Day: 13.06.2026

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)