σύγχρονη ελληνική ποίηση

Κοσμοθεώρηση του αιώνα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Δημήτρης Πέτρου,
Εικοστός κόσμος,
Πόλις, 2022

Ανεξάρτητα από αξιολογικές θεωρήσεις ή ζητήματα γούστου, γεγονός παραμένει πως το ευρύτερο κύρος που κατάφερε να κατακτήσει ο νεώτερος λυρισμός προήλθε από την προσπάθεια σύλληψης και μετάδοσης μιας ορισμένης συνολικής εικόνας του κόσμου. Το παράδοξο ήταν βέβαια πως ένα “υποκειμενικό” είδος καλούνταν να επωμιστεί την αναπαράσταση ενός ολόκληρου κοσμοσυστήματος που βρισκόταν σε πλήρη εκτατική και εντατική ανάπτυξη. Το εκρηκτικό κοινωνικό περιεχόμενο του καλπάζοντος —καταστροφικού κυρίως, αλλά την ίδια στιγμή και δημιουργικού— εκσυγχρονισμού όλων των τομέων της ανθρώπινης ζωής έπρεπε να διαπεράσει το φίλτρο της ποιητικής υποκειμενικότητας και να ξαναπαρουσιαστεί στο πεδίο της γλώσσας ως κατακτημένη κριτική γνώση και αισθητική υπέρβαση.

Το βάρος και η δυσκολία αυτής της αντίφασης, η ένταση υποκειμενικού-αντικειμενικού, υπήρξε ο πυρήνας των μεγάλων επιτεύξεων αλλά και των μεγάλων αποτυχιών στις ποικίλες προσπάθειες για την πολυπόθητη ποιητική Weltanschauung. Μια τέτοια “κοσμοθεωρία” υπήρξε ο ορίζοντας προσδοκιών του υψηλού μοντερνισμού. Η ανταπάντηση του αυτονομημένου λογοτεχνικού πεδίου στις συνεχείς κρίσεις του κοινωνικού και του πολιτικού. Συνειδητοποιήθηκε και αποτυπώθηκε ποικιλοτρόπως στον λεγόμενο δυτικό κανόνα, ήδη από τον Χαίλντερλιν, στον Ρίλκε, στην Έρημη Χώρα και τα Cantos, και εδώ σε μας, από την σικελιανική μεγάλη απόπειρα ώς το Μυθιστόρημα και το Άξιον Εστί. Εντούτοις, ανάλογες ποιητικές προθέσεις ατόνησαν και εν πολλοίς εγκαταλείφθηκαν από το τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα και εξής, συντονιζόμενες ίσως με την «λήθη του ιστορικού» και το γενικότερο μεταμοντέρνο πνεύμα απόρριψης της μεγάλης τέχνης, των μεγάλων πολιτικών σχεδίων, της ολότητας κ.λπ. (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Θέση μάχης / Προσπαθώ να μην σκέφτομαι

*

Θέση μάχης

Καθώς διαβαίνουν τα χρόνια θα ’πρεπε
να πλησιάζουμε στους στόχους μας.
Τα περιττά και τα άχρηστα βαραίνουν υπερβολικά·
πολλά –όχι όλα– μπορούμε να τα αποχωριστούμε
χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κοιτάζοντας έξω από
το ανοικτό παράθυρο, στον κήπο μετά την πρωινή βροχή
καθώς τα πουλιά βρήκαν ευκαιρία να ξεδιψάσουν.
Η δικιά μας δίψα πορεύεται όλο και πιο μειούμενη.
Κάπου είχα γράψει, στο περιθώριο ενός βιβλίου
κατά πάσα πιθανότητα, πως όταν χάνεις μια διάσταση
έχεις παραιτηθεί από κάθε αξίωση απ’ την πραγματικότητα.
Διάσταση όχι βάρος. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά
Πολλά πράγματα βέβαια προσεγγίζονται με λάθος τρόπο
Θέλω να πω ότι το λάθος συνίσταται στο να αποφασίζεις
αυτό που θέλεις να κάνεις πρώτα και μετά να επινοείς
λόγους δικαιολόγησης. Βέβαια ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις.
Θα περιμένω λοιπόν μέχρι να ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα
και να σβήσεις το φως. Είναι η ώρα που έξω χαράζει.
Ακριβώς λίγο πριν το τέλος του μονοπατιού της δικαίωσης.

ΠΨ, Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

(περισσότερα…)

Σκηνικό σε παύση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου,
Ο θυρωρός των ημερών, Κέδρος, 2022

Η τελευταία συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελεί μια συνεπή συνέχεια στην ποίησή της που με νευρώδη λόγο και έρρυθμο στοχασμό βυθομετρά τις κυμάνσεις μιας επίμονης υπαρξιακής αναζήτησης. Υπαρξιακή, πράγματι, κατά κύριο λόγο η ποίησή της, υποστασιοποιείται σε μια φασματική σκηνοθεσία, συχνά με υλικά από ένα γκροτέσκο θέατρο ποικιλιών, με τα αντικείμενα να λαμβάνουν το ρόλο μιας απόκοσμης παντομίμας αυτού που θα έπρεπε να είναι η παρουσία. Έτσι, συχνά συντίθεται ένας ερειπιώνας αναμνήσεων, παράταιρων εξαρτημάτων και αλλόκοτων μορφών ενός σκηνικού σε παύση, όπου το άτομο ανασύρει από τις καταπακτές του χρόνου εμβλήματα ενός τότε που στοιχειώνουν με την παράλογη εκκρεμότητά τους και την επίμονή διάρκειά τους το τώρα. Σοφίτες, ενυδρεία, έρημοι κήποι, μαυσωλεία, καταργημένες γειτονιές, φελινικά ταμπλώ βιβάν, παρηκμασμένα οικογενειακά καθιστικά περιβάλλουν το άτομο έγκλειστο σε μια εικονογραφία άπνοιας, στην «ειρωνεία του ασύνδετου στον ενιαίο τρόμο».

Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ

Πώς ανατέλλει ξαφνικά εορταστικό το μαυσωλείο!
Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή
προς τους πανσέδες.
Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή
με το γενναίο βρέφος που επιμένει.
Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις
[ πως, τάχα, ξεκολλάει κάποτε η καρδιά
– οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει –
και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα
όπως οι άσπρες ανεμώνες απ’ τις παλιές ταπετσαρίες
στα ψηλοτάβανα cafe της Βιέννης ]

μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα
τα χέρια του το βρέφος
κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα
στις φλούδες του πυθμένα…
Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν.
Σπαράζει στο κλάμα εκείνο
μόλις τη βλέπει να το προσπερνά.
Πισωγυρνά.
Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα.

Την κατασπαράζει.

(περισσότερα…)

 Δημήτρης Αρμάος: H ποιητική πραγμάτωση του υποκειμένου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

Und wenn es uns glūckt,
Und wenn es sich schickt,
So sind es Gedanken.
ΓΚΑΙΤΕ *

1. Παράγραφοι ημερολογίου

Ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ

Παραθέτω δίκην εισαγωγής το «Πρωινό εμβατήριό» του: «Όχι δεν έχω γεννηθεί για τη μελαγχολία / Ώρα να πάψει ετούτο το μονότονο τραγούδι ετών / Υπάρχει έξω από μένανε ο καιρός / και πάνω απ’  τον καιρό που μόνο φθείρεται / Το θαύμα των σωμάτων / Ό,τι πνευματικότερο χάρισε ο ουρανός / Στα πλάσματα που κλαίνε για να παίζουν» (βλ. Βίαιες Εντυπώσεις, σελ. 315).

Στα μέσα του 2000 άρχισα να αλληλογραφώ με τον Δημήτρη Αρμάο. Μου είχε στείλει στο Χονγκ Κονγκ, όπου την ίδια ακριβώς χρονιά είχα διοριστεί Γενικός Πρόξενος,  το Μυθολόγημά του. Ήταν ένα ιδιαίτερα προσεγμένο ανάτυπο από το τεύχος 30 του περιοδικού Πλανόδιον, που είχε ήδη κυκλοφορηθεί από τον Δεκέμβριο τoυ 1999. Η συστηματική, υποδειγματική καλλιγραφία, η οποία διάρθρωνε τις επιστολές του, συμβάδιζε απολύτως με τη συνειδητή άσκηση της τέχνης αυτής από τους Κινέζους. Έτυχε να ζήσω και να εργαστώ πάνω από οκτώ χρόνια σε μια χώρα όπου η αποτύπωση των ιδεογραμμάτων συνιστούσε ανέκαθεν όψη του ιερού. Θυμάμαι ακόμη έντονα ότι μου ερχόταν στο νου αυτομάτως η αδιάπτωτη φροντίδα που έδειχνε ο Δημήτρης Αρμάος στην παράταξη των γραμμάτων του αλφαβήτου μας στις επιστολές του, όταν έβλεπα  συνδαιτημόνες μου να συναγωνίζονται ορισμένες φορές στην απόδοση εμβληματικών σινικών χαρακτήρων, σε ειδικές περγαμηνές που έστρωναν σε καθαρά τραπέζια, μετά τη λήξη των επισήμων δείπνων.

Αρκετά χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Εκτός των άλλων, μας ένωνε και η πάγια προτίμηση στις εκδόσεις Ύψιλον, όπου το 2009 είδανε το φως της δημοσιότητας η άψογα επιμελημένη από τον ίδιο συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, οι Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007. Ήδη το 2008 είχε εκδοθεί από τον ίδιο οίκο η ποιητική μου συλλογή Ν, όπως Νοσταλγία. Βλεπόμασταν αραιά αλλά πάντα υπήρχε μια ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων για ό,τι μας ενδιέφερε. Το 2014 μου πρότεινε μάλιστα να εξετάσω το ενδεχόμενο ανεβάσματος επιλογών από εμβληματικά θεατρικά έργα της αρχαίας μας παράδοσης στην Ινδονησία, όπου τότε ήμουν Πρέσβης, σε συνεργασία με δικούς μας φορείς και πολιτιστικούς οργανισμούς της κύριας χώρας διαπίστευσής μου. Όταν ήλθα για σύντομο χρονικό διάστημα στην Αθήνα, συναντηθήκαμε στο καφενείο του Ιανού. Μου γνώρισε τότε την ηθοποιό Κερασία Σαμαρά, η οποία είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον. Η ίδια είχε ετοιμάσει τη συναφή αίτηση και τον προγραμματισμό των εκδηλώσεων, μαζί με το πιθανολογούμενο κόστος τους. Συγκρατώ ότι ο Δημήτρης Αρμάος διατηρούσε πάντα τον ίδιο ενθουσιασμό για ό,τι τον αφορούσε. Η ευγένεια της ορμής συναγωνιζόταν σε τακτ την ομολογούμενη ποιότητα της ομιλίας του. Μιλούσε όπως έγραφε: τονίζοντας κατάλληλα την αρμόδια συλλαβή, απέδιδε ρυθμούς και απαραίτητες σημασίες. (περισσότερα…)

Ἡ «παραμυθία» τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου στὰ «παραμύθια» τοῦ Μιχαὴλ Μπαχτὶν

*

Ἕνα διφορούμενο δοκίμιο
σὲ ἕνα διφορούμενο ποίημα

τοῦ Ἀ. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Τὸ τέταρτο ποίημα τῆς ἑνότητας «ΤΑ ΕΡΗΜΑ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» μὲ τίτλο «Παραμυθία» τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου εἶναι μιὰ ἐφαρμογὴ τῶν θεωριῶν τοῦ ρώσου φιλοσόφου Μιχαὴλ Μπαχτὶν ποὺ ἀποδεικνύεται φιάσκο. ῾Ο ᾿Αρμάος, δοκιμάζοντας «τὰ ἔρημα τὰ γράμματα» τοῦ Μπαχτὶν στὶς περιπτώσεις ἑνὸς ἀφοσιωμένου ὀπαδοῦ του καὶ τῆς κοινωνικῆς ἐπανάστασης τῶν φεμινιστριῶν γυναικῶν, ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ καθαρὰ πὼς ὅσα πρέσβευε ὁ ξακουστὸς ρῶσος φιλόσοφος ἦταν «Παραμύθια»· «Ψέματα», ἰδεοληψίες (στ. 5). Τόσο ἡ ἔνταξη τοῦ ποιήματος στὴν ἑνότητα «Τὰ ῎Ερημα τὰ Γράμματα», ὅσο καὶ ὁ τίτλος «Παραμυθία»/Λόγος Παρηγορητικός, ― ποὺ ἀβίαστα συνδηλώνει, μὲ ἀρκετὴ δόση εἰρωνίας, τὴ σημασία τοῦ ὅρου «Παραμύθια» (= «Ψέματα», σαχλαμάρες) ― σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν «ψευτο-διαλογική», «μπαχτινική» δηλαδή, δομὴ τοῦ ποιήματος, εἶναι ἔξυπνοι τρόποι ποὺ μεταχειρίζεται ὁ ᾿Αρμάος γιὰ νὰ ὑπονομεύσει καὶ νὰ ἀνασκευάσει κρυφὰ τὶς ἰδέες τοῦ Μπαχτίν. Παράλληλα ὡστόσο, μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ τίτλου, συνδηλώνει πὼς τόσο «Τὰ ῎Ερημα τὰ Γράμματα» τοῦ Μπαχτὶν ὡς ἄκυρος καὶ ἀπατηλὸς τρόπος Σκέψης, ὅσο καὶ τὰ δικά του «῎Ερημα Γράμματα» ὡς ἀναποτελεσματικὸ Ποίημα, ὡς κατασκευασμένος καὶ ἄρα πλαστὸς λόγος ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ καταδείξει τὴν ἀκυρότητα τῶν ἰδεῶν ἐκείνου, εἶναι ὄντως, μολονότι καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἀτελέσφορα, τὰ μόνα ποὺ ἀνακουφίζουν κάπως καὶ ἀπαλύνουν τὴν ὀδύνη ἀπὸ τὸ κενὸ ποὺ σοβεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν Γραμμάτων ―,  ἕνα κενὸ ποὺ οὔτε ἡ Φιλοσοφία τοῦ Μπαχτὶν οὔτε ἡ δική του Ποίηση μποροῦν νὰ ὑποκαταστήσουν ἢ νὰ παραμερίσουν.

Η ΔΙΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΠΑΧΤΙΝ

Πρὶν διαβάσουμε τὸ ποίημα εἶναι ἀναγκαῖο νὰ θυμηθοῦμε πῶς ἀκριβῶς ἀντιλαμβανόταν ὁ Μπαχτὶν τὸν περίφημο ὅρο «διάλογο», ποὺ ὑπῆρξε ὁ πυρήνας ὅλων τῶν θεωριῶν του. Καὶ εἶναι ἀπαραίτητο γιατὶ ἡ διφορούμενη Παραμυθία τοῦ ᾿Αρμάου εἶναι φαινομενικὰ ἕνας μπαχτινικὸς διάλογος. Καὶ λέω «φαινομενικά» ἐπειδή, ὅπως θὰ δοῦμε ἀναλύοντας τὸ ποίημα, ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ τὸν ψευτο-μπαχτινικὸ καὶ ἀναποτελεσματικὸ διάλογο ἀνάμεσα σὲ δύο ἀσυσχέτιστους καὶ μοναχικοὺς στὴν πραγματικότητα ὁμιλητές, ἀνάμεσα σὲ κεῖνον δηλαδὴ τῆς πρώτης στροφῆς καὶ στὸν «ἄλλο» τῆς δεύτερης στροφῆς, ὡς σύμβολο διαλόγου ἑνὸς (καὶ μόνον) ἀνθρώπου μὲ τὸν ἑαυτό του· ὡς σύμβολο ἑνὸς «μονολογικοῦ διαλόγου» ― ἀλήθεια ποὺ δὲν συμμερίζεται φυσικὰ ἢ ποὺ δὲν συνειδητοποίησε προφανῶς ὁ Μπαχτίν. Στὴν ῾Ελλάδα, ὅσο ξέρω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος ἴσως ποὺ παρουσίασε μὲ συστηματικὸ τρόπο τὴ θεωρία τῆς διαλογικότητας τοῦ ρώσου φιλοσόφου εἶναι ὁ Δημήτρης Τζιόβας. Στὸ βιβλίο του «Τὸ Παλίμψηστο τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Αφήγησης» (ἐκδόσεις ᾿Οδυσσέας, ᾿Αθήνα 1993, ἀνατύπωση 2002), ὑπάρχει ἕνα ἐκτεταμένο κεφάλαιο ἀφιερωμένο στὴν θεωρία τῆς διαλογικότητας τοῦ ρώσου στοχαστῆ (112-221). Λίγα χρόνια πιὸ πρὶν καὶ ὁ Γιάννης Κιουρτσάκης, στὸ βιβλίο του «Καρναβάλι καὶ Καραγκιόζης» (Κέδρος 1985), εἶχε ἀφιερώσει κάποιες σελίδες στὴ μπαχτινικὴ θεωρία. Θέλω νὰ πιστεύω πὼς καὶ τὰ δύο βιβλία τὰ εἶχε μελετήσει πολὺ προσεκτικὰ ὁ ᾿Αρμάος. Γιὰ τὶς ἀνάγκες αὐτοῦ τοῦ δοκιμίου, ὁρισμένες φράσεις τοῦ Τζιόβα, ποὺ ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στὴ σημασία τοῦ μπαχτινικοῦ «διαλόγου» ἀρκοῦν.1 ᾿Επειδὴ βασικὸ βοήθημα τοῦ Δημήτρη Τζιόβα στὴν παρουσίαση τῆς μπαχτινικῆς θεωρίας ὑπῆρξε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Michael Holquist, Dialogism: Bakhtin and his World, (London & New York: Routledge 1990), ἔκρινα σκόπιμο νὰ ἀποσπάσω καὶ ἀπὸ αὐτὸ κάποιες περικοπὲς γιὰ ἕναν πληρέστερο φωτισμὸ τῆς ἔννοιας τοῦ μπαχτινικοῦ «διαλόγου». ῾Ως κείμενο ἐδῶ χρησιμοποιῶ τὴ μετάφραση αὐτοῦ τοῦ βασικοῦ ἐγχειριδίου στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὴν ᾿Ιωάννα Σταματάκη (Gutenberg 2014). (περισσότερα…)

Τρία τραγούδια

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

*

ΔΕΚΑ ΦΥΛΑΧΤΑ

Σκουπίδια από μετάξι
σταλάζω χάος στην τάξη
με μια κοπέλα στη γωνιά
Ραγκαβή και Καλλιγά
– είμαι μια λυρική μυθιστορία
από το Μοναστήρι κι ώς την Τροία.

Κάτι δονεί με ρεύμα τη ρωμέικη καρδιά
και τούτη την απόκρυφη πανσέληνη βραδιά.
Την κοπελιά τη λεν Βασάντα
και τώρα που μετράω σαράντα
Ιούλιους θα σου μιλήσω γραικικά:

από Χριστό κι από Ελιγιά
Φριζή, Δαμασκηνό, καλλιά
στο Ρέθυμνο να σ’ εύρει το δι’ ευχών
στα χέρια μέσα σύντροφων πιστών
κι ας είναι Οκτώβρης· μια χρονιά με δέκα φυλαχτά.

~.~

ΡΕΒΙΘΙΑ

Τώρα το ξέρουμε, δεν είπαν την αλήθεια
προδώσαν την πατρίδα τους για μια μπουκιά ρεβίθια·

εσύ όμως ασκητεύεις πάνω σε μια ξέρα
λιγόψυχος, από την κόλαση πιο πέρα
εκεί που το αλμυρό νερό ποτίζει το αλμυρίκι
μακριά από το φθινόπωρο, που γλυκοανθεί το ρείκι. (περισσότερα…)

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος [αναθεωρημένη εκδοχή, 2002]

*

Στις 15 Ιανουαρίου αναρτήσαμε στη στήλη «Αναδρομές» του ΝΠ το ποίημα «Νίκος Καρούζος (1926-1990)» του Ευγένιου Αρανίτση, από το βιβλίο του Ποιήματα και πράξεις (1980-1993), Ίκαρος 1993. Ο ποιητής μάς πληροφόρησε ότι υπάρχει εν τω μεταξύ μια νεώτερη, αναθεωρημένη εκδοχή, δημοσιευμένη στην ανθολογία του Θ. Νιάρχου, Ποιητές για ποιητές. Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Καστανιώτης 2002 (β’ έκδοση 2004).

Η αντιβολή των δύο εκδοχών έδειξε ότι σε μεγάλο βαθμό έχουμε να κάνουμε με ένα καινούργιο ποίημα, συγγενικό ασφαλώς σε πολλά με το αρχικό, αλλά και ουσιωδώς αποκλίνον σε άλλα. Με την άδεια του Ευγένιου Αρανίτση, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά, αλλά και με την πεποίθηση ότι μια συγκριτική ανάγνωση παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, παραθέτουμε σήμερα και τη δεύτερη αναθεωρημένη εκδοχή.

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  

Οι ώρες είναι σκιές στα σκαλοπάτια
που κατεβαίνουν ως τους πεθαμένους
μας ποιητές. «Της άβυσσος τα μάτια»,
είπε ο Νίκος, «βλέπουν μαγεμένους
γκρεμούς όπου περπάτησε η Venus
Obscura. Μα, στης τρέλας το κρεβάτι, Α-
φροδίτη και Παρθένος γίνοντ’ ένα.
Το έμαθ’ απ’ τη μάνα μου. Απένα-

ντι σ’ ένα τέτοιο δράμα θα ορίσει
ο ποιητής το έργο, στην οθόνη
της μνήμης προσπαθώντας να κρατήσει
όχι αυτό που τρέμει και τελειώνει,
αλλά την όψη ’κείνου που ακόμη
κι ο θάνατος αρνείται ν’ αντικρίσει:
το Βλέμμα Του Πατέρα, την ερκάνη
μιας γλώσσας που αδιάκοπα θα φτάνει

»στην άκρα σιωπή… Ούτε που ξέρω
αν σώπασα στη σκέψη ή στην πράξη»,
προσέθεσε. «…Εφόσον ο Αχέρο-
ντας θα μας έχει δέσμιους στην τάξη
του θανάτου, να λες “Θεός φυλάξοι”
όταν βρεθείς απέναντι σε γέρο
γιατί τελειών’ η βάρδια του σε λίγο».
«Και η δική σου;» «Σίγουρα… Θα φύγω

για κεί όπου ο νους –η συμμετρία
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι–
γιατρεύει την παλιά μοιρολατρία.»
Σωστά μιλούσε έτσι για τον Άδη
αλλά –του είπα– μένει το ψεγάδι
της σκέψης πως υπήρξε η πορεία
του χρόνου γραμμική. «Σιγά μην ήταν!
Εμένα μου θυμίζει τη σαΐτα (περισσότερα…)

Κώστας Ζαφειρόπουλος, Ο έμμεσος τρόπος

*

Ο ΕΜΜΕΣΟΣ ΤΡΟΠΟΣ

Μου ήταν αντιπαθής
Αλλά η γυναίκα του ήταν πανέμορφη

Το βράδυ ξαπλωμένος την σκεφτόμουν
Απαλή να περιφέρεται μέσα στο σπίτι
Έπρεπε να του επιτεθώ

Μιλούσε για τον πρόσφατο πόλεμο
Και κατέληγε αυτό δεν ήταν πόλεμος
Αυτό έγινε με οθόνες και πλήκτρα

Το ότι ήτανε πόλεμος ούτε λόγος
Από τα είκοσι επίθετα
Κανένα δεν αστοχεί

Το θέμα που ασυνείδητα έθετε
Ήταν αυτό του έμμεσου τρόπου

Φεύγοντας είχε πιει
Και οδήγησε η γυναίκα του

Με τα λευκά χεράκια της στο τιμόνι
Χειριζόταν το γρήγορο όχημα
Με τρόπο που ο Αυτομέδων θα τρόμαζε

ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ

Επίθετα του πολέμου στην Ιλιάδαάγριος Ρ 737, αιματόεις Ι 650, Τ 313, αλίαστος Β 797, Υ 31, αργαλέος Η 87, δακρυόεις Ε 737, Θ 388, Π 512, δήιος Δ 281, Ε 117, Η 119, 174, Ρ 189, Τ 73, δυσηλεγής Υ 154, δυσηχής Β 686, Η 376, 395, Λ 524, 590, Ν 535, Σ 307, θρασύς Ζ 254, Κ 28, κακός Α 284, Δ 15, 82, Ν 225, Π 494, λευγαλέος Ν 97, οϊζυρός Γ 112, οκρυόεις Ι 64, ολοός Γ 133, ομοίιος Ι 440, Ν 358, 635, Ο 670, Σ 242, Φ 294, πευκεδανός Κ 8, πολυάιξ Α 165, Υ 328, πολύδακρυς Γ 165, στυγερός Β 385, Δ 240, Ζ 330, Τα 230, φθισήνωρ Β 833, Ι 604, Κ 78, Λ 331
Αυτομέδων: ηνίοχος του Αχιλλέως
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1723, Μάιος 2000

Ένας άμεσα πολιτικός προσωπικός χώρος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν
μη μου φέρεις σπίτι, Θράκα, 2021

Το Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι είναι ένα από τα καλά βιβλία που διάβασα εκπνέοντος του 2022, αν και εκδομένο ένα χρόνο νωρίτερα. Είναι η δεύτερη δουλειά του τριανταπεντάχρονου ποιητή και ήδη από το εισαγωγικό κείμενο —απόσπασμα από το βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα John Berger—, που προηγείται της συλλογής, δίνεται το βιωματικό υπόστρωμα του βιβλίου που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εντοπίζεται στη φράση: «[Να] παλέψω ενάντια σ’ όλα εκείνα που προκαλεί το γεγονός ότι είμαι ανεπιθύμητος». Το βιβλίο αποτελεί, εκτός των άλλων, μια καταγραφή του στίγματος του ανθρώπου που αισθάνεται περιττός και ανένταχτος, στοιχείο άμεσα αλλά όχι αποκλειστικά σχετιζόμενο με την έκκεντρη σεξουαλικότητα του δημιουργού. Στο βιβλίο εντοπίζουμε παράλληλα και την πολιτική και κοινωνική θέση του ποιητή που καταγράφει κατ’ επίφαση ουδέτερα, στο βάθος όμως βαθιά ειρωνικά την κοινωνική και οικονομική συνθήκη του καιρού μας με όλους τους αποκλεισμούς και τον υφέρποντα ολοκληρωτισμό που αυτή παράγει. Το βιβλίο θα μπορούσε να ενταχθεί στην gay ή queer λογοτεχνία, καθώς παρακολουθούμε όχι μόνο την ερωτική ενηλικίωση του ποιητικού προσώπου στη μοναξιά του δύσκολου έρωτα αλλά και την στρατευμένη θέση απέναντι στην περιθωριοποίηση που υφίσταται η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Ας δούμε ένα πρώτο δείγμα:

Ρόμπιν

Δεν ήταν μυστικό ποιος ήταν ο Τιμ Ντρέικ.
Είχανε την πληροφορία πάμπολλα αγόρια.
Δε συνήθιζα παιχνίδια ν’ ανταλλάσσω ή κόμικ
δε συνήθιζα τους φίλους
ούτε κι εκείνο το νεαρό του γαντοφορεμένο χέρι
ύπουλα να πιέζει την κοιλιά μου –
βίαια και όμορφα να με λαχανιάζουν
οι μελαχρινές τούφες στα μάτια του
οι καθαρές γραμμές στους μυς
σκίτσο το σκίτσο να περνάνε το κορμί μου
τρόμο.
 
Σκούντηξα τη μαμά μου –
μου αρέσει
αυτό το αγόρι μου αρέσει!
Συνέχισε ό,τι έπινε με την παρέα
στο Κεφαλάρι
το βράδυ εκείνο που ήμουν δεκάχρονος
και θέλησα πρώτη φορά κορμί.

 Η συλλογή απαρτίζεται από δύο κατηγορίες κειμένων. Πρώτον, κείμενα μιας πρωτοπρόσωπης εξομολόγησης που εστιάζουν στην ερωτική εμπειρία σε στενή συνάφεια με την παρατήρηση ενός ασυνάρτητου κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου. Δεύτερον, ποιήματα που τιτλοφορούνται ως «επισκέψεις»: σκηνικούς μονολόγους υπαρκτών προσώπων, τα περισσότερα εκ των οποίων λειτουργούν ως εμβλήματα στο χώρο της γκέι ή ευρύτερα κινηματικής κουλτούρας. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

*

ΦΙΛΟΙ

Τι θα έλεγες να μέναμε το βράδυ τούτο ξύπνιοι
να χαλιναγωγήσουμε τη νύχτα σαν παλιά
και να είναι το φεγγάρι λύχνος μέσα στα σκοτάδια;

Στην κάμαρα ξεθάβοντας το σκονισμένο μπάσο
θα παίζουμε τους έφηβους με τις ζεστές καρδιές
κι όταν ο δίσκος θα σκοντάφτει στη βελόνα
με μια ματιά θα αναπολούμε περασμένους ρόλους.

Στο δώμα επάνω θα κοιτάζουμε τα αστέρια·
δεν θα μετράμε εμείς αυτά – θα μας μετρούν εκείνα.
Και θα μας βγάζουν μια ψυχή, δυο μάτια φλογισμένα
και μόνο εμείς θα ξέρουμε πως άλλαξε ο αέρας.

*

ΜΑΧΣΑ

Θα μείνεις όμορφη, Μαχσά,
σαν μεγαλώσεις. Τι γελάς;
Με τέτοια μάτια καστανά,
μαλλιά της νύκτας φορεσιά
και σκέψεις που βοούν κρυφά,
στη Δύση θα ήσουν στο μυαλό
τόσων ανθρώπων ζωηρών.

Θα γίνεις όμορφη, Μαχσά,
ανάμνηση στον ύπνο μου·
τις νύχτες, ξέρεις, που ξυπνώ
με ιδρώτα και ξερό λαιμό.

Φεύγεις κι απλώνεται η φωτιά.
Τουλάχιστον στον ουρανό
θα πιεις, ελπίζω, δροσερό
στον κήπο του Χριστού νερό.

* (περισσότερα…)

Θολή περιοχή

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Δουατζής,
Ποιήματα (1971-2021),
στίξις, 2022

Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Γιώργου Δουατζή, αν και περικλείει κείμενα 40 ετών, παρουσιάζει το εξής αξιοσημείωτο, ότι ανάμεσα στην πρώτη συλλογή, όπου συγκεντρώνονται κείμενα από το 1964 έως το 1974, και στην επόμενη του 2004 μεσολαβούν 30 χρόνια. Στη δε συνέχεια ακολουθεί πυκνή εκδοτική παρουσία (2008, 2010, 2012, 2016, 2017, 2018, 2022) η οποία επείγεται να καλύψει το κενό των ανενεργών ετών. Κατά κύριο λόγο δημοσιογράφος μεταφέρει αυτό το ιδίωμα και στα ποιητικά του κείμενα, με κύρια αιχμή του ενδιαφέροντός του την πολιτική θέση και την παρέμβαση στη δημόσια ζωή. Στην περίπτωση του Δουατζή συμβαίνει ό,τι με αρκετούς σταδιοδρομήσαντες σε άλλους χώρους, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, δημόσια πρόσωπα που αφού διέγραψαν ένα κύκλο επαγγελματικής εγκυρότητας εισέρχονται στο χώρο της λογοτεχνίας με βαριά την εξάρτηση είτε από το επαγγελματικό ιδίωμα είτε από την κανονιστική θεώρηση της λογοτεχνικής γραφής. Τα αποτελέσματα στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ισχνή λογοτεχνική ουσία και επισώρευση προθέσεων που δεν ερείδονται σε στιβαρό λογοτεχνικό λόγο, αλλά στην προσκόλληση σε μια επίπεδα αναφορική και πληθωριστική γλώσσα. Αυτή η γλώσσα, καθώς αυξάνουν τα κείμενα ποιητικής και απολογισμού στις συλλογές, γίνεται συχνά στεγνά και επαναληπτικά αυτοαναφορική.

Από την πρώτη του συλλογή έως την τελευταία, με αυξομοιώσεις στον τόνο και την έμφαση κατά καιρούς, διακρίνονται τρεις κατευθύνσεις στην παραγωγή του. Πρώτον, κείμενα θέσης και καταγγελίας της όζουσας κοινωνικής και πολιτικής συνθήκης, δεύτερον κείμενα ερωτικά και τρίτον κείμενα ποιητικής ή απολογισμού του βίου. Ανάμεσα στην πρώτη και στις τελευταίες δουλειές αυτό το σχήμα δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα ούτε σημειώνεται πρόοδος στους λογοτεχνικούς τρόπους, αλλά επανειλημμένες έφοδοι στα ίδια θέματα με προϊούσα την διαμόρφωση μιας ηρωικής αυτοαντίληψης που τοποθετεί το ποιητικό εγώ στις απόκρημνες επάλξεις της μοναξιάς, να πολεμά εναντίον των συκοφαντημένων προθέσεων, της λοιδορίας αλλά και της σκυφτής ζωής του κοπαδιού, του αφομοιωμένου στον συμβιβασμό. Τα παραπάνω εκτίθενται σε μια πλειάδα κειμένων που μοιάζουν με ημερολογιακές καταγραφές, από άμβωνος κατηγορώ ή σχόλια επί της επικαιρότητας. Αυτό που θα μπορούσε να χωρέσει σε κάποιο αυτοβιογραφικό αφήγημα επιχειρείται να αποδοθεί ως ποιητική εμπειρία, αλλά ένα βίωμα μόνιμα προσανατολισμένο στην εξωστρέφεια γυρνά στον εαυτό του με εργαλεία ασκημένα όχι στην ανασκαφή αλλά στην καταγραφή. Αποτέλεσμα: πλάτος, έκταση, αλλά όχι άρδευση, ούτε χύμευση του υλικού. (περισσότερα…)

Παίρνοντας θέση τη στιγμή της κρίσης

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Γιάννης Κακριδής,
Ειδική Ποιητική Επιχείρηση,
Άπαρσις, Αθήνα, 2022

Το να μιλά κανείς για σημαντικά και κομβικά γεγονότα εκ των υστέρων κι εκ του ασφαλούς είναι προφανώς το μόνο εύκολο: ο κουρνιαχτός έχει κατακάτσει, οι νέες δυναμικές έχουν σαφώς κι ευκρινώς διαμορφωθεί, η πραγματικότητα έχει πια λάβει ένα νέο σχήμα βάσει του οποίου πλέον ερμηνεύει κανείς τα όσα πέρασαν και μεσολάβησαν έως ότου το καινοφανές αφήγημα εδραιώσει την κυριαρχία του. Τι γίνεται, όμως, όταν ακόμα η κατάσταση «καίει», όταν τα γεγονότα είναι επίκαιρα και οι δυναμικές τους κινούνται σε κατευθύνσεις πολυεπίπεδες, έτσι που να μην είναι κάποιος σε θέση να διακρίνει μέσα στην ετερογονία των σκοπών το πού θα γείρει η πλάστιγγα; Πόσες, αλήθεια, αναλύσεις και πόσα έργα τέχνης, περισσότερο ή λιγότερο «στρατευμένα», επενδύθηκαν σε σκοπούς του παρελθόντος που δεν δικαιώθηκαν, σε αφηγήσεις που δεν επιβλήθηκαν, σε καταστάσεις που δεν οδήγησαν εκεί που οι δημιουργοί τους προσδοκούσαν; Κι αξίζει, άραγε, τον κόπο να τοποθετούμαστε ανοιχτά όταν ακόμα ο νέος κόσμος πλάθεται στο καμίνι και το σουλούπι του χάσκει αδιαμόρφωτο; (περισσότερα…)