Day: 17.06.2026

Η Ρωσίδα Μπαλαρίνα

*

της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

~.~

Στο ραντεβού πήγε φορώντας το καλό του κοστούμι, ένα μονόπετο Kiton, αληθινό εύρημα, αγορασμένο από ενεχυροδανειστήριο. «Καλή περίπτωση», του είχε πει ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο. «Μένει, όμως, στα αζήτητα γιατί ο ιδιοκτήτης του μας άφησε χρόνους». Ότι ο πωλητής ήταν κοράκι δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο GB, καθισμένος σε ένα τραπέζι δίπλα από τη τζαμαρία, ο Φαίδων ένιωθε κομψός και αρκετά γενναιόδωρος, ώστε να ευγνωμονεί ακόμα κι ένα κοράκι, επειδή τον έπεισε να προχωρήσει σε αυτήν την αγορά, κι ας του έπεσε βαρύ το έξοδο.

Ένα καλό κοστούμι χρειάζεται, για να βγεις ασπροπρόσωπος σε μια τέτοια περίσταση, σκεφτόταν νωρίτερα, καθώς διέσχιζε την είσοδο, σχεδόν ευτυχισμένος, γιατί η ιδέα ότι θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ώρα αιχμής, του είχε αρέσει από την αρχή. Στάθηκε να χαζέψει τους πελάτες στη μεγάλη ρεσεψιόν, παραμέρισε για να περάσουν δυο τρεις φουριόζοι γκρουμ, παρατήρησε τον υπάλληλο της εισόδου με τη φαντεζί στολή, ενώ σταματούσε ταξί, ή άνοιγε πόρτες αυτοκινήτων (τι τρόπος κι αυτός για να βγάζει κανείς το ψωμί του, φορώντας μια τέτοια στολή, σκέτη ειρωνεία). Ύστερα, θυμήθηκε μια φράση της μητέρας του. «Είναι σχεδόν έγκλημα να είσαι φτωχός», την άκουσε να λέει και είδε τη φιγούρα της να περνά στιγμιαία από τη μισάνοιχτη πόρτα του παιδικού του δωματίου, ντυμένη επίσημα, ρολάροντας απαλά (σαν Ρωσίδα χορεύτρια στον Χορό της Άνοιξης), καθώς έφευγε για κάποιο κάλεσμα, ή για καμιά εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο σαν αυτό εδώ.

Από την άλλη, εκείνη την ημέρα, ο Φαίδων Διακόπουλος είχε στη διάθεσή του ένα ποσόν, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ραντεβού και σίγουρα μπορούσε, αν ήθελε, ακόμα και να παραγγείλει ένα πλήρες γεύμα για δύο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και χάζευε τους περαστικούς ώσπου βαρέθηκε, μάζεψε μπόλικα διαφημιστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου και διέσχισε το λόμπι, για να σταθεί μπροστά στο αναρτημένο μενού. Σήμερα πρόσφεραν χοιρινό με αχλάδια και κολοκύθα. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην είσοδο του εστιατορίου, παλιός γνώριμος του πατέρα του, έγνεψε ελαφρά και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει.

Μπήκε κεφάτος στην αίθουσα με τις τζαμαρίες και περιέφερε το βλέμμα αναζητώντας ένα καλό τραπέζι. Αναμφίβολα, καλό τραπέζι είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεις την είσοδο, να έχεις θέα στον δρόμο και να κάθεσαι κοντά σε μια πηγή θερμότητας. Δεν βρίσκει, βέβαια, πάντα κανείς ένα τέτοιο τραπέζι, αφού το γκαρσόν δίνει συνήθως συγκεκριμένες επιλογές. Ωστόσο, βολεύτηκε σε ένα γωνιακό, χάζεψε για λίγο τη διαδήλωση, που περνούσε εκείνη την ώρα με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, κι άνοιξε την εφημερίδα του, δήθεν για να διαβάσει, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί πίσω της και να παρατηρήσει τους θαμώνες.

Δεν πρόλαβε, βέβαια, να κάνει πολλά επάνω σε αυτό, γιατί εκείνη η γυναίκα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, εμφανίστηκε στο βάθος, σκανάρισε τον χώρο, κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του, λες και διέσχιζε την κεντρική σκηνή των Μπολσόι, λες κι επρόκειτο για την Άννα Πάβλοβα και την Γκαλίνα Ουλάνοβα σε συσκευασία του ενός. Δεν έκανε καν τον κόπο να συστηθεί. Απλώς, κάθισε απέναντί του, άναψε τσιγάρο και φύσηξε αγενέστατα τον καπνό αδιαφορώντας για τον εκνευρισμό του Φαίδωνα, που περίμενε ότι κάποιος από το προσωπικό θα ερχόταν οπωσδήποτε, για να της κάνει παρατήρηση. Όμως, οι σερβιτόροι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, λες κι εκείνο το τσιγάρο ήταν αόρατο, λες κι αυτή εκεί η γυναίκα με το ελαστικό σώμα και τα μακριά άκρα, είχε δικαίωμα να κάνει ότι της κατέβαινε στο κεφάλι. Δεν θυμόταν το βλέμμα της. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να τον κοίταξε έστω και μια φορά, όσο καθόταν απέναντί του. Έφερνε, όμως, στο μυαλό του τα δάχτυλά της, με τα μακριά νύχια και το βυσσινί βερνίκι, καθώς άνοιγε την τσάντα της και ακουμπούσε στο τραπέζι έναν φάκελο. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα χάθηκε η αθεόφοβη μέσα σε μια στιγμή. Και ο Φαίδων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άδεια καρέκλα, ενώ ο σερβιτόρος τον ρωτούσε αν σκόπευε να παραγγείλει, ή αν περίμενε παρέα. Ωστόσο αυτή, λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε σβήσει το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και ο Φαίδων ένιωσε σαν να το στριφογύρισε με μανία στο μάγουλό του. Η φωνή του σερβιτόρου τον συνέφερε. Άγγιξε τη φανταστική πληγή στο μάγουλό του και απάντησε ότι δεν είχε πια κανένα νόημα να μείνει για φαγητό.

Αλλά το θέμα δεν ήταν αυτό. Το θέμα ήταν ότι τον είχαν εντοπίσει. Κι ότι στον φάκελο υπήρχαν χρήματα, τόσο πολλά ώστε του ήταν αδύνατον να τα αρνηθεί. Κι έτσι, ο Φ. Δ. αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά, προκειμένου να ετοιμαστεί για το επόμενο ραντεβού με την αγενέστατη απεσταλμένη των αόρατων εργοδοτών του. (περισσότερα…)