Day: 03.06.2026

Μαύροι κατά μαύρων: Τι συμβαίνει σήμερα στη Νότια Αφρική;

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Ενθρονίσεις σε ξένες χώρες

Το βράδυ της 14ης Μαρτίου 2026, στην πόλη Ηστ Λόντον (East London) της επαρχίας Ήστερν Κέηπ (Eastern Cape), μίας από τις εννέα επαρχίες του κράτους της Νότιας Αφρικής, η νιγηριανή κοινότητα των Igbo[1] διοργάνωσε μια επίσημη τελετή ενθρόνισης: ο Solomon Ogbonna Eziko, από τους ηγέτες της κοινότητας («chief»), στέφθηκε βασιλιάς, φέροντας πλέον τον τίτλο «Igwe Ndigbo Na East London» – που σημαίνει «Ο Ίμπο Βασιλιάς του Ηστ Λόντον».[2]

Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα: το Ηστ Λόντον (ή Ku-Gompo, κατά την πιο πρόσφατη μετονομασία του) είχε ήδη βασιλιά: συγκεκριμένα, η πόλη ανήκει στη δικαιοδοσία του βασιλιά Jonguxolo Sandile, του βασιλικού οίκου Rharhabe της φυλής Xkosa, ο οποίος ενθρονίστηκε με όλους τους καθιερωμένους τύπους και αναγνωρίστηκε, όπως προβλέπει ο νόμος, από τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2020.[3] Όλα αυτά ίσως ακούγονται περίεργα και ξένα για έναν δυτικό, αλλά στη Νότια Αφρική –και σε άλλες αφρικανικές χώρες, όπως είναι και η ίδια η Νιγηρία– δίπλα στους διοικητικούς θεσμούς της γενικής κυβέρνησης λειτουργεί συμπληρωματικά και συμβουλευτικά και ένα δεύτερο σύστημα διακυβέρνησης, παραδοσιακό, τοπικό και εθιμικό, πλήρως κατοχυρωμένο από το σύνταγμα και τη νομοθεσία.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο τίτλος του βασιλιά συναρτάται άμεσα με την ύπαρξη διακριτής «παραδοσιακής κοινότητας» και «εδαφικής επικράτειας» – και τα δύο απαιτούν την αναμφισβήτητη ύπαρξη μιας ιδιαίτερης, κληρονομικής παράδοσης που πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο.

Για τους Νοτιοαφρικανούς πολίτες, επομένως, οι τίτλοι του «παραδοσιακού ηγέτη», του «βασιλιά» και της «παραδοσιακής κοινότητας» δεν αποτελούν τίτλους απλώς και μόνο «επί τιμή», αλλά αντίθετα συνεπάγονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες όσον αφορά την εκπροσώπηση των κοινοτήτων τους και μια πολύ πραγματική εξουσία. Έτσι, όταν οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί παρακολούθησαν το βίντεο της ενθρόνισης του Igbo βασιλιά, εξοργίστηκαν: η πράξη αυτή εκλήφθη ως μονομερής και επιδεικτική αγνόηση των νόμων που διέπουν το κράτος τους εκ μέρους «ξένων», οι οποίοι θα όφειλαν να σέβονται τη χώρα υποδοχής τους, και, τελικά, εκλήφθη ως απειλή. Άμεσα, τις επόμενες μέρες, καταδίκασαν την ενθρόνιση όλοι οι εκπρόσωποι της τοπικής και κρατικής εξουσίας, από τον βασιλιά Jonguxolo Sandile και τους υπόλοιπους νόμιμους παραδοσιακούς ηγέτες μέχρι το Υπουργικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Συρίλ Ραμαμπόσα.[5] Ομοίως έπραξαν και οι επίσημες αρχές της Νιγηρίας, ενώ ο ίδιος ο «βασιλιάς των Ίμπο στο Ηστ Λόντον» αρνήθηκε δημοσίως τον τίτλο του και απολογήθηκε στον νοτιοαφρικανικό λαό.[6]

Αυτή η κίνηση των Ίμπο στο Ηστ Λόντον σίγουρα θα έφερε στη μνήμη των Νοτιοαφρικανών ένα αντίστοιχο περιστατικό που συνέβη μόλις πέρυσι στην Γκάνα. Εκεί, τον Ιούλιο του 2025, ένας Νιγηριανός μεγιστάνας και ανεπίσημα χρισμένος «Ίμπο βασιλιάς» φάνηκε να διεκδικεί εδαφική επικράτεια για τη δημιουργία ενός «Βασιλείου των Ίμπο» στη χώρα – και εκεί, αυτό που ακολούθησε ήταν εκτεταμένες αντιδράσεις κατά των Νιγηριανών μεταναστών, οι οποίες δοκίμασαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.[7] Στη Νότια Αφρική το περιστατικό οπωσδήποτε λειτούργησε ως θρυαλλίδα για να εκδηλωθεί, για πολλοστή φορά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η έχθρα μιας μεγάλης μερίδας μαύρων Νοτιοαφρικανών απέναντι στους Αφρικανούς μετανάστες. Η κατανόηση της στάσης τους, που συχνά φτάνει στην παρανομία (λεηλασίες, αντιποίηση αρχής) και σε ακραία σημεία βίας, απαιτεί να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο, στη δεκαετία του ’90, στις απαρχές του βίου της απελευθερωμένης από το απαρτχάιντ Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, και να δούμε τον τρόπο που άρχισε να διοικείται αυτό το κράτος αλλά και τον τρόπο που, ευθύς εξαρχής, άρχισαν να συνυπάρχουν στο έδαφός του οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες με τους ξένους.

*

Το 1994 έγιναν στη χώρα οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη Νότια Αφρική βρίσκονταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ξένων υπηκόων από τις γειτονικές χώρες της SADC,[8] εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είχε εγκατασταθεί παράνομα στη χώρα ήδη από την εποχή του απαρτχάιντ, όταν η Νότια Αφρική είχε συνάψει μια σειρά από διμερείς κρατικές συμφωνίες και χρησιμοποιούσε ξένο εργατικό δυναμικό προσωρινής απασχόλησης, αμειβόμενο με μισθούς πείνας, για τη λειτουργία των ορυχείων και για τις φάρμες. Χιλιάδες από αυτούς τους ανθρώπους  (από το Λεσότο, τη Μοζαμβίκη και αλλού) είχαν καταφέρει να παραμείνουν στη χώρα, σχηματίζοντας τους δικούς τους ανεπίσημους –και εξαιρετικά φτωχούς– οικισμούς. Ένα άλλο ποσοστό ήταν «πρόσφατες αφίξεις», που είχαν σπεύσει να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας είτε προσφυγικό άσυλο είτε μια καλύτερη ζωή στην απελευθερωμένη από το απαρτχάιντ «ατμομηχανή» της αφρικανικής οικονομίας. Τα κράτη αυτών των ανθρώπων, τα οποία ως επί το πλείστον είχαν αποτινάξει από πάνω τους την αποικιοκρατία δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της Νότιας Αφρικής, είχαν υποστηρίξει ενεργά τον αγώνα των Νοτιοαφρικανών κατά του απαρτχάιντ και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα, υφιστάμενα τα διαφόρων μορφών αντίποινα της λευκής κυβέρνησής της. Τώρα, ήταν η σειρά της Νότιας Αφρικής να ανταποδώσει. (περισσότερα…)