Γιάννης Υφαντής

«Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου» και άλλα ποιήματα

*

ΑΧ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ

Aχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Και πώς τρέχουνε
θέλοντας να μ’ αγγίξουν για να πάρουνε
λίγη αρσενικάδα που τους έλλειψε
τόσο πολύ, όσο το αλάτι στο φαΐ. Nα πάρουν
δύναμη απ’ τον άνδρα για ν’ αντέξουνε
μήπως προλάβουν να τελειώσουνε τ’ ατέλειωτα…

Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Τι μοναξιά και να ’χουν μέσα τους
λόγια και λόγια στοιβαγμένα: Παραμύθια
θρύλους και διηγήσεις κι αδικίες κι όλα όσα
πρέπει να ειπωθούν. Mα πού παιδιά;
Πού τα εγγόνια, πού οι γιοί και οι θυγατέρες;

Σπίτια με δώματα και κάμαρες πολλές.
Kρεβατοκάμαρες, προθάλαμοι, σαλόνια, τουαλέτες.
Ε, μα, πάντα
υπάρχει χώρος για δυο τρεις τηλεοράσεις
για τράπεζες και θρόνους και πολύθρονα
σκαμπό και φουσκωτά, ντουλάπια, για σερβίτσια, γυαλικά,
υπάρχει χώρος
για τ’ ανθογυάλια, για πικάπ και ραδιόφωνα
κομπιούτερ και τηλέφωνα. Yπάρχει
χώρος για τ’ αυτοκίνητα, για τις μοτοσυκλέτες.

Mα δεν υπάρχει χώρος για τον γέροντα.
Σαν το ξερό κλαδί είναι ο γέροντας…
το σπάζουν και το παν στην αποθήκη…
σ’ ένα γηροκομείο δηλαδή. Κι αφήνοντάς τον
ούτε που θέλουν πια να ξέρουνε τι γίνεται,
αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. (περισσότερα…)

«…τη Συμμαχία του Θανάτου»

*

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».

Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.

Βεβαίως,

υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν

*

Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.

Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.

Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…

Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης

*

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.

* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.

///

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ

Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό. (περισσότερα…)

Περιμένοντας τον Κώστα Πατρώνη στην καφετέρια και άλλα ποιήματα

*

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ
ΠΑΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ

Δεν έχω τί να κάνω εδώ
Που κάθοντ’ όλα τα εγώ
Πίνουν καφέδες και ποτά
Κι όλο κοιτούν στα κινητά.

Γελούν γιατί δεν θα ’χουν στόμα
Όταν σε λίγο γίνουν χώμα.

Η μεν βυζάκια σαν κουμπιά
Κ’ η δε μαστούς οχτώ κιλά.
Όποιαν ο δόλιος κι αν διαλέξω
Με τη χειρότερη θα μπλέξω.

Μ’ έφερ’ εδώ η μάνα Φύση
Σ’ αυτό που τ’ ονομάσαν ζήση.
Μα ποιος τη Φύση έχει φέρει;
Ούτε αυτή, ούτ’ άλλος ξέρει.

(περισσότερα…)

Ίρις

*

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΙΡΙΔΑ

Ω Ίρις, το ουράνιο τόξο μου, Ίρις, η αγγελιοφόρος των θεών, Ίρις εσύ των οφθαλμών μου, Ίρις, το άνθος του Φθινόπωρου… Ίρις, η πολυαγαπημένη μου, Ίρις, η σκάλα εσύ των Ουρανών, Ίρις, νεράιδα της Ραΐνας, Ίρις, η νύμφη εσύ της Κασταλίας….

Ω Ίρις, με το μίνι το λευκό και με το πέπλο σου, ω Ίρις, νύφη εσύ που προσκυνάς μπρος στον ναό του Παρθενώνα, ω Ίρις, στον Κρυφό Γιαλό μας η ολόγυμνη, ω Ίρις, στο ενδέκατο, το δάχτυλό μου, δαχτυλίδι…

Ίρις, ω έκσταση κι ουράνια χαρά, Ίρις, η γήινη ευτυχία… Ίρις, φτασμένη απ’ το Παντού κι από το Πάντα.

///

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ’χα εσένανε εκεί βαθιά στον Άδη
η ομορφιά σου Ήλιου φως να κάνει το σκοτάδι.

Να με φιλάς κι όσο βαστώ, γλυκό βυζί να πιάνω,
αλλ’ αχ, σα μπαίνω μέσα σου, στο άφταστο να φτάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Η επικράτηση των βαρβαρόγλωσσων

*

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΓΛΩΣΣΩΝ

Διαβάζω πάλι τον Καβάφη ολόκληρον,
διαβάζω λέω μ’ όλο που
σχεδόν όλο το έργο του το έχω αποστηθίσει.
Διαβάζω κι έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω
τον τέλειο στίχο του τον τέλειο ρυθμό του.

Και βλέπω εδώ να μου υπογραμμίζουν
τη λέξη «ολόκληρον» σα να ’ναι λαθεμένη.
Μου την υπογραμμίζει ο κομπιούτερ
ο ρυθμισμένος από τους Σελτζούκους
που κατακλύσανε τις τελευταίες δεκαετίες
τη γλώσσα μας και διαρκώς την καταστρέφουν.
Γιατί τα νι δεν τα γουστάρουν οι Σελτζούκοι
κι ούτε τις κλίσεις θέλουνε που για χιλιετίες
τη γλωσσική μας έδιναν ακρίβεια κι ευφροσύνη.

Αναίσθητοι κακοποιοί, «ψυχές μαραγκιασμένες»,
δεν λένε «τους αγνώστους» μα «τους άγνωστους»
κι ούτε «ο Κίμων» λένε μα «ο Κίμωνας»,
κ’ «είπαμε προηγούμενα» κι όχι «προηγουμένως» (περισσότερα…)

Ο ιερός σκοπός

*

Aπό τους φίλους μάζευε λεφτά, κι από παλιές του φίλες
να τον βοηθήσουν έλεγε στον ιερό σκοπό
να κάμει εγχείρηση η μάνα του.
Να κάμει εγχείρηση η μάνα του;
Μ’ αυτός της έκλεψε τη σύνταξη σαν είδε
πως δεν του φτάνουν όλ’ αυτά
που μάζεψε τριγύρω απ’ τους εράνους.

Τα ’θελε τα λεφτά, για εισιτήρια,
για φαγητό και για ξενοδοχείο,
να πάει εκεί στη χώρα της και να την ανταμώσει
και να την έχει αγκαλιά τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Σκέφτονταν πως τους γέλασε, πως έκαμε το αίσχος
να κλέψει από τη μάνα του λεφτά, τη σύνταξή της.
Σκέφτονταν πως είν’ άτιμος. Μα πάνω στο κρεβάτι
το θεϊκό σαν έβλεπε κορμί, το πρόσωπό της,
εύρισκε πως πιο ιερό πράγμα στην γης δεν μένει
απ’ το να πας για να χαρείς γυναίκα λατρεμένη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

**

Η τέχνη του ζην

*

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΖΗΝ

Γαλήνια χαρά
να ’χεις τακτοποιήσει τους γονείς σου μες στους τάφους τους
και να ’χεις προσπεράσει των ανθρώπων την απάτη και το ψεύδος
σα να μην προορίζονταν για σένα.

Να ’χεις χαμογελάσει με τον δόλο τους
και να μην έχεις μαρτυρήσει σε κανέναν τίποτε γι’ αυτόν.

Γαλήνια χαρά.
Να καταπιάνεσαι μεσάνυχτα με πράγματα
ωφέλιμα και νόστιμα κι απλά.
Ενώ οι καλοί και οι κακοί, οι πράοι κ’ οι προδότες,
απολαμβάνουν ήσυχα τον ύπνο τους, εσύ,
εσύ να μαγειρεύεις καθαρίζοντας
κρεμμύδια για να κάνεις καμβρολάχανο στιφάδο.

Είκοσι κρεμμυδάκια, δυο ντομάτες,
δυο-τρεις σκελίδες σκόρδο, δενδρολίβανο,
δυο φύλλα δάφνης, το αλάτι και το λάδι.

Κι όταν ετούτα βράσουν στο ελάχιστο
(εσύ τ’ ανακατεύεις)
όταν ετούτα βράσουνε, όταν μοσχοβολήσουν
να ρίξεις μέσα εκεί κομματιασμένο
το καμβρολάχανο και τέλος το νερό.

Κι έχοντας έτσι φτιάξει μία τέτοια νοστιμιά
να πέσεις ήσυχος κι εσύ να κοιμηθείς
τη νύστα ενισχύοντας μ’ εξαίσια παραμύθια
Περσών, Ελλήνων και λαών της Άπω Ανατολής.

///

ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΔΙΑ, 12. 10. ’24:

Όταν κοπάδια αγριόχοιρων κατέβουν στα χωριά
φορώντας σκουλαρίκια, παραμάνες και καρφίτσες στα βυζιά τους, στα ρουθούνια
τους, στ’ αυτιά,
πάνε στα καφενεία για ν’ ακούσουν μια σταλιά πολιτικά.

Κι αν τα ρωτήσεις ποιος απ’ όλους τούς ταιριάζει,
έχουν «γραμμένους», λένε, Τσίπρα, Σπαρτιάτες, Κασσελάκη…
μουτζώνουν με τα τέσσερα Νου Δου και Μητσοτάκη
κι ο Ανδρουλάκης μόνο λένε πως τα νοιάζει.
Γιατί ακόμα και στη μούρη (συμπληρώνουν τα καϋμένα με το δάκρυ τους να στάζει)
μόνον ο Νίκος ειν’ εκείνος λιγουλάκι που τους μοιάζει,
και μόνο αυτός ως πρόσωπο καθόλου δεν τα σκιάζει.

/// (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Από το ημερολόγιό μου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1994:
ΤΟΥ ΝΤΟΥΛΑ ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Οι Τούρκοι παιδομάζωμα έκαμαν στο Πυργί.
Πρόκριτοι, δημογέροντες, παπάς και χωριανοί
κρύψαν τους γιους τους κι έδωσαν της χήρας το παιδί,
τον Ντούλα τον μονάκριβο και μήτε η Παναγία
μήτε ο Χριστός σταμάτησαν αυτή την αδικία.
Δέρνεται η μάνα σέρνεται και τους παρακαλεί
κι ανυπεράσπιστο θρηνεί φωνάζει το παιδί.
Μα ούτε οι πέτρες άκουγαν ούτε και οι καρδιές.
Πήραν τον Ντούλα κι έφυγαν σε στράτες μακρινές.
Γενίτσαρο τον κάμανε, τσαούση στρατολάτη,
μ’ αυτός ποτέ δεν λησμονεί, του έμεινε γινάτι.
Διαβαίνουν χρόνοι και καιροί κι ένα πρωί προβαίνει
καβάλα με στρατό πολύ, στην εκκλησιά πηγαίνει
κεφάλια σκίζει αγίων, καίει την εκκλησιά
κι έξω μαχαιρωμένη σέρνει την Παναγιά.
Όλους τους άντρες μάζωξε, κοπάδι να τους κάμει
και στο γκρεμό τους έριξε, μες στο βαθύ ποτάμι.

~.~

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 1996:
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ

Δεν είναι πως περιφρονώ
τον κάθε μέτριο ποιητή
είναι που για ν’ αντέξω εγώ
τη φρίκη πού ’χει η ζωή
ήθελα δόσεις δυνατές
από μεγάλους ποιητές
κι έγινα ποιητομανής
όσο ποτέ άλλος κανείς
κι αδιάφορος στο κάθε τι
που δεν γιατρεύει τη ζωή.

~.~ (περισσότερα…)

Του ημερολογίου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1984:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

Με μάτια αγελαδινά
τετράγωνο σαγόνι
και με τ’ αυτιά τα πεταχτά
στα αραιά της τα μαλλιά.
Κανείς να μην ζυγώνει
του Διάβολου εγγόνι.

Τα μαλακά μικρά βυζιά
που πέφτουν μαραμένα
ποτέ δεν είχαν μια σταλιά
γάλα, μα ήταν πάντοτε
με πύον γεμισμένα…

Και η λεκάνη της εκεί
σα μια ζυγιά ταμπούρλα
θεόρατα π’ ως περπατά
αλλοίμονο σ’ όποιον κοντά
βρεθεί σ’ αυτή τη φούρια.

Θα φάει τέτοια μια κωλιά
που θα κοπεί του η μιλιά.

Μόνο σε πρόθυμο αυτί
βρίσκει χαρά… Και ξαμολά
γέλωτα μέγα σαν το βρει.
Όμως ποτέ δεν ξεκολλά
από το φθόνο… Το ΚΑΛΟ
κόλαση γίνεται γι’ αυτή
που άγρια την τυραννά. (περισσότερα…)

Το πεινασμένο κοράκι

*

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΑΚΙ

Ο Σώτος ο γιδοβοσκός και η Γατσού* του Φάνη
πήγαμ’ οι τρεις μας εκδρομή στου Ντούλα το Στεφάνι.**
Εκεί ο Τόμας Έλιοτ μας πήρε στην αυλή του
κι ανέκδοτα μας έλεγε απ’ την εδώ ζωή του.
Που πήγε να καθρεφτιστεί μες τον κουβά της Νίνας
Κ’ είδε αντίς τη φάτσα του κάποιο σοφό της Κίνας.
Για δείπνο τον καλέσαμε. Ήρθε κι ο Καραγκιόζης.
Γουστάρω την παρέα τους. — «Κοράκι γιατί κρώζεις
πένθιμα εκεί στον πάσσαλο του φράχτη καθισμένο;»
«Γιατ’ είστε όλοι αθάνατοι, κι εγώ ειμαι πεινασμένο».

*Είναι η γάτα του Θεσσαλονικιού φίλου μου Θεοφάνη Σβε, που εγώ τη βάφτισα.
** Όταν οι Τούρκοι ήρθαν στο Πυργί για το παιδομάζωμα, οι πρόκριτοι έκρυψαν τα δικά τους παιδιά κι έδωσαν τον Ντούλα, τον γιό της χήρας. Ο Ντούλας έγινε αξιωματικός των Γενιτσάρων και, δεκαπέντε χρόνια μετά, γύρισε με στράτευμα στο χωριό του. Μάζεψε όσους ήσαν από 18 χρονώ κι επάνω και τους έριξε στον μεγάλο γκρεμό, πάνω από τον Ζέρβα, παραπόταμο του Αχελώου.

~.~

ΛΕΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ:

Να ’κανα ένα ποίημα…, πολύ το θέλω Γιάννη…
Στον άλλο κόσμο οι ποιητές γιορτή να ’χουνε κάνει
και ο Κικέρων να ρωτά «Πώς κι έτσι μωρ’ αδέρφια;»
«Τον Υφαντή προσμένουμε, γι’ αυτό κι έχουμε κέφια».

~.~

ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, σχολαστικός εγίνη,
κι από ’να φόβο απόκρυφο τους άξιους αφήνει
παράμερα, κι ο φθόνος του, τους μόνους που εγκρίνει
είν’ όσοι γνώρισαν μ’ αυτόν τα ίδια μεγαλεία
και τη ζωή τους πέρασαν μες στα νεκροτομεία.

~.~

ΠΟΛΕΙΣ ΠΟΤΑΜΩΝ

Φλώρινα, Φλωρεντία, Σόφια, Κάιρο,
Παρίσι, Σκόπια, Φιλιππούπολη, Λονδίνο, Μόναχο,
Πετρούπολη, Βιέννη, Μπραντισλάβα, Σπάρτη, Ρώμη,
Βουδαπέστη, Βαβυλώνα, Βερολίνο, Βελιγράδι, Πράγα,
Κίεβο, Ισφαχάν, Δελχί, Μπουένος Άιρες, Σαν Πάολο,
Βαγδάτη, Τόκυο, Χόγκ Κόγκ, Μαδρίτη,
Βαρσοβία, Μόσχα, Λισσαβώνα,
Ουρανός.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*