Η συγγραφική πατρίδα του Ηλία Βενέζη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

«Τα Κιμιντένια, χαμηλά απ’ την Πέργαμο,
μοιάζουν σαν ένα πελώριο καράβι που στοίχειωσε
και καρφώθηκε μες στο Αιγαίο και περιμένει
το χέρι που θα του δώση ενέργεια να κινηθή,
ψυχή να υπάρξη».
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, «Γκαν», Αρχιπέλαγος

Πώς γεννιούνται τα πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας; Νά ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο Τόπος, η Περίσταση και το Αίμα (για να θυμηθούμε κάπως τον Ιππόλυτο Ταιν) δεν θα πάψουν, βέβαια, να τροφοδοτούν την ειδική εκείνη ροπή που κάνει τον άνθρωπο συγγραφέα. Ισχυρίζομαι ωστόσο ότι ο Τόπος είναι αυτός που θα καθορίσει το ύφος και παρόμοιες εμπειρίες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πλήθος επιλογών, δεν χρωματίζονται απλώς στον ορίζοντα του περιβάλλοντος (και ιδιαίτερα της άδικης απώλειάς του) αλλά υποβάλλουν και τον τρόπο που αδαείς και στεγνοί εύκολα θα χαρακτηρίσουν «επικό», «λυρικό» και άλλα κριτικά παρόμοια, αγνοώντας πως αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που διασφαλίζει εν τέλει την αλήθεια των υπαρκτών συγγραφικών πλασμάτων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Αιολίδας (αντίκρυ στη Λέσβο), στον δρόμο που οδηγεί από το Αϊβαλί προς την Πέργαμο και το Μπαλίκεσιρ, υψώνονται τα Κιμιντένια, μέρος της ορεινής αλυσίδας του Μαντρά νταγ, όπως η Ιστορία θέλησε να ονομάζεται σήμερα ο αρχαίος Πίνδασος. Αν τα Κιμιντένια είναι ο τόπος που ίσως καθόρισε τη φυσική του σώματος και τη μεταφυσική του πνεύματος ενός συγγραφέα, πράξη ευγνωμοσύνης στάθηκε το αντιχάρισμα αυτού του συγγραφέα που παρέδωσε στη μνήμη των επιγενομένων το όνομα ενός τόπου τον οποίο η ματαιότητα των ήχων και η αδιαφορία των ανθρώπων απειλούσε να αφανίσει, όπως τόσα και τόσα άλλα. Ο λόγος για τον Ηλία Βενέζη, τον πιο χαμηλόφωνο μα και πιο ηρωικό –επιτρέψτε μου να πιστεύω– της αιολικής άνοιξης. Αυτόν που έγραψε και αθανάτισε την Αιολική Γη.

Στη μικρασιατική τριλογία του Ηλία Βενέζη (όπως συνήθως αποκαλείται το μυθιστορηματικό του τρίπτυχο: Το νούμερο 31328, Γαλήνη και Αιολική Γη), το τρίτο, το βιβλίο της νοσταλγίας, έρχεται μετά την εξιστόρηση της τραγικής αιχμαλωσίας και της δραματικής προσφυγικής εγκατάστασης που περιγράφονται, αντίστοιχα, στα δύο πρώτα. Ο Ηλίας Μέλλος (που δεκαοκτάχρονος σύρθηκε από το Αϊβαλί στις πορείες θανάτου και είχε την τύχη να είναι ένας από τους μόλις 23 που επιβίωσαν από μιαν αποστολή 8.000 ανδρών), μετά το χρονικό της τραγωδίας αλλά και τα πρώτα του διηγήματα με την πίκρα της μνήμης της Ανατολής, θα νιώσει πως ήρθε η ώρα για την ανάμνηση των γλυκών ημερών της Αιολίδας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Μια ονειρική διαφυγή και ανάγκη να θυμηθεί πως υπήρξαν και αισθήματα καλοσύνης και γενναιότητας στη γη; Ναι. Αλλά χωρίς να ξεχνάμε πως η πίκρα της απώλειας δεν παύει να διαπερνά, ρητά ή άρρητα, αυτή τη «γλυκιά» αναδρομή που καθόλου γλυκιά άλλωστε δεν την θεωρούσε ο ίδιος: «θα είναι ένα βιβλίο πικρό», εξομολογήθηκε τις μέρες που το έγραφε στον Άγγελο Τερζάκη. Μήπως δεν περιέχει άλγος και μόνον ως έννοια η νοσταλγία; Και μπορεί κανείς να παραβλέψει πως η έκδοση της Αιολικής Γης, τον Δεκέμβρη του 1943, θα βρει τον Βενέζη στα κελιά των μελλοθανάτων των φυλακών Αβέρωφ, εμπειρία που τόσο συγκλονιστικά περιέγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του, στο Μπλοκ C;

Η Αιολική Γη έχει χαρακτηριστεί ως σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις και ως αγροτικό ελεγείο. Ακριβέστερη είναι νομίζω η διατύπωση του Λώρενς Ντάρρελλ: «ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή, τέτοια που ήταν άλλοτε στα Κιμιντένια πριν γίνει η έξωση απ’ τον Παράδεισο». Το μυθιστόρημα αυτό, «με τον επιδέξιο συγκερασμό καταστάσεων και διαθέσεων, δημιουργεί μιαν άλλη Εδέμ από τη χαμένη Ανατολή». Αν στην Εδέμ δεν υπήρχε χρόνος, αλλά μόνο μια ευλογημένη ατέλειωτη διάρκεια ευτυχίας, η εδεμική ατμόσφαιρα της Αιολίδας βγαίνει από την αναδημιουργία ενός τρόπου ζωής που έχει χαθεί, από τη λογοτεχνική διάσωση μιας κληρονομιάς που έχει αρπαχθεί. Στην ατμόσφαιρα αυτή κυριαρχεί μια λέξη, ένας τόπος: τα Κιμιντένια.

Ήδη, από το πρώτο βιβλίο του Βενέζη, τη συλλογή διηγημάτων Μανόλης Λέκας (1928), το διήγημα «Στον κάμπο, κάτω από τα Κιμιντένια» δίνεται ο τόνος της έμπνευσης. Κάτω από τα Κιμιντένια, ένα βουνό με άγρια φαράγγια και γεμάτο από μυστηριακές σπηλιές, κατάφυτο από βελανιδιές κι οξιές, πλημμυρισμένο τσακάλια, αγριογούρουνα, αρκούδες και αετούς, Έλληνες γεωργοί ζουν σε μια γη άλλοτε άγονη που με μόχθο έχουν ξεχερσώσει και καλλιεργούν. Αξίζει να σκεφτεί κανείς την αξιοσύνη εκείνων των ανθρώπων που δημιουργούσαν περιουσίες υπό καθεστώς κατοχής και φυλετικού φθόνου. Σε τούτη την υπό αίρεση Εδέμ, πλάι  σ’ αυτούς που περνούν μια ζωή απλή και τίμια, άνθρωποι που οι καθημερινές έγνοιες τους είναι μόνο «για τη γη, για το ξύλο που δίνει τη φωτιά, για τα σύννεφα που δίνουν το νερό της βροχής», ζουν και κάποιοι άλλοι που τους δέρνουν παράξενα πάθη: ληστές, κοντραμπατζήδες, αλλά και άνθρωποι απλοί που από κάποιο γύρισμα της μοίρας ή της ζωής τους έγιναν μανιακοί ή ακίνδυνοι τρελοί.

Μιλήσαμε ήδη για Εδέμ. Μα αυτή η αιολική Εδέμ δεν είναι ένας παράδεισος αδράνειας. Είναι μια Εδέμ με πάθη ζωντανά. Η φαντασία και το όνειρο συγκρούονται διαρκώς, σε μια φύση τραχιά και άγρια, σε μια περιρρέουσα πραγματικότητα που συχνά είναι έως και βάρβαρη. Στην ήσυχη ζωή της γης, στα παραμύθια της γιαγιάς, στις ιστορίες των περαστικών, αντιπαρατίθενται περιστατικά αιματηρά, τα δεινά ενός κατατρεγμένου λαού αλλά και η σκληρή ζωή των κοντραμπατζήδων και των ληστών που καθώς έρχονται μέσα από ρομαντικές σελίδες δεν ανέχονται το παραμικρό όταν ο λόγος είναι για τιμή. Παλικάρια όλο γενναιοψυχία, παιδιά της στεριάς της Ανατολής και της θάλασσας του Αιγαίου, που συνδυάζουν το ξεροκέφαλο πείσμα του αγρότη, την ανυποχώρητη πίστη του ανατολίτη, τη ζωική φαντασία των θαλασσινού.

Το βιβλίο της Αιολικής Γης δομείται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, με τίτλο Κόσμος περιγράφει τη γνωριμία του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στα Κιμιντένια, στο τσιφλίκι του παππού του. Το δεύτερο, με τίτλο Συμφωνία της αυγής, δεσπόζεται από τον ερχομό της ελληνοσκωτσέζας Ντόρις που αναστατώνει τη ζωή στα Κιμιντένια. Στο τρίτο (Άνθρωποι), θα γνωρίσουμε τους κοντραμπατζήδες και τον φημισμένο Αντώνη Παγίδα, φάντασμα τακτικό όσο και υπαρκτό ανάμεσα σ’ Αϊβαλί και Κιμιντένια. Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μαθαίνουμε πώς υψώθηκαν αυτά τα βουνά, ως ζηλότυπη απάντηση της Ανατολής, για έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας. Στα Κιμιντένια, λίγο πάνω από το κτήμα του παππού, τα παιδιά της οικογένειας Μέλλου μαθαίνουν τα καλοκαίρια τη μυστική ζωή των δέντρων, τον βαθύ δεσμό του ανθρώπου με τη φύση αλλά και το νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου που ονομάζουν πόλεμο, πόλεμο με τα πεινασμένα τσακάλια, πραγματικά ή συμβολικά, όπως η πιο ανήσυχη απ’ όλους, η Άρτεμη, πληροφορεί τα αδέρφια της.

Τα καλοκαίρια στο κτήμα του παππού (του Γιαννακού Μπιμπέλα, πατέρα της μητέρας του Ηλία) φωτίζουν το πατριαρχικό πρότυπο στην πιο ευγενική του μορφή, του προστάτη και υπέρτατου υπερασπιστή. Όσοι αναζητούν αντίκρισμα στις λέξεις και όχι συνθήματα, θα βρουν την αυθεντική σημασία τους, στη σχέση του Γιαννακού με τη γυναίκα του, τη γιαγιά Δέσποινα (που πέρασε μαζί του «όλες τις πίκρες κι όλες τις δυσκολίες της ζωής και είδε στο πλάι του ν’ ανασταίνουνται από χρόνο σε χρόνο παιδιά, εγγόνια, δέντρα, κλήματα»), τη γιαγιά που στάθηκε πολύτιμη στη διαχείριση της περιουσίας τους και έχει αναμνήσεις μονάχα αγάπης να διαποτίζουν το σπίτι που θύμιζε μοναστήρι ή φρούριο, με πέτρα του Σαρμουσάκ χτισμένο, για τον φόβο των ληστών. Σε ένα δωμάτιο του υποστατικού, το Κίτρινο δωμάτιο, ήταν φυλαγμένα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα φτάνανε για ν’ αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης. Καθώς το δωμάτιο αυτό ήταν κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός από τον παππού, η φαντασία των παιδιών (που το δωμάτιό τους ήταν το διπλανό), δεν ήθελε πολύ για να δίνει διαστάσεις σε κάθε ήχο και να το μετασχηματίζει σε μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων- έστω κι αν ο παππούς προτιμούσε πάντα να βρίσκει τρόπους συνδιαλλαγής με τους ληστές, όπως με τον Λαζό εφέ. Κι ούτε είναι τυχαίο ότι στο υποστατικό του Γιαννακού βρίσκανε τόπο να κοιμηθούν, να φάνε και να αναπαυτούν περαστικοί ταξιδιώτες κάθε φυλής και τάξης. Ο παππούς ασκούσε ένα λειτούργημα ιερατικό, προσφέροντας φιλοξενία, «σαν τους χωρικούς βασιλιάδες του Ομήρου» (όπως σημειώνει ο μεταφραστής της Αιολικής Γης στη Γαλλία, ο Pierre Amandry), σ’ όλους τους περαστικούς, κι αυτοί ξεπληρώνουν το ψωμί που τρώνε λέγοντας ιστορίες και παραμύθια. Πολύ σωστά ο Άγγελος Σικελιανός χαρακτήρισε τον Ηλία Βενέζη ως «θεματοφύλακα της ιωνικής παράδοσης». Είναι πράγματι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο συγγραφέας, χωρίς κόπο, χωρίς καμιά επιτήδευση, ξαναβρίσκει τον τόνο των ομηρικών αφηγήσεων όπου ο αοιδός, ταξιδιώτης κι αυτός, πρέπει να ικανοποιήσει την περιέργεια αυτών που τον φιλοξενούν. Κόσμος αρχαϊκός, που ως τις αρχές του εικοστού αιώνα βρισκόταν πιο κοντά στον κόσμο του Ομήρου παρά στον δικό μας.

Φυσικά, δεν μπορεί σε ένα τέτοιο κόσμο να λείπει ο ύμνος στους ατρόμητους ανυπότακτους των ακτών της Αιολίδας, ο ύμνος στους κοντραμπατζήδες.

«Χαμένα κορμιά [που] μέσα τους έκαιγε ένας δαίμονας, το πάθος για το αίμα και για τον κίνδυνο. Παίζανε κάθε μέρα μονά- ζυγά τη ζωή τους, χτυπούσανε και χτυπιόνταν. Ήταν ένα παιχνίδι με τη φωτιά και με το θάνατο, που έπρεπε να γίνεται όσο πιο πολύ μπορούσε παλαβά κι ασυλλόγιστα, για να ’χει νόημα, για να δίνει λίγη γαλήνη, να σβήνει λίγο το καυτό σίδερο.  Ήταν οι πιο χουβαρντάδες άντρες, και ποτές κανένας κοντραμπατζής δε φύλαγε το χρυσάφι απ’ το αμέτρητο κέρδος του. Το σκορπούσαν σε ξακουστά γλέντια που βαστούσαν μέρες, τα ξοδεύαν σε γυναίκες, το μοιράζαν σε φτωχές νοικοκυρές. Έτσι το παιχνίδι της φωτιάς έμενε στην καθαρή του μορφή, χωρίς πραχτικό σκοπό. Ήταν ανάγκη».

Σοβαροί και λιγομίλητοι, με τη δειλή αδεξιότητα παιδιού όταν τριγυρνούσαν στην πόλη, οι κοντραμπατζήδες δεν πείραζαν ποτέ άνθρωπο ανυπεράσπιστο, ποτέ δεν προσβάλλανε γυναίκα και το πιο ιερό αίσθημα απ’ όλα μέσα τους ήταν η φιλία. Δεν κλέβανε, μήτε συγχωρούσανε την κλεψιά. Σέβονταν όμως τον φονιά. Δεν εξέταζαν την αφορμή του φόνου, αν ήτανε δίκαιος ή άδικος.

«Για να σκοτώσεις, θα πει πως αλλιώς δε γινόταν: έπρεπε. Θα πει ακόμα πως περιμένεις κι εσύ το βόλι, πως είσαι από κείνους που μπορούν να το περιμένουν».

Γι’ αυτό και τον φονιά, ως ικέτη, ένιωθαν ιερό χρέος να τον προστατέψουν. Τον έκρυβαν από την εξουσία κι ύστερα θα τον μπάρκερναν στα νησιά ή στην Ελλάδα.

Ο Βενέζης, ο άνθρωπος της γαλήνης, αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους τους κυριαρχημένους από το πάθος – το πάθος της Ανατολής που δεν γνωρίζει από μέτρο. Αγαπούσε κάθε πλάσμα που το συνεπαίρνει το μάταιο, το απελπισμένο κυνηγητό της χίμαιρας. Είτε αυτοί είναι δυνατοί –κοντραμπατζήδες όπως ο Παγίδας κι ο Γαρμπής– και ρίχνονται μ’ όλη την ύπαρξή τους στην περιπέτεια, είτε είναι καταδικασμένοι σε ακινησία, καθώς ο άρχοντας της Σκωτίας, που καταβροχθίζει βιβλία και αρκείται να ονειρεύεται αυτά που ζήσανε άλλοι, είτε πλάσματα που έχουν κάτι μικρά φτερά και μια έμμονη ιδέα που έχει πάρει τη θέση όσων ονείρων δεν εκπληρώθηκαν, όπως ο Στέφανος, ο φιλήσυχος σαμαράς που του πήραν το μυαλό τα διαβάσματα και για χάρη ενός έρωτα ζητά να βρει το Αεικίνητο, πολεμώντας να κρατήσει τους ήχους μέσα σ’ ένα παλιό ρολόι, ή όπως ο Αλής που τριγυρίζει στην Ανατολή γυρεύοντας να ξαναβρεί το καμήλι με το άσπρο κεφάλι.

Αν η ανάμνηση αυτών των μορφών μπορεί να υπονοεί γλυκιά νοσταλγία, τα αισθήματα των παιδιών περιγράφονται με δωρική λεπτότητα, χωρίς καμιά φτηνή αισθηματολογία που είναι κίνδυνος σ’ αυτού του είδους τα αφηγήματα. Η Αιολική Γη ποτέ δεν γίνεται ένα αισθηματολογικό χρονικό, ποτέ δεν ξεπέφτει σε θρηνολογήματα. Η έντονη συγκίνηση που προκαλούν οι αναπολήσεις προέρχεται από τη βαθειά τους γαλήνη. Η θλίψη δεν είναι ποτέ φανερή – πηγάζει από την ομορφιά του βιβλίου, και του κόσμου του βιβλίου και χρωματίζει πιο σκοτεινά αλλά και πιο πλούσια τα πρόσωπα και τα γεγονότα, με τη μελαγχολία ως τελικό κυρίαρχο αίσθημα καθώς ο μικρός Πέτρος (προσωπείο του Ηλία Βενέζη), θυμάται τις αδερφές του: τη Λένα που ήθελε να συνεχίσει τη ζωή της στα Κιμιντένια και να κληρονομήσει τη γη που είναι κοντά στο ποτάμι των τσακαλιών, την Αγάπη που θα τιμωρηθεί γιατί δεν αφέθηκε στα παιδικά της όνειρα, την Άρτεμη, με την οποία άκουγαν όλες τις μυστικές φωνές που έρχονταν απ’ τα Κιμιντένια. Την Άρτεμη το αγρίμι, που ήθελε να ταξιδέψει πέρα από τις θάλασσες και τις γνωστές στεριές, ανυπομονώντας να μάθει όλα τα πράγματα του κόσμου, με περιέργεια απίθανη για την ηλικία της, που έφτανε ως το πάθος, σαν να προαισθανόταν πως θα χαθεί νωρίς. Για να αποδείξει στην αδελφή του πως μπορεί να είναι κι αυτός κυνηγός (όπως ο κρυφός έρωτάς της), ο μικρός Πέτρος θα σκοτώσει με τη σφεντόνα του ένα κουνάβι, προκαλώντας τα δάκρυα της Άρτεμης που απαρηγόρητη θα θάψει το μικρό ζώο. Όσο για τον κυνηγό (που έχει μαγευτεί από ένα πλάσμα παράξενο με ξανθά μαλλιά, την Ντόρρις που ήρθε από τα βάθη της ομίχλης, απ’ τη Σκωτία), θα βρει τον θάνατο από Τούρκους ληστές, αρχές του καλοκαιριού του 1914, όταν οι ξέγνοιαστες μέρες τελειώνουν κι ο Μεγάλος Δράκος (αυτός που από ανθρωποφάγος ήρωας των παραμυθιών είχε γίνει στο στόμα της γιαγιάς αγαθοποιός θεότητα του δάσους) θα χαθεί για πάντα δίνοντας τη θέση του στους κακοποιούς δράκους που τα Κιμιντένια, η αυστηρή θεότητα του τόπου, θα σταθεί αδύναμη να αντιμετωπίσει.

Δεν θα τελειώσουν με την Αιολική Γη οι αναμνήσεις. Σε όλα του τα βιβλία ο Βενέζης επιστρέφει ξανά και ξανά στα Κιμιντένια. Ήδη πριν από την Αιολική Γη, στο Νούμερο 31328 επανέρχονται σαν δίκοπο μαχαίρι στα μάτια του Βενέζη οι μέρες της ευτυχίας, καθώς βρίσκεται στον δρόμο της πορείας θανάτου: από εκεί περάσανε οι μελλοθάνατοι μάρτυρες ένα μεσημέρι. Συχνά θα θυμάται και την Άρτεμη, το αγρίμι. Πώς έπιαναν μαζί στο δίχτυ τα πουλιά («Ένα πουλί», Αιγαίο) ή πώς πέρασαν το πέλαγος, όχι για να πάνε στην άκρη του κόσμου όπως σχεδίαζαν, αλλά στην εξορία από την οποία η Άρτεμη δεν γύρισε, πληρώνοντας την αποκοτιά της να φυτέψει με τα χέρια της μια καρυδιά, για να αναμετρηθεί με την  πρόληψη πως όποιος φυτεύει καρυδιά, θα πεθάνει μόλις το δέντρο βγάλει καρπό. Η Άρτεμη θα αναπαυθεί σε μια γωνιά στη γη της Λέσβου. Δεν θα γυρίσει από την  πρώτη εξορία, όπως ο παππούς που είχε την τύχη να πεθάνει στα ελεύθερα Κιμιντένια και να θαφτεί στον πλάτανο έξω από την μεγάλη πόρτα, εκεί όπου λίγο πρωτύτερα είχε θάψει και τα οστά της γιαγιάς που πέθανε στη Λέσβο.

Ένας κόσμος μαγείας. Ένας κόσμος που γκρεμίστηκε και αλλοιώθηκε. Όταν ο πόλεμος ξεσπά, τα μεμονωμένα δράματα σβήνουν. Το κύριο πρόσωπο είναι πλέον ο λαός, χορός αρχαίας τραγωδίας, ένας λαός διωγμένος, κυνηγημένος. Στα Κιμιντένια, μέσα από τα δάση και τα φαράγγια, ένα πλήθος προσφύγων κατεβαίνει προς τη θάλασσα κουβαλώντας μαζί του το σώμα του αγίου τους – του εφέστιου θεού. Είναι η απαρχή των διωγμών και της οδυνηρής επαναλαμβανόμενης διερώτησης: «Σε τι φταίξαμε;». Δεν αργεί και η εξορία της οικογένειας του Βενέζη. «Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας». Σαν όνειρο και η γιαγιά που νιώθει τον βόλο από χώμα που έχει κρύψει κάτω από το πουκάμισό του ο παππούς. Λίγο χώμα μόνο. Για να φυτέψουν έναν βασιλικό στον τόπο που πάνε. Για να θυμούνται την αιολική γη.

Έτσι τελειώνουν τα έργα του ανθρώπου. Δεν θα μπορούσα να κλείσω αυτή την επιτάφια στήλη παρά με τον τρόπο του Βενέζη και με τη σκέψη –πού αλλού;– στα Κιμιντένια, βλέποντας κι εγώ, με τη φαντασία, τις αρχαίες θαλασσινές θεότητες του Αιγαίου, που κάθε Αύγουστο, με τα πρώτα μελτέμια λίγο πριν χαράξει, ξυπνούν και ταξιδεύουν ως τα παράλια της Αιολίδας. Τις βλέπω ν’ ανεβαίνουν στα Κιμιντένια και να ρωτούν τα γέρικα δέντρα. «Γύρισαν;» Τα φύλλα σαλεύουν ελαφρά, δεν θέλουν βλέπεις να αποκριθούν, «όχι, όχι, δεν γύρισαν ακόμη». Μα οι θεότητες του Αιγαίου που όλα τα ξέρουν, το καταλαβαίνουν και ξαναφεύγουν πικραμένες, χωρίς ωστόσο να χάνουν την ελπίδα πως κάποτε από το χαρούμενο σάλεμα των φύλλων θα μαντέψουν μιαν άλλη απάντηση.

~.~

ΕΠΙΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΟ
γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου

*

 

**