Για την αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου
(1948 – 1968),
Επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Δόμος / Εν πλω, 2025

Επανεκδόθηκε μετά από 35 χρόνια η προ πολλών ετών εξαντλημένη αλληλογραφία Σεφέρη – Λορεντζάτου. Ενώ η συλλογή των 100 σχεδόν επιστολών, ταχυδρομικών δελταρίων, καρτών και τηλεγραφημάτων τυπικά καλύπτει μια εικοσαετία, την περίοδο ’48 με ’68/69, στη πράξη δεν αφορά παρά ελάχιστα μόνον χρόνια (αυτά ανάμεσα ’48 και ’56), κατά τα οποία παρατηρείται έτσι κι αλλιώς η μέγιστη πύκνωση της γραπτής επικοινωνίας μεταξύ των δύο αλληλογράφων· τόσο από ποσοτικής πλευράς (78 «γράμματα», ήτοι τα 4/5 του συνόλου) όσο και από πλευράς χρονικής συχνότητας ανταλλαγής των επιστολών αυτών.

Αν και στην επικοινωνία τους πάντα αναφέρονται σε «γράμματα», η ιδιότυπη τιτλογράφηση αυτής της γραπτής επικοινωνίας πιθανόν ξεφεύγει από τα όρια μιας γλωσσικής ή/και αισθητικής μόνον προτίμησης και πιθανόν υποδεικνύει κάτι διαφορετικό και πέραν της συχνόχρηστης σε τέτοιες περιπτώσεις καθιερωμένης λέξης ‘αλληλογραφία’. Η ―ηθελημένη― επιλογή της λέξης «Γράμματα» προφανώς προέρχεται από τον έτι ζώντα τότε Λορεντζάτο και σίγουρα υποδηλώνει κάποια προθετικότητα, εάν συλλογιστούμε π.χ. πως η γραπτή επικοινωνία του με τον Στυλιανό Αλεξίου τιτλοφορήθηκε, τυπικά όπως όλες, ως Αλληλογραφία. Ήθελε με αυτή την ―εσκεμμένη, επαναλαμβάνω― επιλογή ο Λορεντζάτος να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως πρόκειται απλά για «γράμματα» κι όχι κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο; πώς ό,τι κι αν λένε αυτά τα γράμματα δεν φτάνουν στην ουσία της προσωπικής σχέσης των δυο τους; μήπως ακριβώς θέλει να υποδείξει μια ανάγνωση υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης, αμεσότερης επαφής και φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών; Υπαινίσσεται δηλαδή πως η αλληλογραφία τους, όπως κι αν διαβαστεί, δεν αποτελεί παρά ένα και μόνον, ισχνό, κριτήριο της βαθύτερης, ουσιαστικότερης και διαχρονικής σχέσης τους, και μάλιστα σχετικά με ορισμένα μόνον ζητήματα που συζήτησαν σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους; μιας μακράς σχέσης, υπενθυμίζω, που κράτησε δι’ όλου του βίου τους, έως τον θάνατο του Σεφέρη. Είναι όντως μία αχνή υποσημείωση-υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ή απλά αποτελεί μια επιλογή, αισθητικής και γλωσσικής τάξης; Ας είναι.

Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο Ελλήνων συγγραφέων, που χαρακτηρίζεται από τον εξονυχιστικό κι ακριβολόγο επιμελητή της Δ. Ν. Τριανταφυλλόπουλο ως «άκρως ενδιαφέρουσα», σχεδόν με το ξεκίνημά της φανερώνει την αυθόρμητη ανάπτυξη μίας πηγαίας αμεσότητας, φιλίας και οικειότητας, και τούτο παρά την δεκαπενταετή ηλικιακή διαφορά μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Λίαν χαρακτηριστικά, οι τυπικές προσφωνήσεις, συντομότατα μέσα στον ίδιο χρόνο, μεταβάλλονται (με πρωτοβουλία του Σεφέρη) στα παιγνιώδη Ζη και Σε.

Και όντως η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αλληλογραφίας θεωρώ πως αφορά πρωτίστως στην ανάδειξη της γενεαλογίας μιας σχέσης ζωής των δύο επιστολογράφων, και των συστατικών στοιχείων που την θεμελίωσαν, την οικοδόμησαν και την ανέθρεψαν, την βαθιά δηλαδή γνώση και τον διάλογο που είχαν με την δυτική λογοτεχνία, μα και την ακατασίγαστη και κοινή έγνοια και μέριμνα για την ελληνική γλώσσα και την πορεία του τόπου τους. Στη συνέχεια στην κριτική που άσκησε ο καθείς στο έργο του άλλου, στην αποτύπωση της «ευρωπαϊκής περιπέτειας» του Λορεντζάτου, καθώς και στην καταγραφή της πορείας μεταστροφής του (για την τελευταία γνωρίζουμε πλέον πώς εξελίχθηκε κατά τα χρόνια παραμονής του Λορεντζάτου στο Λονδίνο από πρώτο χέρι, τον βασικό συνδιαμορφωτή της και οικοδεσπότη του Λορεντζάτου Φίλιππο Σέρραρντ). Ας συμπληρώσω πως μέσα στην αλληλογραφία παρελαύνει μια μεγάλη στρατιά Ευρωπαίων λογοτεχνών, μα κι απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Έζρα Πάουντ και το έργο του. Με τη μετάφραση εξάλλου της Κατάης από τον Λορεντζάτο ξεκινά σχεδόν ο επιστολικός τους διάλογος (η οποία μετάφραση και ολοκληρώνεται με την ανταλλαγή διορθώσεων και παρατηρήσεων και την τελική αφιέρωσή της στον Σεφέρη). Πάντως είναι σαφές, όπως σημείωνε κι ο επιμελητής, πως με αυτή την αλληλογραφία πληροφορηθήκαμε τελικά περισσότερα για τον βίο του «αναχωρητικού» Λορεντζάτου. Υπάρχουν και άλλες στιγμές; Σαφώς ναι, και ορισμένες έχουν ήδη καταδειχθεί ή/και σχολιαστεί, σχετικά με τη μη αναφορά τους στη συγκαιρινή τους πολιτική κατάσταση εν Ελλάδι, το πώς συζητούν ορισμένα ζητήματα οι αλληλογράφοι γιοι καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Αλλού όμως θέλω για λίγο να σταθώ.

Έχει πολυσυζητηθεί η «ρήξη» μεταξύ τους με αφορμή το γράμμα της 18/4/56 όπου ο Λορεντζάτος, επικρίνοντας τη συλλογή Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, μιλά για την χρήση της ελληνικής λαλιάς… στο κενό, αλλά και η μεταστροφή του Λορεντζάτου που διατυπώνεται θεωρητικά στο Χαμένο κέντρο (στον τιμητικό τόμο για τα τριαντάχρονα της Στροφής, το 1961). Ταυτόχρονα, εξαιτίας και της πρόσφατης κυκλοφορίας και των τελευταίων τόμων του ημερολογίου του Σεφέρη, έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα σε αυτή την υποτιθέμενη «ρήξη», προσκομίζοντας τα πολλαπλά κείμενα μιας ανεπίδοτης σεφερικής επιστολής και ορισμένων δηκτικών κρίσεων του νομπελίστα για τον Λορεντζάτο στα ημερολόγιά του. «Unresolved tension» την χαρακτήρισε ο Τσαρλς Λοκ εν όψει της επίσκεψης του Πάουντ στην Αθήνα το 1965, κι έφθασε μάλιστα αμετροεπώς και παντελώς ανυποστήρικτα να γράψει πως οι δυο τους «were never close again».

Όντως μετά την ανταλλαγή τριών επιστολών το Μαγιάπριλο του ’56, η επικοινωνία τους διακόπηκε για δυο χρόνια. Είναι ενδιαφέρον όμως πώς αποκρίνεται ο Λορεντζάτος (που έχει κλειστεί πια στο «κελλί» του στην Κηφισιά) στον Σεφέρη που κάνει την πρώτη κρούση: «Αδερφέ μου, […] Άλλοτες σου έγραφα για διάφορα ζητήματα ― που δε με ενδιαφέρουν πια. Ένα δεν άλλαξε, και το ξέρεις: η θέση που σου έχω μέσα στην καρδιά μου. Αυτό. Τί δήτα;» (19/12/58).

*

*

Κι ας γράφτηκε πρόσφατα πως «το 1956 φαίνεται η σχέση τους να είναι σε μια πιο τυπική φάση, αφού αλλάζουν και οι προσφωνήσεις» (Στ. Καβαλιεράκης), αν κάτι υποδεικνύει αυτή η ανταλλαγή επιστολών είναι τη βαθύτερη, αδιατάρακτη στενή σχέση ζωής δυο ανθρώπων (με τις συζητήσεις, τους περιπάτους, τις εκδρομές τους), που παρ’ όλες τις κριτικές διαφωνίες στάθηκε όρθια, θαλερή και ζωογόνα, όπως ξέρουμε πια και από τις υπόλοιπες μαρτυρίες (τις Μέρες του Σεφέρη, τις μαρτυρίες της Μαρώς, τα Collectanea του Λοραντζάτου κλπ.). Μα και η μόλις αναφερθείσα παρατήρηση περί αλλαγής προσφωνήσεων δεν φαίνεται να παρακολουθεί στενά τη συνέχεια: «Αδερφέ μου», «Ζη», «Ζήσιμε», «Γιώργο», «Γιώργο μου», «Ζήσιμε αγαπητέ» είναι μερικές από τις προσφωνήσεις που ακολουθούν τη διαφωνία τους, που εκδηλώθηκε με την επιστολή του Λορεντζάτου. Στ’ αλήθεια, ξεφεύγει η σύνολη πραγματικότητα μιας ζωντανής σχέσης, με όλα τα σκαμπανεβάσματα και τις δυσκολίες της, εάν θεωρηθεί στενά και μόνο υπό το ―ασφυκτικό― πρίσμα μιας περιορισμένης επιστολογραφίας (o altra cosa).

Επί της ουσίας όμως κι η ίδια αυτή η επιστολογραφία παρέχει επισφαλές έδαφος για την εξαγωγή βέβαιων συμπερασμάτων περί ρήξεως, μιας και ναι μεν γνωρίζουμε για τη διαφωνία τους, από την άλλη όμως ξέρουμε με τεκμηριωμένη βεβαιότητα πως παρέμειναν στενοί φίλοι και συνδιαλεγόμενοι, και πως κι οι δυο τους θεωρούσαν ο ένας τον άλλο ως τον εκλεκτότερο και ιδανικότερο συνομιλητή τους και συνοδοιπόρο στη δύσβατη περιοχή της λογοτεχνίας, της ελληνικής γλώσσας, μα και κοινωνό μιας βαθύρριζης αγωνίας για τον τόπο και την πορεία του. Η τρυφερότητα κι η έγνοια του ενός για τον άλλο (και την οικογένειά τους), που ξεφύτρωσε από τα «γράμματά» τους, τους συνόδευσε έως τέλους, χωρίς να μεταφέρεται πια σε «γράμματα» (κι ίσως εδώ να μας κλείνει το μάτι η αρχική επιλογή του Λορεντζάτου). Ενδεικτικά:

«[…] είναι φορές που με συγκινείς όσο τίποτα» (Λ. προς Σ., 27/7/49)

«Τέλος πάντων τι γίνεσαι βρε παιδί, ζεις πέθανες, πες μια λέξη και σε εμάς που σε αγαπάμε» (Λ. προς Σ., 21/11/54)

«Όρεξη για κουβέντα μαζί σου ― τί θά ’λεγα, δεν ξέρω· άλλο πράγμα να τα λες φωνή με φωνή.» (Σ. προς Λ., 11/1/61)

«Η στέρηση που ένιωσα μ’ αυτή την κατάστασή μου ήταν στέρηση χαράς και κεφιού ― μιας ανθρώπινης κατάστασης, αν μπορώ να πω, να κουβεντιάσεις μ’ έναν παλιό φίλο που σώπασε πού καιρό και που λαχταρούσες ένα διάλογο μαζί του». (Σ. προς Λ., 14/4/62)

«Πες της Μαρώς πως βλέπω τα παιδιά της ταχτικά· είναι όλοι πολύ καλά». (Λ. προς Σ., 5/10/68).

Κι ενώ έχει σχολιαστεί η στροφή του Λορεντζάτου, με την κριτική στον Σεφέρη και το Χαμένο Κέντρο, δεν έχει θιχτεί επαρκώς η συγκρατημένη μεν, αλλά αποδοκιμαστική κρίση του Σεφέρη για την ποίηση του Λορεντζάτου και την ποιητική του ικανότητα κι αξιοσύνη. Κάτι που αναδύεται μέσα από αυτή την αλληλογραφία και που ο Λορεντζάτος ίσως πήρε τοις μετρητοίς, μιας και δεν εξέδωσε ξανά τη συλλογή του (Μικρά Σύρτις, 1955) αλλά κι έγραψε έκτοτε ελάχιστα ποιήματα.

«Χεροπιάνω ένα μέρος, το άλλο, το μεγαλύτερο μου φαίνεται, δεν το χεροπιάνω· μου γίνεται Τουελζακόπτλ […] Θαρρώ πως ο ρυθμός λασκάρει, η πίεση δεν είναι αρκετά δυνατή. Δεν ξέρω […] Νομίζω πως αν διάλεξες αυτό το δρόμο θα πρέπει να δουλέψεις κάμποσο ακόμη […] Η φωνή σου πρέπει να ξεχωρίζει καλύτερα» (Σ. προς Λ., 16/1/55).

Φαίνεται πως αυτή η σεφερική κρίση στάθηκε καταλυτική και βάρυνε στην απόφαση του Λορεντζάτου να σταματήσει να γράφει ποίηση (αν κι όχι παντελώς, όπως γνωρίζουμε πλέον) ή να θεωρεί τον εαυτό του ποιητή και να στραφεί στην κριτική.

Και κάτι τελευταίο, σε σχέση με τη διαφωνία τους για την ποίηση και τον ρόλο της, στο οποίο μόνον ακροθιγώς θα αναφερθώ εδώ. Ο Λορεντζάτος στο μνημονευθέν γράμμα του, ανάμεσα στα άλλα περί παραδόσεως, χαμένου κέντρου, απομόνωσης της τέχνης από την ενιαία ζωή που είχε κέντρο το υπερβατικό κλπ., αφού εξηγούσε πως δεν μπορεί να αναπτύξει περισσότερο όλα αυτά (παραπέμποντας μάλλον στους Νόμους που συνέγραφε τότε), έγραφε και το εξής: «[…] της νομιζόμενης και λεγόμενης σήμερα “ποίησης” ή του αισθητικού αυτοσκοπού […]», και παρακάτω, με αφορμή το δημοτικό τραγούδι:

«ενώ τα άλλα στοιχεία του δημοτικού αυτού πολιτισμού πέρασαν στα χέρια των “αισθητικών” […] όχι σαν λειτουργίες ζωής όπως ήταν για τους μακαρίτες, αλλά σαν αυτοσκοπούς ή τέχνη […]».

Ο Σεφέρης αποφάσισε να αφήσει κατά μέρος το σχέδιο μιας πρώτης (με προσωπικότερες αιχμές) επιστολής του και απάντησε στις 26/4/56:

«Δεν πιστεύω πως πηγαίνει κανείς στο Θεό από κριτικές της ιστορίας […] Σε παρακολουθώ πάντα με φροντίδα. Ο κίνδυνός σου είναι ο θεωρητικός ιεροφάντης. Πρόσεξε».

Όσο ενδεχομένως κι αν συμφωνήσει κανείς με τις σεφερικές επιφυλάξεις προς τις θεωρητικές αναζητήσεις, απόψεις και διαδρομές του Λορεντζάτος, δεν διαφεύγει το γεγονός πως ο Σεφέρης αντιμετωπίζει με αμηχανία τα όσα λέει ο Λορεντζάτος κι επί της ουσίας δεν κατορθώνει να απαντήσει κάτι. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη συνέχεια, στην περίπτωση του Χαμένου κέντρου. Διατρέχοντας κανείς και τις ανολοκλήρωτες, ανεπίδοτες εντέλει, πολλαπλές προσπάθειες άρθρωσης μιας απάντησης σε επιστολικά σχέδια επί έναν σχεδόν ολόκληρο χρόνο το 1962 (επισυνάπτονται στο επίμετρο, στις Μέρες Η΄), διαπιστώνει τη βαθύτατη και πιεστική ανάγκη του Σεφέρη να αντείπει κάτι, να θεμελιώσει μία στιβαρή απάντηση, μα ταυτόχρονα και κάτι απολύτως ξεκάθαρο: την παντελή αδυναμία να το πράξει. Κι όσο κι αν προσπαθεί να υπεκφύγει, γράφοντας πως ο Λορεντζάτος ξέρει πολύ περισσότερα από αυτόν (και στις «ψυχικές υπόθεσες» και στην λογοτεχνία) και πως «δεν έχ[ει] τη φιλοσοφική άσκηση που έχεις αποχτήσει», γυροφέρνει μόνο τις μεταφυσικο-θεολογικές σχηματοποιήσεις, ενστάσεις και διατυπώσεις του Λορεντζάτου. Το ριζικότερο ζήτημα που θέτει ο Λορεντζάτος, και που προσπερνάται ως οιονεί αόρατο, πιθανότατα με άλλοθι την τόση και τέτοια μεταφυσική επικάλυψη, είναι η ποίηση (ή η τέχνη) ως αυτοσκοπός, ως απογυμνωμένη αισθητική, άνευ άλλης αναφοράς και λειτουργίας, «ένα είδος αφροδίσιο με κριτήριο τι μου αρέσει ή δε μου αρέσει» (όπως του γράφει ο Λ.). Νομίζω πως ο ουσιαστικότερος λόγος που ο Σεφέρης δεν κατορθώνει να αντείπει κάτι στον συνομιλητή του, να οικοδομήσει μία απόκριση συμπαγή και σαφή, δεν είναι μόνον η έλλειψη φιλοσοφικής του κατάρτισης (όση και όποια κι αν είναι) αλλά η πρόσδεσή του σε αυτό το μοντερνιστικό πρόταγμα, το οποίο κατηγορεί ο Λορεντζάτος, το γεγονός πως ο Σεφέρης και η ποίησή του εγκολπώνεται κι εκφράζει αυτή τη μοντερνιστική στροφή.

Όπως είπα όμως, δεν θα επεκταθώ εδώ παραπέρα, φτάνει μέχρις εδώ. Ας υπενθυμίσω μόνον μια από τις τελευταίες φράσεις του Σεφέρης στην έσχατη επιστολική, κι ανεπίδοτη, δοκιμή του: «Είμαστε λίγοι και ξέρεις πόσο λογαριάζει για μένα μια φωνή σαν τη δική σου».

*

Πηγή: εφημ. Καθημερινή, 9. 2. 2003

*

Αυτά τα ολίγα για την ουσία της αλληλογραφίας. Περνάω τώρα στα τυποεκδοτικά της νέας τούτης έκδοσης. Κι εδώ δυστυχώς έχω να σημειώσω ορισμένα αποκαρδιωτικά. Κατ’ αρχάς, στην νέα έκδοση προστίθεται, ως επίμετρο V, ένα σημείωμα του Λορεντζάτου που συνόδευε το βιβλίο του Δοκίμιο Ι που χάρισε στον Σεφέρη το 1947, και είχε επισημάνει ο Νίκος Γιανναδάκης, το οποίο και συνιστά το πρώτο χρονικά επιστολικό τεκμήριο της αλληλογραφίας τους.

Στην άψογη τόσο από πλευράς φιλολογικής όσο και εκδοτικής επιμέλειας, φροντίδας και παρουσίασής της πρώτη έκδοση ―τι να πει κανείς για τους λεπτολόγους δεξιοτέχνες τελειοθήρες Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο και Δ. Μαυρόπουλο αντίστοιχα!― είχα επισημάνει τις ακόλουθες αβλεψίες, τις οποίες, μιας και όπως είδα, δεν διορθώθηκαν στην νέα έκδοση, τις επισυνάπτω:

Σ. 56: «Under while clouds» αντί του ορθού: «Under white clouds».

Σ. 98: «Montereg» αντί του ορθού: «Monterey»/

Σ. 121: Ο Λορεντζάτος κατακλείει το γράμμα του με τη διεύθυνση του Πάουντ στην ψυχιατρική κλινική της Ουάσινγκτον ως «St. Mary’s Hospital» αντί του ορθού «St. Elisabeth’s Hospital».

Σ. 133, σ. 1 (γράφει ο επιμελητής):

«Ίσως πρόκειται […] ή για το “Η Τέχνη της ποιητικής μετάφρασης”, περ. Συμπόσιο της Βρετανικής Ακαδημίας Πατρών, αρ. 3, Φθινόπωρο 1951.»

Αυτή η εικασία μπορεί να αφαιρεθεί με ασφάλεια, καθώς το εν λόγω κείμενο δεν είναι άρθρο του Σεφέρη, αλλά δυο τρεις επιμέρους απαντήσεις σε ερωτήσεις τού εν λόγω περιοδικού περί του θέματος, στις οποίες απαντούν και άλλοι προσκεκλημένοι λογοτέχνες.

Επιπλέον, ο επιμελητής με ευθύτητα και διακριτική σεμνότητα, είχε σημειώσει στο εισαγωγικό του σημείωμα:

«Ορισμένων παραθεμάτων από την ξένη λογοτεχνία δεν εντόπισα την πηγή. Ελπίζω πως κάποιοι αναγνώστες θα ανακαλύψουν όσα εγώ δεν μπόρεσα».

Είναι κρίμα που, με την ευκαιρία της νέας έκδοσης, όχι μόνο δεν ελέγχθηκαν οι παραπάνω μικρές αβλεψίες μα δεν αναλήφθηκε καν προσπάθεια να ανιχνευτούν αυτά τα ελάχιστα παραθέματα, τα οποία ο ΔΝΤ υποδεικνύει σε υποσημειώσεις του, ιδίως σήμερα που τα τεχνικά μέσα μας προσφέρουν βοήθεια πολύτιμη. Συμπληρώνω λοιπόν με βάση τη δική μου έρευνα:

Σ. 31 (γράφει ο Σ.):

«Δε θυμάμαι αν έχω τυπώσει πουθενά τη συμβουλή που έδινε ο μακαρίτης ο Max Jacob στους νέους: “Προσέχετε: όταν κάτι που γράψατε σας αρέσει πολύ είναι κακό σημάδι· σημαίνει πως μοιάζει με κάτι που αγαπάτε”».

Ο Σεφέρης σωστά αναρωτιέται (στις 16/5/48) εάν είχε τυπώσει κάπου την νουθεσία του Jacob, μιας και αχνοθυμόταν πως είχε καταγράψει στο ημερολόγιό του (Μέρες Β΄, 2/4/33) ―με μεγαλύτερη αβεβαιότητα μα και περιγραφική ασάφεια― τα εξής για την ίδια νουθεσία:

«Ξέρεις τι συμβούλευε κάποτε ο Max Jacob σ’ ένα νέο: “πρόσεχε από τα έργα σου εκείνα που σου αρέσουν. Αυτά είναι τα πιο επικίνδυνα. Γιατί αν σου αρέσουν θα πει πως μοιάζουν με το έργο κάποιου άλλου που αγαπάς. Τα έργα σου που δε σ’ αρέσουν, εκείνα υπάρχει ελπίδα να είναι δικά σου”. προσπαθώ να αποδώσω όπως μπορώ μια παλιά ανάμνηση. Ίσως να ’ναι απατηλή.»

Στηριζόμενος λοιπόν στην αβεβαιότητα του Σεφέρη για την ορθή και ακριβή μεταφορά του παραθέματος (ο οποίος προφανώς την ανακαλεί και την ανασυστήνει μνημονικώς με δύο διαφορετικούς τρόπους), τείνω να πιστέψω πως αυτό που προσπαθεί να μεταφέρει κυκλοφορούσε πιθανότατα προφορικά ως νουθεσία του Ζακόμπ, μα εν συνεχεία το μόνο γραπτό που κάπως σχετίζεται και προσομοιάζει με το σεφερικό παράθεμα βρίσκεται στο Conseils à un jeune poète (1941) κι έχει ως ακολούθως:

«Méfiez-vous de votre caractère en prose et servez-vous de tout le dictionnaire sans préférence. Vos personnages ne doivent pas vous ressembler ou vous ressembler le moins possible. C’est à eux-mêmes qu’ils ressemblent. Or vos mots ne doivent pas être «vous», mais eux. De même, ce n’est pas l’objet que vous aimez que vous décrivez mais l’objet qu’ils aiment, eux, et des paysages adéquats à la situation, la leur. Or vos mots décrivent ce qui est à vous, mais non ce qui est est à eux. ―Donc attention!»

Σ. 33 (στο παρατιθέμενο απόσπασμα του Φλωμπέρ από τον Λορεντζάτο ο επιμελητής σχολιάζει):

«Από γράμμα στη Louise Colet. Δεν εξακρίβωσα την ημερομηνία».

Το γράμμα χρονολογείται στις 29 Οκτωβρίου 1859 και δεν απευθύνεται προς την Κολέτ, μα προς τον Ερνέστ Φεντώ (μήπως η μνήμη του Λ., όπως πιθανόν μεταφέρθηκε, ξεγέλασε τον επιμελητή;).

Και, τέλος, Σ. 143 (γράφει ο Σ.):

«Όσο για τη δουλειά ― Tous les métiers qui ne rapportent que de l’argent sont haïssables; et ils en rapportent si peu qu’il faut recommencer tous les jours. Έλεγε ο φίλος σου ο Gide.»

Η πηγή είναι τα Paludes (Feuille VI) του Ζιντ (έργο που μερικές του σελίδες μετέφρασε ο Σ., όπως γράφει), και το παράθεμα είναι ελαφρώς διαφορετικό (γι’ αυτό ίσως και δεν κατάφερε να το εντοπίσει ο επιμελητής):

«Toutes les carriéres sans profit pour soi sont horribles ―celles qui ne rapportent que de l’argent―, et si peu qu’il faut recommencer sans cesse.»

~.~

Πιάνω στα χέρια μου το βιβλίο, εξώφυλλο στοιχειώδες, ήδη τα γράμματα έχουν φθαρεί από το άγγιγμα, η σύγκριση με την πρώτη έκδοση καταλυτική. Χαλάλι λες, οι καιροί είναι δύσκολοι, το χαρτί πανάκριβο, οι αναγνώστες είδος σε σπάνι. Ξεφυλλίζω λοιπόν κι άξαφνα με το πρώτο πρώτο κοίταγμα, στην αρχή αρχή διαβάζω: ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΤ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ. Αναρωτιέμαι πώς στο καλό συνέβη κάτι τέτοιο; μα δεν ακολουθεί κατά πόδας το κείμενο της προηγούμενης έκδοσης, τη σελιδοποίησή της; Όχι, δεν πρόκειται για ανατύπωση. Ρίχνω μια ματιά στα όσα προανέφερα ήδη κι είδα πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Κι εκεί, καθώς διαβάζω βλέπω τον Pound σε πολλά σημεία να έχει γίνει Pount (6 φορές σε 4 σελίδες!) κι εν συνεχεία διάφορα περίεργα λάθη, από τα οποία παραθέτω τα πιο χαρακτηριστικά: Σ. 60: eul-de-sac αντί cul-de-sac, Σ. 92: τοϋ αντί τοῦ, Σ. 95: ὀλημέρα αντί ὁλημέρα, Σ. 127: Comolétes αντί Complétes, Σ. 128: Rikaku αντί Rihaku, Σ. 143: reeom-mencer αντί recommencer.

Η υποψία μεταβλήθηκε σε βεβαιότητα. Τέτοια λάθη μόνον η ανάγνωση με κάποιο πρόγραμμα ανάγνωσης OCR από το κείμενο της πρώτης έκδοσης και η αυτούσια αντιγραφή-μετάπλασή του, χωρίς την διορθωτική επιμέλεια και ματιά, δημιουργεί. Από παλιά επαγγελματική διαστροφή και αυξανόμενη περιέργεια για την έκταση του φαινομένου, έπιασα μολύβι και σημείωσα μόνο όσα έπιασε το μάτι μου καθώς βιαστικά διέτρεχα το βιβλίο. Καταγράφω τις σελίδες που παρατηρούνται λάθη, σε ορισμένες μάλιστα με πάνω του ενός ανά σελίδα: 11, 33, 35, 36, 41, 44, 45, 60, 69, 92, 95, 96, 119, 124, 125, 127, 128, 140, 143, 152, 157, 159, 169, 172, 173, 174, 203, 205, 207, 209, 211, 214.

Παρότι κατανοώ πλήρως την ανάγκη για την επανέκδοση της σημαντικής αλληλογραφίας δυο ξεχωριστών και σπουδαίων λογοτεχνών, ποιητών, κριτικών, έστω και με ορισμένους τυπογραφικούς συμβιβασμούς, έχω τη δυσάρεστη εντύπωση πως αυτή η δεύτερη έκδοση φαίνεται κάποτε σαν να υπονομεύει την πρώτη. Κρίμα.

///

*

*

*