Η Ρωσίδα Μπαλαρίνα

*

της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

~.~

Στο ραντεβού πήγε φορώντας το καλό του κοστούμι, ένα μονόπετο Kiton, αληθινό εύρημα, αγορασμένο από ενεχυροδανειστήριο. «Καλή περίπτωση», του είχε πει ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο. «Μένει, όμως, στα αζήτητα γιατί ο ιδιοκτήτης του μας άφησε χρόνους». Ότι ο πωλητής ήταν κοράκι δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο GB, καθισμένος σε ένα τραπέζι δίπλα από τη τζαμαρία, ο Φαίδων ένιωθε κομψός και αρκετά γενναιόδωρος, ώστε να ευγνωμονεί ακόμα κι ένα κοράκι, επειδή τον έπεισε να προχωρήσει σε αυτήν την αγορά, κι ας του έπεσε βαρύ το έξοδο.

Ένα καλό κοστούμι χρειάζεται, για να βγεις ασπροπρόσωπος σε μια τέτοια περίσταση, σκεφτόταν νωρίτερα, καθώς διέσχιζε την είσοδο, σχεδόν ευτυχισμένος, γιατί η ιδέα ότι θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ώρα αιχμής, του είχε αρέσει από την αρχή. Στάθηκε να χαζέψει τους πελάτες στη μεγάλη ρεσεψιόν, παραμέρισε για να περάσουν δυο τρεις φουριόζοι γκρουμ, παρατήρησε τον υπάλληλο της εισόδου με τη φαντεζί στολή, ενώ σταματούσε ταξί, ή άνοιγε πόρτες αυτοκινήτων (τι τρόπος κι αυτός για να βγάζει κανείς το ψωμί του, φορώντας μια τέτοια στολή, σκέτη ειρωνεία). Ύστερα, θυμήθηκε μια φράση της μητέρας του. «Είναι σχεδόν έγκλημα να είσαι φτωχός», την άκουσε να λέει και είδε τη φιγούρα της να περνά στιγμιαία από τη μισάνοιχτη πόρτα του παιδικού του δωματίου, ντυμένη επίσημα, ρολάροντας απαλά (σαν Ρωσίδα χορεύτρια στον Χορό της Άνοιξης), καθώς έφευγε για κάποιο κάλεσμα, ή για καμιά εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο σαν αυτό εδώ.

Από την άλλη, εκείνη την ημέρα, ο Φαίδων Διακόπουλος είχε στη διάθεσή του ένα ποσόν, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ραντεβού και σίγουρα μπορούσε, αν ήθελε, ακόμα και να παραγγείλει ένα πλήρες γεύμα για δύο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και χάζευε τους περαστικούς ώσπου βαρέθηκε, μάζεψε μπόλικα διαφημιστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου και διέσχισε το λόμπι, για να σταθεί μπροστά στο αναρτημένο μενού. Σήμερα πρόσφεραν χοιρινό με αχλάδια και κολοκύθα. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην είσοδο του εστιατορίου, παλιός γνώριμος του πατέρα του, έγνεψε ελαφρά και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει.

Μπήκε κεφάτος στην αίθουσα με τις τζαμαρίες και περιέφερε το βλέμμα αναζητώντας ένα καλό τραπέζι. Αναμφίβολα, καλό τραπέζι είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεις την είσοδο, να έχεις θέα στον δρόμο και να κάθεσαι κοντά σε μια πηγή θερμότητας. Δεν βρίσκει, βέβαια, πάντα κανείς ένα τέτοιο τραπέζι, αφού το γκαρσόν δίνει συνήθως συγκεκριμένες επιλογές. Ωστόσο, βολεύτηκε σε ένα γωνιακό, χάζεψε για λίγο τη διαδήλωση, που περνούσε εκείνη την ώρα με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, κι άνοιξε την εφημερίδα του, δήθεν για να διαβάσει, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί πίσω της και να παρατηρήσει τους θαμώνες.

Δεν πρόλαβε, βέβαια, να κάνει πολλά επάνω σε αυτό, γιατί εκείνη η γυναίκα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, εμφανίστηκε στο βάθος, σκανάρισε τον χώρο, κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του, λες και διέσχιζε την κεντρική σκηνή των Μπολσόι, λες κι επρόκειτο για την Άννα Πάβλοβα και την Γκαλίνα Ουλάνοβα σε συσκευασία του ενός. Δεν έκανε καν τον κόπο να συστηθεί. Απλώς, κάθισε απέναντί του, άναψε τσιγάρο και φύσηξε αγενέστατα τον καπνό αδιαφορώντας για τον εκνευρισμό του Φαίδωνα, που περίμενε ότι κάποιος από το προσωπικό θα ερχόταν οπωσδήποτε, για να της κάνει παρατήρηση. Όμως, οι σερβιτόροι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, λες κι εκείνο το τσιγάρο ήταν αόρατο, λες κι αυτή εκεί η γυναίκα με το ελαστικό σώμα και τα μακριά άκρα, είχε δικαίωμα να κάνει ότι της κατέβαινε στο κεφάλι. Δεν θυμόταν το βλέμμα της. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να τον κοίταξε έστω και μια φορά, όσο καθόταν απέναντί του. Έφερνε, όμως, στο μυαλό του τα δάχτυλά της, με τα μακριά νύχια και το βυσσινί βερνίκι, καθώς άνοιγε την τσάντα της και ακουμπούσε στο τραπέζι έναν φάκελο. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα χάθηκε η αθεόφοβη μέσα σε μια στιγμή. Και ο Φαίδων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άδεια καρέκλα, ενώ ο σερβιτόρος τον ρωτούσε αν σκόπευε να παραγγείλει, ή αν περίμενε παρέα. Ωστόσο αυτή, λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε σβήσει το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και ο Φαίδων ένιωσε σαν να το στριφογύρισε με μανία στο μάγουλό του. Η φωνή του σερβιτόρου τον συνέφερε. Άγγιξε τη φανταστική πληγή στο μάγουλό του και απάντησε ότι δεν είχε πια κανένα νόημα να μείνει για φαγητό.

Αλλά το θέμα δεν ήταν αυτό. Το θέμα ήταν ότι τον είχαν εντοπίσει. Κι ότι στον φάκελο υπήρχαν χρήματα, τόσο πολλά ώστε του ήταν αδύνατον να τα αρνηθεί. Κι έτσι, ο Φ. Δ. αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά, προκειμένου να ετοιμαστεί για το επόμενο ραντεβού με την αγενέστατη απεσταλμένη των αόρατων εργοδοτών του.

Στη δεύτερη συνάντησή τους, δεν έκανε τον κόπο να τραβήξει το βλέμμα από τη τζαμαρία, δεν έχασε στιγμή από το κυνηγητό ανάμεσα στους διαδηλωτές και την αστυνομία, ούτε έδωσε σημασία στο βρωμοτσιγάρο της. Αργότερα, καθώς ανακαλούσε τη σκηνή, έβλεπε τον εαυτό του να σπρώχνει αδιάφορα προς το μέρος της ένα ντοσιέ, ενόσω αυτή του περνούσε κάτω από το τραπέζι τον φάκελο με τα χρήματα. Την είχε αντιμετωπίσει, λοιπόν, με επαγγελματικό κυνισμό κι όχι σαν κανένα σχολιαρόπαιδο, τόσο εκείνη τη δεύτερη φορά όσο και στα ραντεβού που ακολούθησαν. Ενδιάμεσα, άκουγε καθημερινά διάσπαρτες φράσεις του να αναπαράγονται στα δελτία ειδήσεων. Δεν τον καλούσαν, ούτε ζητούσαν δηλώσεις του. Όμως ήταν ολοφάνερο ότι όλες αυτές οι ραδιοφωνικές φωνές, πριν απευθυνθούν στο κοινό, μελετούσαν προσεκτικά τα κείμενά του. Επιπλέον, όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο συχνά εντόπιζε τις λέξεις – κλειδιά των πιο καίριων διατυπώσεών του σε άρθρα πολιτικών αρθρογράφων και σιγουρευόταν ότι οι συμβουλές του έμπαιναν σε εφαρμογή, πείθοντας τους ανθρώπους ότι ήταν ανάγκη να υποφέρουν για τη σωτηρία της πατρίδας.

Ωραία λοιπόν, ενόσω οι γύρω του αναλάμβαναν τα βάρη της οικονομικής κρίσης, όφειλε να φανεί υπομονετικός, για να μην μπλέξει σε τίποτα ελέγχους. Τα χρήματα, έπρεπε να μείνουν κρυμμένα και ο ίδιος να διαδώσει φήμες για μια κληρονομιά από κάποια θεία. Θα φλυαρούσε δεξιά κι αριστερά, αφήνοντάς τους να το χωνέψουν, δίνοντάς τους όσο χρόνο χρειάζονταν, πριν αγοράσει το καινούργιο του σπίτι. Στο κάτω κάτω, στα σαράντα πέντε του, ο Φαίδων Διακόπουλος, ήταν επιτέλους σε θέση να αγοράσει ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα και να ξαναζήσει απογεύματα σαν εκείνα τα ξέγνοιαστα των νεανικών του χρόνων στο Λουτράκι και στον Λόγγο.

Αυτά σκεφτόταν στις τέσσερεις το πρωί μιας εργώδους νύχτας, όταν ο φίλος του, ο Πάνος, εμφανίστηκε στο μέιλ, ύστερα από ξενύχτι. Πιθανότατα, για μια ακόμα φορά, είχε ακουμπήσει στην τσόχα και το τελευταίο του ευρώ. Τον φανταζόταν μπροστά στον υπολογιστή, τον ένιωθε γαντζωμένο από το σωσίβιο της κληρονομιάς, τον άκουγε να ικετεύει, να υπόσχεται, πως εφόσον εξοικονομούσε χρήματα για να πληρώσει τα χρέη του, θα επέστρεφε στο λογιστικό γραφείο. Για πολλοστή φορά υποσχόταν ότι θα προσαρμοζόταν, θα ζούσε μια απλή ζωή, αρκούμενος σε ελάχιστα και νιώθοντας ευγνώμων ακόμα και για αυτά. Θυμόταν, όμως, ο Φαίδων τις ωραίες στιγμές των νεανικών τους χρόνων, την εποχή των σπουδών, τα πάρτυ, τα καλοκαίρια τους; Θυμόταν πόσο στενοί φίλοι είχαν υπάρξει οι γονείς τους τις καλές εποχές; Δεν ήταν σκέτη Ατλαντίδα αυτή η ιστορία με την κρίση; Αλλά, για δες, πώς τα φέρνει η ζωή και να ‘σου μια ολόκληρη κληρονομιά. Και τι δεν θα έδινε ο Πάνος για να απαλλαγεί από το κυνηγητό των τοκογλύφων και των λεσχειαρχών. Αλήθεια, πότε έρχονταν τα χρήματα; Θα μπορούσε ο παλιός του φίλος να του δανείσει ένα ποσό, για να ξελασπώσει;

Ο Φαίδων, προτίμησε να απαντήσει αόριστα στην πρώτη ερώτηση. Ωστόσο, ναι, θα ήταν σύντομα σε θέση να τον δανείσει και, μέχρι τότε, ας έφευγαν προς αναζήτηση εκείνου του σπιτιού δίπλα στη θάλασσα. Ας έφευγαν, σκεφτόταν λίγο αργότερα, ενώ η Ιλόνα έμπαινε στο διαμέρισμα. Ας έφευγαν. Σίγουρα του άξιζε μια μικρή άδεια, αφού η σοβαρή δουλειά για την επικοινωνιακή διαχείριση της εθνικής μας χρεοκοπίας είχε ήδη παραδοθεί στους αόρατους εργοδότες του.

«Ως οικοδεσπότης, πρέπει να είναι κανείς σχολαστικός. Σε τέτοια σπίτια το προσωπικό χρειάζεται παρακολούθηση. Οι κλεψιές και οι μπαγαποντιές πηγαίνουν σύννεφο, αν είσαι χαλαρός», έλεγε ο Φαίδων οδηγώντας αργά στη μεσαία λωρίδα της εθνικής οδού και ρίχνοντας ματιές στον καθρέφτη, για να σιγουρευτεί ότι η Ιλόνα στο πίσω κάθισμα τον παρακολουθούσε. Άλλες φορές, ζητούσε από τον Πάνο δίπλα του να θυμηθεί καμιά παλιά ιστορία. Ώσπου, βγάζοντας φλας έστριψε σε μια παράκαμψη, προχώρησε μερικά χιλιόμετρα και άρχισε να διασχίζει αργά τον παραλιακό δρόμο ενός θέρετρου.

Το μέρος έδειχνε έρημο, βυθισμένο σε μια υγρή αχλή, καθώς το κύμα έσπαγε απαλά στην παραλία αφήνοντας να ακουστεί ένας χαμηλότονος ήχος από συγκρουόμενα βότσαλα. «Εδώ είμαστε», είπε ξαφνικά ο Φαίδων φρενάροντας στην είσοδο μιας λευκής βίλλας με μεγάλη σκάλα κι ένα τεράστιο ΠΩΛΕΙΤΑΙ στη μετόπη της κεντρικής βεράντας.

«Η μαμά έλεγε ότι μοιάζει με γαμήλια τούρτα. Περισσότερο από όλα την εκνεύριζαν οι βερικοκί αποχρώσεις στις εσοχές…», είπε εξετάζοντας τα κάγκελα της περίφραξης.

«Ίσως θα έπρεπε να κλείσουμε ραντεβού με τον μεσίτη…», ψέλλισε ο Πάνος, αλλά το μετάνιωσε μόλις το αγριωπό βλέμμα του παλιού του φίλου καρφώθηκε επάνω του.

«Εκεί υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα. Θα ανέβεις πρώτος. Εγώ θα βοηθήσω την κυρία», συνέχισε ο Φαίδων και ο άλλος τον κοίταξε στεναχωρημένος.

Ότι ο φίλος του είχε ξετρελαθεί για ένα διάστημα με την οικιακή του βοηθό, συζητήθηκε αρκετά. Έκαναν ωραίο ζευγάρι. Αυτός, σοβαρός και απόμακρος μέσα στο ακριβό του κοστούμι κι αυτή, λιγόλογη με βάδισμα και παράστημα Ρωσίδας Μπαλαρίνας. Αργότερα, γνωστοί και φίλοι, σταμάτησαν να τους βλέπουν μαζί στα εστιατόρια του κέντρου και συμπέραναν ότι το ειδύλλιο είχε λήξει.

Από την άλλη, εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, θα μπορούσε να το είχε σκάσει ο Πάνος όταν διέκρινε τη λαβή του παλιού ρεβόλβερ στη ζώνη του Φαίδωνα, ή μόλις είδε την Ιλόνα δεμένη και φιμωμένη στο πίσω κάθισμα. Αλλά τότε, θα ήταν σαν να απαρνιόταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του και, το σημαντικότερο, σαν να έτρεχε μακριά από το τελευταίο του σωσίβιο.

Το μεγάλο σαλόνι μπροστά στον κήπο ήταν σκοτεινό, με παντζούρια κλειστά και τραβηγμένες κουρτίνες. Κι ενώ, η φωτιά στο τζάκι φούντωνε, ο Φαίδων έβγαλε ένα πούρο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το άναψε και ρώτησε αδιάφορα «Τι έχει σήμερα το μενού;». Στο άκουσμα αυτής της φράσης, ο Πάνος στάθηκε αναποφάσιστος να παρατηρεί μερικά δαχτυλίδια καπνού, που μεγάλωναν κατευθυνόμενα προς το ταβάνι. Αλλά τότε ο Φαίδων, αφού κάθισε με αργές κινήσεις σε μια πολυθρόνα, τράβηξε το περίστροφο από τη ζώνη του και πριν το ακουμπήσει στο τραπεζάκι, ρώτησε ήρεμα «Η κυρία;» Ο άλλος συνήλθε και, σαν κάποιος να τον ταρακούνησε, είπε με επισημότητα «Ασφαλώς κύριε, τρέχω να την ειδοποιήσω».

Σε άλλη περίπτωση, ο Πάνος θα είχε εξοργιστεί από όλο αυτό το θέατρο, όμως τώρα κατευθύνθηκε προς τη μικρή αποθήκη δίπλα στην κουζίνα σαν αυτόματο. Σαν αυτόματο έτρεχε δεξιά κι αριστερά εδώ και ώρα, αποφεύγοντας τη σκέψη ότι ο Φαίδων, ο δικός του Φαίδων, είχε μεταμορφωθεί σε εκείνον τον αχρείο μισότρελο του σαλονιού με το περίστροφο στο ζωνάρι. Στο μεταξύ, το τρομοκρατημένο βλέμμα της κοπέλας τον επανάφερε στην κρισιμότητα των στιγμών. «Κοιτάζω να δω αν υπάρχει κάποιος τρόπος να φύγουμε. Ίσως μπορέσω να του πάρω το κινητό μου, αν αφαιρεθεί. Στο μεταξύ, θέλει να αλλάξεις και να πας στο σαλόνι», της είπε ψιθυριστά.

Η σιωπή στο σαλόνι πριν από το δείπνο είχε πραγματικά ενοχλήσει τον Φ.Δ.. Ο κατάλληλος άνθρωπος στη θέση αυτού του ανίδεου, σκεφτόταν τώρα, θα είχε διαλέξει ένα cd με απαλή μουσική, πριν ετοιμάσει για τον κύριό του ένα κονιάκ, στο σωστό ποτήρι. Ωστόσο, φέρνοντας στο μυαλό του τη γλυκιά ηρεμία με την οποία η μητέρα του συνήθιζε να απευθύνεται στους υπηρέτες, στράφηκε στον Πάνο, που έστρωνε εκείνην τη στιγμή το τραπέζι, και είπε απλώς «Φρόντισε να είναι όλα έτοιμα στην ώρα τους».

Η Ιλόνα, μπήκε στο σαλόνι λίγο αργότερα. Πλησίασε, φορώντας εκείνο το ωραίο φόρεμα της μητέρας του Φαίδωνα και μερικά μπιζού, ξεδιαλεγμένα από τις δεκάδες σακούλες που είχαν απομείνει στο μικρό του διαμέρισμα μετά από την εκποίηση. «Καλησπέρα», της είπε και τράβηξε μια καρέκλα, για να την βοηθήσει να βολευτεί, πριν καθίσει δίπλα της κι αρχίσει να της μιλάει.

Αργότερα, όταν όλα είχαν τελειώσει, δικαιολογούσε την έκπληξή της, την απολύτως κατανοητή αρχική της έκπληξη, καθώς της έδινε να καταλάβει ότι η ζωή τους θα άλλαζε, ότι η τύχη τους χαμογελούσε. Αναμφίβολα, ο Φαίδων περίμενε υπομονετικά, να δει την τρομοκρατημένη έκφρασή της να υποχωρεί, ενόσω ο ίδιος μιλούσε για το μέλλον περιγράφοντας μέρες και νύχτες γεμάτες πολυτέλεια και ανέσεις. Όμως, εκείνη η στενάχωρη έκφραση, τα σφιγμένα χείλη, το έντρομο βλέμμα, παρέμεναν αμετάβλητα, ενώ τα επιχειρήματά του τελείωναν, ενώ ακουμπούσε στο τραπέζι όλα του τα όπλα, φθάνοντας στο σημείο να τραβήξει από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του “ένα πακέτο με χαρτονομίσματα”, για να τα δει με τα ίδια της τα μάτια και να πειστεί ότι ήταν σε θέση να την κάνει ευτυχισμένη.

Καμιά απολύτως αλλαγή, κανένα ίχνος ενθουσιασμού δεν φάνηκε στο πρόσωπό της Ιλόνας έστω για μια στιγμή, ώσπου πρόφερε τη φράση «Θέλω να φύγω, πρέπει να με αφήσεις να φύγω», στο άκουσμα της οποίας, ο Φαίδων είδε τη φιγούρα της να θαμπώνει και, στο τέλος, να εξαϋλώνεται, λίγο μετά από την απερίσκεπτη κίνησή της να ανάψει τσιγάρο∙ ασφαλώς με χέρια τρεμάμενα, αλλά, το δίχως άλλο, αποφασισμένη να ανάψει τσιγάρο, κινώντας νευρικά εκείνα τα δάχτυλα με τα μακριά νύχια, τα βαμμένα με βυσσινί βερνίκι. Ύστερα, τραβώντας μια αγχωμένη ρουφηξιά, η κοπέλα σάρωσε με το αριστερό της χέρι “τα χαρτονομίσματα” του Φαίδωνα σκορπίζοντάς τα στο χαλί.

Τότε ακριβώς, πήρε τη θέση της στο τραπέζι μια αλαζονική γυναίκα από γαλάζια αύρα, ντυμένη με μαύρο βελούδινο φόρεμα και βαθύ ντεκολτέ. Τότε ακριβώς, εκείνο το κάθαρμα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, βρέθηκε να βασιλεύει μέσα στο ίδιο του το σπίτι, θρονιασμένη απέναντί του. Και ύστερα τι; Μήπως θα του φυσούσε τον καπνό της στο πρόσωπο; Μήπως θα απαιτούσε κι άλλη δουλειά, για να του προσφέρει χρήματά και να φύγει περιφρονώντας τον;

Είχε εισβάλει, λοιπόν, αυτό το τέρας στην προσωπική του ζωή και του έπινε το αίμα, τον απομυζούσε, τον πλάκωνε μέχρι ασφυξίας, όταν το χέρι του πάτησε τη σκανδάλη και η σφαίρα καρφώθηκε στο κέντρο της γαλάζιας αύρας με το μαύρο φόρεμα και τη διέλυσε οριστικά.

Στο άκουσμα του κρότου, ο Πάνος μπήκε τρέχοντας στο σαλόνι και βρήκε την Ιλόνα πεσμένη στο χαλί, ανάμεσα σε διάσπαρτα τουριστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου GB.

*

**