Day: 09.06.2026

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)