*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 4 / 4 ]
Πρώτο και Δεύτερο και Τρίτο Μέρος
~.~
Η μετάφραση του Πέτρου Μαρκάκη
Ο Πέτρος Μαρκάκης εξέδωσε μεταφρασμένο το επύλλιο του Μουσαίου «σε δημοτικούς στίχους», όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο το 1944, υπό τον τίτλο Τα κατά την Ηρώ και το Λέαντρο (Αθήνα, εκδ. Αριστ. Ν. Μαυρίδης). Της μεταφραστικής του εργασίας προτάσσεται ένα σύντομο κατατοπιστικό σημείωμα για τον Μουσαίο και το έργο του. Ο Μαρκάκης συνέγραψε θεατρικά έργα, διηγήματα, ποίηση, μα κυρίως καταπιάστηκε με την έρευνα για το έργο και την παρουσία Νεοελλήνων ποιητών (για τον Κάλβο, τον Παλαμά κ.ά.· ξεχωρίζει το έργο του για τον Ουράνη). Παράλληλα ας σημειωθεί πως επέδειξε ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή ποίηση και λογοτεχνία, καθώς συνέγραψε μια μελέτη για τον Πωρικολόγο μα και μετέφρασε την Κατομυομαχία του Θεοδώρου Προδρόμου για το Εθνικό Θέατρο (παραστάθηκε στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουνίου 1989). Υπήρξε σταθερός και μακροχρόνιος συνεργάτης της Νέας Εστίας, μα και άλλων περιοδικών.
~•~
Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα, ποὺ μάρτυρας στεκότουν
στὰ ἐρωτικὰ σμιξίματα τοῦ βουτηχτῇ τὶς νύχτες,
κι’ αὐτὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, ποὺ τὴν αὐγὴ δὲν εἶδε,
τὴν Ἄβυδο καὶ τὴ Σηστὸ καὶ τῆς Ἡρῶς τοὺς γάμους.
Σὰ νά ’ναι τώρα τ’ ἀγρικῶ! Τὸ Λέαντρο ν’ ἀκούω
στὸ πέλαγος νὰ κολυμπᾶ κι’ ὁ λύχνος νὰ φωτάει
―ὁ στολιστὴς καὶ καλεστὴς γιὰ τῆς Ἡρῶς τὴ σμίξη,
ποὺ γίνεται ὁλοβράδυνα, τοῦ Ἔρωτα τὸ καμάρι―.
Αὐτὸν τὸ λύχνο θά ’πρεπεν, ὁ Δίας πού ’ναι ἀπάνω,
σὰν θὰ τελεύουν τῆς νυχτιᾶς οἱ μάχες τῆς ἀγάπης,
νὰ τὸν ἐστήνει ἐκεῖ ψηλά, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀστέρια
καὶ τῆς ἀγάπης νὰ τὸν πεῖ καὶ στολιστὴ τῆς νύφης.
Γιατὶ στὶς πίκρες τοῦ ἔρωτα ἐκεῖνος παραστεκότουν,
μ’ ἀδιάκοπα μηνύματα, πού ’στελνε γιὰ τοὺς γάμους,
―πρὶν νὰ σβυστεῖ μὲ τὴν πνοὴ τὴν ἄπονη τ’ ἀνέμου―.
Ἔλα λοιπὸν καὶ σὺ Θεά, μαζὶ μὲ μὲ τραγούδα,
ὁ λύχνος πῶς ἐσβύστηκε κι’ ὁ Λέαντρος πῶς χάθη.
[…]
Μέσ’ τῆς Θεᾶς της τὸν ναὸ ἡ Ἡρὼ συργιάνι κάνει
καὶ τ’ ὄμορφό της πρόσωπο λαμποκοπᾶ κι’ ἀστράφτει
σὰν τῆς σελήνης τὴ θωριᾶν ὅταν λευκὴ προβάλλει.
Μὲ βοῦλες ὁλοκόκκινες τὰ μάγουλά της εἶναι,
σὰν ρόδων ποὺ τὰ πέταλα δίχρωμα πρωτανθίζουν.
Καὶ ροδανθώνας θὲ νὰ ποῦν, πὼς εἶναι τὸ κορμί της,
ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ μέλη της τριαντάφυλλα. Πατώντας
ροδοφεγγοῦν οἱ ἀστράγαλοι μέσ’ τὸν λευκὸ χιτῶνα.
Ὁλάκερο τὸ σῶμα της στολίδια εἶναι γιομᾶτο.
Τὶς Χάριτες οἱ παλαιοὶ ποὺ τρεῖς τῆς λέν, γελοιοῦνται,
χίλιες ἀξίζει Χάριτες, μιὰ γελαστὴ μάτια της.
Εἶχε πετύχει ἡ Κύπριδα καλόγρια ποὺ τῆς πρέπει.
Ἔτσι περνοδιαβαίνοντας πανώρια στὶς γυναῖκες,
ἡ καλογριά της Πάφισσας σὰν νιὰ Ἀφροδίτη λάμπει,
καὶ τὶς ἀμάλαγες ψυχὲς ὅλων τῶν νιῶν σπαράζει.
Ἄντρας κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ τὴν ποθοῦσε.
Μέσ’ τὸν καλόχτιστο ναὸ σ’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν πάει
τὰ μάτια, ὁ νοῦς τους κι’ οἱ καρδιὲς παντοῦ τὴν ἀκλουθοῦνε. (περισσότερα…)
