδια την ουσία του κακού, με καθολικότερες προεκτάσεις ως προς το έκπτωτο της ανθρώπινης φύσης. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικό θέμα του βιβλίου Σαμψών δεν είναι το φερώνυμο ιστορικό πρόσωπο, αλλά η περίπτωσή του ως ενδεικτική της ανθρώπινης κατάστασης, που δύναται να οδηγηθεί από τον έκπτωτο βίο στην υπαρκτική πλήρωση. Στο ογκωδέστατο, επιπλέον, κείμενό του ο Μαργαρίτης δεικνύει ότι η αφήγησή του δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη, αλλά εξ ορισμού πολυφωνική. Η διατύπωσή του κατά μήκος του αφηγηματικού του αγωνίσματος, ως δεικνύει και η πρότερα σχολιασμένη από μέρους μας εκ προθέσεως διαγραφή του επίμαχού του παραθέματος περί τον Νίκο Σαμψών ως «τράγου», είναι προσεκτική και επιδιώκει, με ερευνητικό μόχθο και ακρίβεια, να παρέχει, κατά το δυνατόν, ακριβοδίκαιες ιστορικές προσεγγίσεις.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, ο Μαργαρίτης δεν διστάζει να συγκρίνει τα εγκλήματα του Νίκου Σαμψών, με αναφορά στο περίστροφο «Λούγκερ»[582] που κρατά στη φωτογραφία του εξωφύλλου, με τις «χιλιάδες εκτελέσεις, όσες έγιναν με αυτό το πιστόλι κατά το χιλιετές Γ΄ Ράιχ».[583] Από τα πλέον επιβλητικά, περαιτέρω, κεφάλαια του βιβλίου είναι εκείνο που συσχετίζει τον αμετανόητο για τις πράξεις του Νίκο Σαμψών με τον αρνητή της Σοά, ναζιστή φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ (βλ. το κεφ. «Μέλας Δρυμός»[584]). Προβαίνοντας σε ένα σπουδαίο πεζογραφικό σχόλιο στο ποίημα «Todnauberg»[585] του επιζώντος του Ολοκαυτώματος Πάουλ Τσέλαν, το οποίο μεταφέρει τη συνάντηση που ο ίδιος είχε με τον γηραιό φιλόσοφο το 1967 στον Μέλανα Δρυμό, όπου εξέφραζε την απογοήτευσή του για την άρνηση του τελευταίου να ζητήσει συγγνώμη, ο Μαργαρίτης επαναφέρει δραστικά στο πεδίο της (έσχατης) Κρίσης του Νίκου Σαμψών την αναγκαιότητα για μετάνοια:

Η λέξη που ήλπιζε, που την περίμενε ο Τσέλαν, δεν ήρθε: συγγνώμη. Δεν ειπώθηκε ποτέ: συγχωρέστε με· έσφαλα. Ποτέ δεν αρθρώθηκε η μεταμέλεια. Η μεγάλη μετάνοια, εδαφιαία, αβυσσαλέα, δεν έγινε ποτέ.[586]

Οι συνεντεύξεις αυτές με στεναχωρούν. Τις διαβάζω με την ελπίδα για μια του αγωνιστή λέξη να ’ρχόταν στην καρδιά. […] Η Βερεγγάρια περιμένει. Η Κύπρος, ο κόσμος. Γέρασε και περιμένει. […] Πέθανε – και περιμένει.[587]

Καθίσταται συνεπώς σαφές πως ο Μαργαρίτης επιδιώκει συστηματικά την αποδέσμευση των περί πραξικοπηματικών ενεργειών γραφομένων του από την όποια αναθεωρητική πραγμάτευση. Περαιτέρω, σε αντίθεση με την προσωποποιημένη περί Άιχμαν μελέτη της Άρεντ, η οποία αποσυνδέει τις πράξεις του προσώπου από την έννοια της συλλογικής ενοχής γύρω από τη μαζική εξόντωση των Εβραίων, ο Μαργαρίτης καθιστά το Ολοκαύτωμα κομβικό στο συμβολικό στοιχείο της γραφής του. Όχι τυχαία, στο Τζούμπιλι ο πεζογράφος αποκαλεί το Άουσβιτς «Το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της Αγάπης»,[588] ενώ στο Σαμψών, όπως και στο Εννέα, η αποικιοκρατική καταστολή του Αγώνα στην Κύπρο αποδίδεται με τους όρους ναζιστικών πρακτικών («Τα κρατητήρια στην Ομορφίτα οι Κύπριοι τα έλεγαν επίσης Νταχάου, όπως τα αντίστοιχα στις Πλάτρες, και όπως ένα ακόμα κολαστήριο, της Λεύκας»[589]). Παραβάλλοντας το έγκλημα έναντι της Κύπρου με το Ολοκαύτωμα, ο Μαργαρίτης κατορθώνει, πρώτον, να αποφύγει τον εθνικισμό/εξαιρετισμό, έπειτα να εισαγάγει το αφανές στον ελλαδικό, κοινοτικό και διεθνή χώρο Κυπριακό ως μια υπόθεση «εξόχως παγκόσμια»,[590] η οποία χρειάζεται να τύχει αναγνώρισης ως ένα κατά βάση έγκλημα κατά του Ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Κατά κύριο δε λόγο, ο συγγραφέας επιδιώκει και πετυχαίνει να θέσει το νησί του στο κέντρο της «μεθιστορικής οντολογίας»,[591] την οποία εισάγει, εντάσσοντας μεγαλοφυώς τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία σε διεθνές ιστορικό, αισθητικό και θεολογικό πλαίσιο.

Από το πρώιμο δε σχέδιο της Κρόνακας στόχος του συγγραφέα υπήρξε μια τολμηρή και βαθύτατα αντισυμβατική ανάγνωση της ιστορίας με αναφορά κυρίως στο πρόσωπο του Αδόλφου Χίτλερ, αλλά και του Στάλιν, προσώπων εγγεγραμμένων στο πεδίο της (αρνητικής) προτύπωσης του Χριστού. Με μια θεολογικο-λογοτεχνική γραμμή που παραπέμπει κυρίως στον Ντοστογιέφσκι, ο Μαργαρίτης αναζητεί τον Χριστό στη μορφή του απόλυτου κακού και ιστορικών προσώπων που ενσάρκωσαν ένα (ψευδο)μεσσιανικό κενό, αποκαλύπτοντας τη βαθύτερη αναγκαιότητα, αλλά κυρίως τη δυνατότητα του ανθρώπου για την υπέρβαση και τη σωτηρία του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σωτηρία γεννιέται στο ίδιο το κέντρο του κακού, ως μεταμορφωτική δυναμική:

Ο στόχος […] της Κρόνακας ήταν να διακρίνει και να αναδείξει την εικόνα του Χριστού μέσα σε κάθε ήρωα, από τον αφηγητή μέχρι τις τρομερές φυσιογνωμίες του Ιωσήφ Στάλιν και του Αδόλφου Χίτλερ.[592]

Κατάλαβα, τότε, ότι δεν ήταν δική μου δουλειά να συγχωρέσω τον Αδόλφο ή οποιονδήποτε άλλο. Αναλαμβάνοντας, κουτσά στραβά, το μερίδιό μου στην εργασία της αγάπης, ήξερα ότι ήταν καιρός να ζητήσω συγγνώμη (και από τον Αδόλφο), που δεν είχα ξεπεράσει τον άνθρωπο, ώστε να έχω την παρρησία εκείνην που ευλογεί και διορθώνει τα πάντα. Και το Άουσβιτς. Και το νησί μου.[593]

Κατά παρόμοιο τρόπο, στο Σαμψών, ενώ ο βασικός ήρωας ασχολείται διαρκώς με τη δικαιοσύνη των ανθρώπων και προσδοκά εκείνην του ιστορικού του μέλλοντος («Είναι δίκαιον εγώ, ο Νίκος Σαμψών, που έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα γι’ αυτό τον τόπο, να ζω εξόριστος στο Παρίσι και άλλοι ένοχοι […] να αλωνίζουν την Κύπρο […]; Πότε επιτέλους θα αποδοθεί δικαιοσύνη; Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών»[594]), πάνω και πέρα από την ηθική, το Καλό και το Κακό και κατά τρόπο καθαρά νιτσεϊκο, ο Μαργαρίτης αναδεικνύει την ταυτότητα του χριστοποιημένου ανθρώπου. Βασιζόμενος κατά μήκος της αφήγησης στην κύπρια περίπτωση, ο πεζογράφος πραγματεύεται τη θεμελιώδη απόσχιση του ανθρώπου από το θεϊκό του πεπρωμένο, μετατοπίζοντας διακριτά, σε σχέση τουλάχιστον με το θεωρητικό πλαίσιο της Άρεντ, το ζήτημα της κρίσης από την Ιστορία στα Έσχατα και από την ανθρώπινη στη θεϊκή δικαιοσύνη: «[Η] κρίση δεν είναι δική μου δουλειά. […] Ας μη ρίξω άλλη πέτρα».[595]

Όχι τυχαία, ο πεζογράφος ανατρέχει στο θεοκρατικό πρότυπο της αισχύλειας τραγωδίας και προβαίνει σε ταυτίσεις του ήρωά του, Νίκου Σαμψών, με τον Προμηθέα του Αισχύλου:

Ο Νίκος λέει: «[…] Την ευθύνη μου την πήρα. Έσωσα την Κύπρο από τον εμφύλιο. Κατέστρεψα την οικογένειά μου. Απολογούμαι στην οικογένειά μου». […] [Θ]υμάμαι τον δυστυχή Προμηθέα, στον βράχο του, αμετανόητος, να κοιτάζει το φοβερό βήμα. Να λέει: «Το μόνο που ήθελα ήταν να βοηθήσω τους ανθρώπους».[596]

Το κρίσιμο όμως είναι η απολογία, που σηματοδοτεί την αρχή ενός κόμπου, του αισχύλειου κόμπου, τον οποίο θα εκφράζει μέχρι τον θάνατό του αυτός ο προμηθεϊκός άνθρωπος. Εν συντομία, πρόκειται για το εξής: «Δεν μετανιώνω για τις πράξεις μου».[597]

Το πρόβλημα, τώρα, και εννοώ ο καημός μου, είναι ότι από το κελί δεν ακούω ησυχία, ούτε δάκρυα. Στον διάδρομο, έξω από το κελί του Σαμψών, ακούω πάλι, και μόνον, τους κόμπους του Αισχύλου.[598]

Είναι ο αμετανόητος κόμπος ενός τραγικού χαρακτήρα.[599]

Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως και το μείζον αισχύλειο πρότυπο, το μυθιστόρημα του Μαργαρίτη υπερβαίνει κατά πολύ το ιστορικό γεγονός, με αναφορά σε μια κοσμική τάξη που τελεί κάτω από την οικονομία και τη δικαιοσύνη του Θεού:[600]

Θα έλεγα ότι είναι ένας τραγικός χαρακτήρας από την κορφή ως τα νύχια. Η ζωή του μοιάζει με συνεκδοχή της νεότερης κυπριακής ιστορίας, που τη σφραγίζει επίσης η τραγικότητα, φυσικά με αποκορύφωμα, για την περίπτωση Σαμψών, την πραξικοπηματική προεδρία του 1974. Κατά τον ίδιο τρόπο, νομίζω ότι είναι κι ένας κατεξοχήν μυθιστορηματικός ήρωας, κι έτσι προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω, με όλη την τιμιότητα που οφείλει ένας συγγραφέας στους ήρωές του, μακριά και από τα αναθέματα, αλλά και από τις αντικειμενικές λεγόμενες κρίσεις, που δεν είναι δουλειά του μυθιστοριογράφου. Εγώ προσπάθησα να σχετιστώ μαζί του με όρους εντελώς προσωπικούς, διασχίζοντας τις πράξεις του, και αναζητώντας, πάνω από αυτές, εκείνη τη χαμένη θεϊκή εικόνα που είναι κάθε άνθρωπος.[601]

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μαργαρίτης επιστρατεύει την προβληματική της σοφόκλειας Αντιγόνης, όπου οι άγραφοι νόμοι των θεών εκπροσωπούν μια ανώτερη διαχρονική τάξη, πέρα από την ανθρώπινη εξουσία, η οποία συμβολοποιείται στο πρόσωπο του Κρέοντα. Η Νέα Κρόνακα, σε αυτό το πλαίσιο, προσωποποιείται αυτοαναφορικά στο Σαμψών ως γυναικεία μορφή, λαβούσα το ονομα «Αφήγηση», και αναλαμβάνει να θάψει, όπως και η Αντιγόνη, πληρώντας μια θεϊκής τάξεως δικαιοσύνη, έναν εχθρό ή και προδότη της πόλεως:

Αν σας ρωτήσουν τι διαβάσατε σήμερα, πείτε τους την ιστορία ενός δυνατού κοριτσιού, που πάσχισε να κάνει το αδύνατον, και να κηδέψει αγαπητικά έναν κακό άντρα.[602]

Η επίκληση σε υποδείγματα της αρχαίας τραγωδίας από τον Μαργαρίτη στο σύνολο του έργου του, του Αίαντα, επί παραδείγματι, στο Εννέα και της Αντιγόνης και του Προμηθέα στο Σαμψών, μακράν του να είναι επιφανειακή, εισχωρεί στον πυρήνα των κυρίαρχων παριστάμενων συγκρούσεων, εγγενών στο τραγικό είδος, και, υπερβαίνοντας το πλαίσιο των τραγικών αντινομιών, αλλά και την ίδια την έννοια της αμαρτίας, τρέπεται σε εκκλησιαστική έκκληση. Ως έκφραση της οντολογικής επιθυμίας του ανθρώπου για επιστροφή στο πρόσωπο του Θεού, η εκκλησιαστική γραφή του Μαργαρίτη δεν εκπίπτει σε ηθικολογία, αλλά αφορά σε βαθιά μεταβολή του είναι, η οποία επιχειρείται μέσα σε συνθήκες υπαρξιακής (και) ιστορικής ερήμωσης.

///
[513] Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 480.
[514] Διονύσιος Καρδιανός [=Σπ. Παπαγεωργίου], Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, Επιφανίου, Λευκωσία 32003 (α΄ έκδ. Εστία, 1976).
[515] Τάκης Τσαγγάρης και Πέτρος Μελαΐσης, «Αποκαλυπτικό: «Ο Σαμψών έσωσε Μακαριακούς – Ήταν θύμα», Sigmalive, 13 Ιουλίου 2018, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 26 Μαΐου 2025, https://www.sigmalive.com/news/kypriako/519385/apokalyptiko-o-sampson-esose-makariakous-itan-thyma-video?fbclid=IwY2xjawKe5z9leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETB6UW03aHZQUEVaRFhIbExGAR62D3O27Mso8Nv-_wlNp8pgGswC4Tc7MN2EM8AxlXcu5OQtiHbkBZS6PBE2tQ_aem_qdsT_facPE6vsduQnqDssA.
[516] Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 479.
[517] Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, ό.π. (σημ. 514), 34.
[518] Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 479.
[519] Φάκελος Κύπρου, Βουλή των Ελλήνων/Βουλή των Αντιπροσώπων, τόμ. Α΄, Τα πορίσματα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων, Αθήνα/Λευκωσία 2018, 201.
[520] Βλ. την εύγλωττη μαρτυρία του Κομπόκη, ό.π., 253: «Και έμαθα ότι αρκετοί ιδιώτες, αντιμακαριακής τοποθετήσεως, μόλις αντελήφθησαν ότι εγένετο ενέργεια κατά του Μακαρίου, ήρθαν στο ΓΕΕΦ, τρόπον τινά ως εθελοντές αναλήψεως κάποιας αποστολής. Κι ένας τέτοιος ήταν κι ο Σαμψών, ο οποίος μάλιστα έμαθα ότι ρώτησε δυο-τρεις φορές: Με θέλετε να πάω πουθενά; Θέλετε να με στείλετε πουθενά; Είχε και δυο-τρεις συνοδούς οπλισμένους».
[521] Ό.π., 177. Βλ. επ. σχετ. Νίκος Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη πολιτεία: Κύπρος 1960-1974, Εστία, Αθήνα 1985, τόμ. 2, 367. Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974, ό.π. (σημ. 20), 285. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 477–479. Ιωάννης Μπήτος, Από την Πράσινη Γραμμή στους δύο Αττίλες, Εταιρεία Μελέτης Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1998 (α΄ έκδ. 1997), 204. Τοφαλλής, Νεότερη Ιστορία της Κύπρου, ό.π. (σημ. ), 317–318.
[522] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 357.
[523] Ό.π., 294.
[524] Ό.π., 294.
[525] Ό.π., 300.
[526] Ό.π., 388.
[527] Ό.π.,393.
[528] Ό.π., 389.
[529] Ό.π., 389.
[530] Ό.π., 400, 402.
[531] Ό.π., 398.
[532] Ό.π., 294, 300.
[533] Ό.π., 149.
[534] Ό.π., 66–67.
[535] Ό.π., 199.
[536] Ό.π., 153.
[537] Πρβλ. το κεφ. «Εις θάνατον (δις)», ό.π., 142–158.
[538] Ό.π., 154.
[539] Ό.π., 156.
[540] Ό.π., 141.
[541] IRA (Irish Republican Army, ελλ. Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός).
[542] Βλ. ειδ. το κεφ. «Στους Κέλτες», στο Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 158–177.
[543] Ό.π., 182.
[544] Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 109, 113. Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974, ό.π. (σημ. 20), 113.
[545] Για τα γεγονότα της Ομορφίτας, βλ. αν., σημ. 20.
[546] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 265.
[547] Ό.π., 267.
[548] Ό.π.
[549] Βλ. αν., σημ. 17–25.
[550] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 268.
[551] Ό.π., 267.
[552] Κωνσταντία Σωτηρίου, Φωνές από χώμα, Πατάκης, Αθήνα 2017.
[553] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 327.
[554] Από ανέκδοτο ηλεκτρονικό αρχείο pdf που μου απέστειλε ο συγγραφέας (σ. 148), στο Κυριάκος Μαργαρίτης προς Δήμητρα Δημητρίου, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, 23 Μαρτίου 2023. Την αυτολογοκριμένη φράση υπογραμμίζω με έντονη γραφή, προς αποφυγήν σύγχυσης με την υπογράμμιση σε πλάγια, η οποία υπάρχει ήδη στο πρωτότυπο. Η αντίστοιχη εκδοχή από το εκδομένο κείμενο: Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 325–326.
[555] Βλ. επ. Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974, ό.π. (σημ. 20), 285: «Επρόκειτο ωστόσο για μια επιλογή-προβοκάτσια, που παρείχε στους Τούρκους το πρόσχημα να διατυπώσουν τον ισχυρισμό περί απειλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας, αφού η ηρωική αλλά χωρίς ηθικούς φραγμούς δράση του Σαμψών τον είχε καταστήσει ιδιαίτερα μισητό πρόσωπο».
[556] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 90.
[557] Ό.π., 414.
[558] Ό.π., 332.
[559] Ό.π., 227.
[560] Ό.π., 228.
[561] Ό.π., 363.
[562] Ό.π., 327.
[563] Ό.π., 289.
[564] Ό.π., 308.
[565] Πρβλ. ενδ. την ηρωική γλώσσα με την οποία περιβάλλει, παρά τις φρικτές δολοφονίες, τη διασπορά του διχασμού και την αντικυβερνητική της δράση, τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ ο Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, ό.π. (σημ. 514), 21, καθώς και τη σχετική απόδοση σε αυτά πλήρους άφεσης: «Εις ολόκληρος κόσμος, διπλά αυτός προδομένος, οι εν Κύπρω αγωνισταί του Διγενή, αναμένουν δικαίωσιν, διότι ενώ εις ουδέν έπταισαν, καθίστανται σήμερον αντικείμενον μομφής και διωγμών. Ποίοι ακριβώς και χάριν ποίων έπαιξαν με την ελληνική ψυχήν και τα ιερά ιδεώδη των Ενωτικών αγωνιστών […];».
[566] Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, ό.π. (σημ. 514), 32–33. Σπύρος Παπαγεωργίου, Από την ΕΟΚΑ στην ΕΟΚΑ Β΄: Αναμνήσεις και αποτιμήσεις, Επιφανίου, Λευκωσία 2009.
[567] Μπήτος, Από την Πράσινη Γραμμή στους δύο Αττίλες, ό.π. (σημ. 521).
[568] Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, ό.π. (σημ. 20), 47. Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, ό.π. (σημ. 514), 35, 38, 41.
[569] Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974, ό.π. (σημ. 20), 248. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, ό.π. (σημ. 17), 395. Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, ό.π. (σημ. 514), 31–40.
[570] Παπαγεωργίου, Από την ΕΟΚΑ στην ΕΟΚΑ Β΄, ό.π. (σημ. 566).
[571] Μπήτος, Από την Πράσινη Γραμμή στους δύο Αττίλες, ό.π. (σημ. 521).
[572] Ενδεικτικότατα, ο γιος του Νίκου Σαμψών, Σωτήρης Σαμψών, υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος της Νεολαίας του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΝΕΔΗΣΥ), ενώ εξελέγη μάλιστα τρεις φορές βουλευτής με τον ΔΗΣΥ, στις βουλευτικές εκλογές του 2001, του 2006 και του 2011.
[573] Arendt, Eichmann in Jerusalem, ό.π. (σημ. 474).
[574] Ό.π., 276.
[575] Judith Butler, «Hannah Arendt’s Challenge to Adolf Eichmann», The Guardian, 29 Αυγούστου 2011, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 5 Ιουνίου 2025, https://www.theguardian.com/commentisfree/2011/aug/29/hannah-arendt-adolf-eichmann-banality-of-evil.
[576] Arendt, Eichmann in Jerusalem, ό.π. (σημ. 474), 276.
[577] Ό.π., 288.
[578] Βλ. ενδ. την ανάλυση της Shyla Benhabib, The Reluctant Modernism of Hannah Arendt: Eichmann in Jerusalem, Sage Publications, Thousand Oaks 1996, 173–185, η οποία θεωρεί πως η έννοια της «κοινοτοπίας» υποβαθμίζει την ενεργό επιλογή μέσα σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο, ενώ αυτή της ατομικής ευθύνης υποτιμά απλουστευτικά τον ρόλο των κοινωνικών και πολιτικών δομών εξουσίας. Βλ. επ. Bettina Stangneth, Eichmann Before Jerusalem: The Unexamined Life of a Mass Murderer, Random House, Νέα Υόρκη 2014, η οποία διεκδικεί τα δικαιώματα της ιστοριογραφίας, έναντι της φιλοσοφίας, προς την ανάδειξη της συνειδητής επιλογής και δέσμευσης του Άιχμαν στον ναζιστικό μηχανισμό. Ακόμα και η Judith Butler, Parting Ways: Jewishness and the Critique of Zionism, Columbia University Press. Νέα Υόρκη 2012, 169, 175, της οποίας σύνολο το έργο υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την πολιτική και ηθική φιλοσοφία της Άρεντ, διαπιστώνει την αμφίρροπη θέση της τελευταίας ανάμεσα στον ρόλο που αποδίδει στον ατομικό/κυρίαρχο εαυτό του ουμανιστικού πλαισίου και της συλλογικότητας και υλικής συνθήκης στη διαμόρφωση της σκέψης.Top of FormBottom of Form
[579] Βλ. και Ανδρέας Ν. Λοΐζου, «Το Πραξικόπημα, οι πραξικοπηματίες και το δίκαιον», στο Κύπρος: Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, επιμ. Γιώργος Τενεκίδης και Γιάννος Κρανιδιώτης, Εστία, Αθήνα 1981, 520–528.
[580] Ό.π., 520, 542.
[581] Στο Δημήτρης Παπαδημήτρης, «31.8.1976: Η δίκη του Νίκου Σαμψών, ο οποίος καταδικάζεται σε 20ετή φυλάκιση ενώ το δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάζεται για τα πιστεύω του αλλά για τις πράξεις του», Κύπρος: Ηλεκτρονικό Αρχείο [ιστοσελίδα], χ.χ., ημερ. τελευτ. πρόσβ. 28 Μαΐου 2025, http://www.papademetris.net/index.php?option=com_content&view=article&id=2669:s-2109&catid=239:1974-3&Itemid=127.
[582] Βλ. αν., σημ. 493.
[583] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 134.
[584] Ό.π., 347–360.
[585] Τσέλαν, Επιλεγμένα ποιήματα, ό.π. (σημ. 86).
[586] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 350.
[587] Ό.π., 357.
[588] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 260.
[589] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 116.
[590] Μαργαρίτης, Εννέα, ό.π. (σημ. 10), 313.
[591] Ο όρος ανήκει στον Μαργαρίτη, Φοντάνα Αμορόζα, ό.π. (σημ. 29), 293, με αναφορά στο ερμηνευτικό σχήμα της ποίησης του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, το οποίο και ο ίδιος στη Νέα Κρόνακα οικειώνεται, μέσω του οποίου αρθρώνεται η σχέση του ανθρώπου με την ιστορία, την ύπαρξη και το υπερβατικό.
[592] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 231.
[593] Ό.π., 260.
[594] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 65.
[595] Ό.π., 343–344.
[596] Ό.π., 329–330.
[597] Ό.π., 326.
[598] Ό.π., 341.
[599] Ό.π., 405.
[600] Με αναφορά στον Αισχύλο, βλ. το έργο του μείζονος γραμματολόγου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας Albin Lesky, Iστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Αγαπητός Γ. Τσοπανάκης, Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 22006, 356.
[601] Μαργαρίτης και Σαββινίδης, «Κυριάκος Μαργαρίτης: Επιδίωξη της συγγραφής», ό.π. (σημ. 5).
[602] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 455.

*

*

*