Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τρία ποιήματα για τη φιλία, την αγάπη και την πίστη

*

Σε μια φίλη

Ο πλάνητας αποζητά μια φίλη
κι όταν τη βρίσκει μέσα στον χειμώνα
ευγνώμων στην εστία της στεγνώνει
τα απεριποίητα μαλλιά του. Κοίτα:

είναι άνοιξη κι οι στίχοι δεν αξίζουν
παρά σαν μια κατάφαση γενναία.
Μια φλέβα από ζωή, μα οι μήνες τρέχουν
και κάποτε οι θνητοί φυλλορροούμε.

Στην αύρα σου με δρόσισε για λίγο
μια αθάνατη ψευδαίσθηση – τι τρέλα
αλήθεια για τις λογικές ψυχές μας.

~.~

Αγάπη

Αγάπη, μ’ εξαπάτησες και πάλι
αλλά κι εγώ δεν είπα την αλήθεια.
Το χτυποκάρδι μες στο μαύρο βράδυ,
τα μάγια κάτω απ’ το αργυρό φεγγάρι
–τα ξέρεις– γι’ άλλον τα φυλούσα.
                                                                 Φτάνει!

Αυτόν που μου έφερες τον στέλνω πίσω·
καλό παιδί, μα ο έρωτας τρελαίνει
κι ακόμα περισσότερο όταν λείπει.
Τώρα, μου φαίνεται, θα πεις: «Σιμαίθα,
με κούρασες γι’ αυτό κι εγώ σ’ αφήνω».

Αχάριστη, διπρόσωπη με βρίσκεις
κι όλο μου λες –παρότι δεν ρωτάω–
ότι κανείς δεν ζει χωρίς εσένα.
Σωστό σαφώς, αν και σε βλέπω τώρα
μοναχή σου, μες στο κρασί πνιγμένη,

να κλαις που σ’ αψηφώ και δεν με μέλει
διόλου. Για φίλους ψάξε παραπέρα
όμως μ’ εμένα, πες μου, τι θα γίνει·
το αγόρι που ποθώ πώς θα μαγέψω;
Εμπρός, Αγάπη, θρήνησε μαζί μου.

~.~

Μονή

Τρέχουν, τα ποδαράκια τους ηχούνε,
τόση λαχτάρα για ζωή κρυμμένη
στο εγκώμιο του θανάτου. Κοίταξέ τους,
το κάλλος σου προσεκτικά φυλάνε
σ’ ένα κομμάτι ξύλο.

                                         Συμφορά μου·
η σάρκα σου το δέρμα σου η μορφή σου
ξεφεύγει από τα μάτια μου σαν σκόνη
κι εγώ τους υπηρέτες σου ξορκίζω,
αν λέξη κάποια μαγική γνωρίζουν
ας λυπηθούν τον ταλαιπωρημένο
επαίτη κι ό,τι θέλουν ας ζητήσουν.

Ανώφελο, το σφάλμα είναι δικό μου
μα το ταξίδι τούτο θ’ αποφύγω·
δίχως θεό φροντίζω την αυλή μου
και τη στιγμή για τη σπουδαία φυγή μου
ακολουθώ τα σύννεφα, τον ήλιο,
το θρόισμα στις φυλλωσιές μαντεύω
κι ό,τι κακό κι ό,τι φριχτό πληγώνει
είναι εφιάλτης περιττός πιστεύω.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*