Άνθρωποι της διπλανής πόρτας

της ΝΟΠΗΣ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λίχνος
Οι αχθοφόροι (διηγήματα)
Υψικάμινος, 2025
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «Oι Μοιραίοι»

Στο γνωστό έργο του Ιστορία και αλήθεια ο Άνταμ Σαφ[1] παρουσιάζοντας τους δύο τρόπους προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας από τον μέσο άνθρωπο, τον εμπειρισμό και τον παροντισμό, εντοπίζει προβλήματα που ανάγονται στον τρόπο θέασης του παρελθόντος: εκτός από την κριτική που ασκεί στην απόλυτα θετικιστική προσέγγιση της ιστορίας, στη δυνατότητα πλήρους αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, στην προβολή, συνειδητή ή μη, αξιών και σκεπτικών του παρόντος στο παρελθόν, επικεντρώνεται στην παρουσίαση των γεγονότων που συνιστούν το παρελθόν ως σύνολο στοιχείων ομοιογενών που συνιστούν στην τελική τους αποτίμηση μια ευθεία γραμμή. Ο Σαφ αποδίδει τα παραπάνω στην προσπάθεια που καταβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα, όργανα της οποίας είναι και οι ιστορικοί, να περιγράψει τα γεγονότα αποδίδοντας μια ερμηνεία που στηρίζει την οπτική αλλά και τα συμφέροντά της, εξασφαλίζοντας έτσι τόσο τη διάσωσή της όσο κυρίως τη συνέχιση της επικυριαρχίας της επί των κυριαρχούμενων. Παράλληλα, τα τελευταία είκοσι τουλάχιστον χρόνια αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για μια άλλη οπτική και αντιμετώπιση της ιστορίας, η οποία απορρίπτει την ομοιογένεια ως όρο της διαμόρφωσής της, ενώ προτάσσει και άλλες μορφές αποτύπωσής της: έτσι, εκτός από την επίσημη γραπτή μορφή της, προβάλλεται η προφορική ή η δημόσια ιστορία, ως οπτική έκφρασης της βίωσης του παρελθόντος μέσω της μαρτυρίας.[2]

Σημαντική επίσης αλλαγή έχει εντοπιστεί στην εστίαση των φορέων του ιστορικού λόγου: από την οπτική των κυρίαρχων η έρευνα, τόσο η στενά ιστορική όσο και η ευρύτερη επιστημονική, στρέφεται πλέον στην προσπάθεια απόδοσης της οπτικής των κυριαρχούμενων,[3] των ιδεών τους, των διαφοροποιήσεών τους σε σχέση με τους επικρατούντες, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί πληρέστερα το παρελθόν, να αποφευχθεί η μονομέρεια, ώστε η επαφή μας με αυτό να είναι ουσιαστικότερη και ποιοτικότερη. Από τα παραπάνω επηρεάστηκε σαφώς και η λογοτεχνία και η κριτική. Η « Δομή της αίσθησης» (structure of feeling) είναι ο όρος που επινόησε ο Βρετανός θεωρητικός της κουλτούρας Ρέυμοντ Ουίλλιαμς για να περιγράψει τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, η οποία δεν εξαντλείται στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά λαμβάνει υπόψιν της τις λογοτεχνικές συμβάσεις προκειμένου να αποδώσει το παρελθόν.[4] Δεν γνωρίζω αν ο συγγραφέας είχε υπόψιν του αυτές τις παραμέτρους που έχουν τεθεί από την επιστήμη (ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, θεωρία της κουλτούρας), το έργο του πάντως φαίνεται να ακολουθεί τα στοιχεία που έχουν επισημανθεί ως σημαντικά ιδιαίτερα στο θέμα της απόδοσης του παρελθόντος αλλά και της προσπάθειας της κατανόησής του.

Στα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής Οι αχθοφόροι, ο συγγραφέας ορίζει επακριβώς τον χρόνο της δράσης είτε μετά τον τίτλο (π.χ. «Στον καφενέ, 1924» ή «Η Συνέντευξη, 2019»), είτε στην πρώτη υποσημείωση που συνοδεύει την αφήγηση (π.χ. «Η Ανάσταση»). Πολλές φορές στις υποσημειώσεις υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που επισημαίνονται ώστε να προωθηθεί η γνώση της περιόδου και να διευκολυνθεί η επαφή του αναγνώστη με την αφήγηση. Ο ορισμός του χρόνου (ο συγγραφέας εστιάζει σε ιδιαίτερα δραματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: προσφυγικό, γερμανική κατοχή, αγγίζει ακόμη και την πανδημία 2019-21) σε συνδυασμό με την επιλογή των ηρώων, κύριων ή δευτερευόντων, αποδεικνύουν τις στοχεύσεις που υπηρετούνται στην παρούσα αφήγηση με πρώτη τη βίωση κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την νεώτερη ελληνική ιστορία κυρίως τον 20ό αιώνα, από τους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, τους ανώνυμους, τους κυριαρχούμενους. Τα πρόσωπα παρελαύνουν στη συλλογή καταθέτοντας το καθένα τη δική του «αλήθεια», τη δική του πραγματικότητα, υποβοηθώντας τη γνώση της συγκεκριμένης περιόδου που δηλώνεται με ακρίβεια στον υπότιτλο. Πρόκειται για ανθρώπους της διπλανής πόρτας, απλούς, τις περισσότερες φορές βασανισμένους από τις συνθήκες του βίου, παρίες της ζωής εξαιτίας και ιδίων λαθών ή παθών. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει το ρεαλιστικό πλαίσιο της δράσης των ηρώων, τις πιέσεις που ασκούνται πάνω σε αυτούς, τα προσωπικά προβλήματα ή διλήμματα που έχουν να αντιμετωπίσουν. Ο αφηγηματικός λόγος αποδίδει με ακρίβεια τόσο τα στοιχεία του ήθους των ηρώων όσο και αυτά της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας προσπαθώντας να αναδείξει τη διαλεκτική σχέση που τα συνδέει: δεν υπάρχει ούτε ηρωοποίηση των προσώπων, ούτε προσπάθεια δικαιολόγησης των συμπεριφορών τους, ούτε —από την άλλη— δαιμονοποίηση της πολιτικής ή των πολιτικών.

Βρήκα συγκεντρωμένους εργάτες να φοβερίζουν πως θα επιτεθούν στον σταθμό τής χωροφυλακής, που πλέον είχε μετατραπεί σε φρούριο κανονικό. Δε στάθηκα, φοβήθηκα. Απέστρεψα το βλέμμα, τάχυνα το βήμα και συνέχισα να περπατώ μέχρι που σουρούπωσε. Όταν έφτασα στο καπηλειό τού Κοσμά, βρήκα κόσμο μαζεμένο πάνω απ’ το ραδιόφωνο, ν’ ακούνε το διάγγελμα του πρωθυπουργού. «Οι εργάτες τής Ελευσίνας παρασύρθηκαν από ταραχοποιά στοιχεία, που επιζητούσαν την πρόκληση προστριβών ανάμεσα στους εργάτες και το κράτος», είπε. «Οι απεργοί στράφηκαν χωρίς δικαιολογία ενάντια στα όργανα της τάξεως», συνέχισε. «Το σωμα­τείο τής Ενώσεως Τεχνιτών-Εργατών Τσιμέντου Ελευσίνος έχει γίνει παίγνιον εις τας χείρας κομμουνιστικών τινών στοιχείων», συμπλήρωσε έπειτα. «Για να αποφευχθεί η πρόκλησις ταραχών, δίδεται εντολή στα οινοπωλεία να μη χορηγούν οινοπνευματώδη ποτά μέχρι νεοτέρας», κατέληξε. Αυτό ήτανε, σκέφτηκα, τώρα ολοκληρώθηκε η συμφορά! Είχαν δεν είχαν όλοι τους, τα κατάφεραν ν’ απαγορευτεί το κρασάκι.

(«Στο καπηλειό»)

 Έτσι επιβεβαιώνεται η πρόθεση του συγγραφέα να «πει την ιστορία» των από κάτω, των κυριαρχούμενων, των ταπεινών του κόσμου: αχθοφόροι, χτίστες, μαστόρια, μέθυσοι που επιλέγουν το τραπέζι που θα κάτσουν στην ταβέρνα ανάλογα με τον όγκο του κρασιού που υπάρχει στην κανάτα, επαναπατριζόμενοι από την Γερμανία, πρόσφυγες στην Ελλάδα του 20ού  και 21ου αιώνα, επισφαλείς εργαζόμενοι που έχουν κουραστεί να γράφουν βιογραφικά σημειώματα, άνεργοι, αξιότιμες νοικοκυρές που καταπιέζουν τη λίμπιντο και αυτοϊκανοποιούνται στα διαλείμματα μιας άχαρης ζωής, επαρχιώτες στην Αθήνα, όλοι παρελαύνουν στις σελίδες της συλλογής, δηλώνοντας ο καθένας τη δική του αλήθεια. Αυτό το μωσαϊκό των ηρώων, το άλλες φορές σκούρο και απωθητικό άλλες —ομολογουμένως λιγότερες— φορές φωτεινό και ελπιδοφόρο, αναδεικνύεται επίσης με την επιλογή συγκεκριμένης ιδιολέκτου των ηρώων, ανάλογα και με την κοινωνική τάξη αλλά και με τον τόπο προέλευσης.

 Κι όσο κι αν πασχίζεις να τα προκάμεις όλα δίχως γκρίνια, ε, κείνες τις μέρες, δε γίνεται παρά να φουρκίζεσαι και να βλαστημάς… Ο Αντώνης Καραδήμας, στα τριάντα του χρόνια κοντά, γιος ενός πολυφαμελιάρη σταχτέρη απ’ την Κόρινθο, ζούσε στη Νίκαια και δούλευε στο εργοστάσιο υφασμάτων «Ρετσίνα» τού Πειραιά, σ’ όποιο πόστο υπήρχε χρεία για χέρια· πότε στους ατράκτους και τους αργαλειούς τού νηματουργείου, πότε στο υφαντήριο και πότε στο βαφείο, φτιάχνοντας βαμβακερά νήματα και υφάσματα, κάμποτ, ντρίλια κι αλατζάδες, προϊόντα φθηνά για τη φτωχολογιά, αλλά και επίσημες στολές για τον στρατό και τη χωροφυλακή… Τη γυναίκα του, τη Ρηνιώ, τον είχε αναγκάσει ο πεθερός του να την αρραβωνιαστεί στα δεκατέσσερά της, επειδή την είχε μαγαρίσει.

(«Απαγορεύεται το ουρείν»)

Τα στοιχεία αυτά καθιστούν την περίφημη «Δομή της αίσθησης» του Ρέυμοντ Ουίλλιαμς άκρως λειτουργική στη συλλογή, αφού αποδίδεται η ιστορική συγκυρία μέσω της συνειδητής επιλογής του συγγραφέα να εστιάσει στους αδύναμους, ώστε η απόδοσή της να μην είναι μονοσήμαντη. Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργεί και η συνειδητή επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης: η ρεαλιστική και νατουραλιστική λογοτεχνία στις πιο ουσιώδεις εκφορές της εναγκαλίστηκε την τριτοπρόσωπη αφήγηση με κυρίαρχο τον παντογνώστη αφηγητή· τα διαλογικά στοιχεία των κορυφαίων ρεαλιστών συγγραφέων —υπαρκτά και πολύ σημαντικά από την άποψη της πλοκής— διαφοροποιούνταν κυρίως εκφραστικά, αλλά ουσιαστικά ακολουθούσαν τις κατευθύνσεις του κυρίαρχου αφηγητή. Ο Λίχνος διαφοροποιείται από την παραπάνω πρακτική: η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης επιτρέπει λογοτεχνικά την ταύτιση με τον κεντρικό ήρωα ενώ παράλληλα το τελικό αφήγημα αποκτά τη μορφή της «μαρτυρίας» από την άποψη της άμεσης κατάθεσης του βιώματος ως στοιχείο του μύθου αλλά και της εξέλιξής του. Τα διαλογικά μέρη προσθέτουν την απαραίτητη παραστατικότητα στην αφήγηση, οξύνουν τη δραματικότητα φωτίζοντας όλες τις παραμέτρους ενίσχυσης της εστίασης του κεντρικού προσώπου. Οι ωραιότατες περιγραφές μέσω των απαραίτητων λεπτομερειών αποτελούν τη βάση για την αναγνώριση των τόπων, των συνθηκών και των χαρακτηριστικών, ψυχοσωματικών ή πνευματικών, των ηρώων. Εξασφαλίζεται έτσι η «λογοτεχνική αλήθεια» στα διηγήματα της συλλογής, στοιχείο που υποβοηθεί εκτός των άλλων και την πρόσληψη από τον δέκτη, ο οποίος αναγνωρίζει τη γνησιότητα των βιωμάτων, των σκέψεων, των συναισθημάτων και μπορεί πλέον να τα εκτιμήσει σε σχέση με την ιστορική συγκυρία.

 Πριν προλάβω να βρέξω το στόμα μου, όμως, μου ’πιασε το χέρι, με κοίταξε κατάματα κι είπε: «Δεν παραμιλάς. Πώς θα παρεήσουμε άμα δε μιλάς;».

«Δεν παραμιλάω ξενέρωτος. Άμα κάνω κεφάλι, όμως, μιλάω και παραμιλάω συνάδελφε», είπα αστειευόμενος, κι εκείνος έμπηξε τα γέλια, τσούγκρισε το ποτήρι μου κ’ ύστερα κατάφερα να κατεβάσω την πρώτη γουλιά. Ένα ξινισμένο παλιόκρασο ήτανε, που ο Κοσμάς το φύλαγε για τους απένταρους και τους μέθυσους, μα τη δουλειά του την έκανε.

«Πού εργάζεσαι συνάδελφε;», με ρώτηξε μετά από λίγο.

«Λιμενεργάτης ήμανε, αλλά με σχολάσανε προ διμήνου»

«Είναι δύσκολα τα πράματα για όλους. Μας είχαν πει πως θα καλυτερέψουν εφέτος, αλλά χειροτέρεψαν. Πομφολυγώδεις υποσχέσεις απεδείχθησαν τα μεγάλα λόγια».

Εξίσου σημαντικό είναι το στοιχείο της μνήμης όπως αναδύεται στη συλλογή μέσω των άμεσων αναφορών στα ιστορικά γεγονότα, αλλά και των έμμεσων στοιχείων που αποτελούν βασικά στοιχεία των αφηγούμενων διηγηματικών μύθων, όπως προκύπτουν από την πρόσληψη των γεγονότων από τους ήρωες με βάση την κοινωνική, οικονομική και πολιτική τους θέση. Από αυτήν την άποψη μπορεί να υποστηριχθεί ότι η παρούσα συλλογή συμβάλλει στη διαμόρφωση της λεγόμενης « μνημονικής κοινότητας»,[5] αφού διαπραγματεύεται τα ιστορικά γεγονότα με όρους ατομικούς και συλλογικούς ταυτόχρονα διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο στο οποίο η ατομική εμπειρία αφηγούμενη υπηρετεί την ιστορία, δηλαδή τη γνώση. Στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να υποστηριχθεί η συνειδητή από την πλευρά του Λίχνου διαπραγμάτευση του τραύματος[6] με λογοτεχνικούς αλλά και ιστορικούς όρους. Οι λογοτεχνικοί όροι αποδεικνύονται μέσω των χαρακτηριστικών των ηρώων αλλά και της επιλογής συγκεκριμένων αφηγηματικών μέσων και τρόπων, που αναφέρθηκαν ήδη. Οι ιστορικοί όροι προκύπτουν τόσο από τις χρονολογίες που ακολουθούν ως υπότιτλοι τα διηγήματα όσο και από τις εκτενείς πληροφορίες που δίνονται για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο στις παραπομπές που ακολουθούν ως υποσημειώσεις την αφήγηση. Αποδίδονται έτσι τα στοιχεία που διαμόρφωσαν (και συνεχίζουν να διαμορφώνουν) τρόπους ζωής, αντιλήψεις, και συμπεριφορές στην κοινωνική και πολιτική σφαίρα ως τραυματικό βίωμα αλλά και ως αντανάκλαση του τραύματος στη νεοελληνική κοινωνία, εφόσον στο παραπάνω πλαίσιο λογοτεχνικής διαπραγμάτευσης δεν αναφέρονται μόνο όσοι φέρουν άμεσα την ουλή του τραύματος, αλλά και οι φορείς της τραυματικής μνήμης εφόσον αυτή κληρονομείται μέσω της κοινωνικοποίησης και διαμορφώνει τις συνειδήσεις των φορέων. Τα διηγήματα της συλλογής αποδίδουν την αίσθηση της τραυματικής εμπειρίας, η οποία μπορεί να ανιχνευτεί τόσο στον μύθο όσο και στο ήθος των ηρώων αλλά και στη γλώσσα.

 Τι άλλες επιλογές είχαμε, άλλωστε; «Καμία», θα απαντούσε ο κάθε νομοταγής και σώφρων πολίτης, και είναι πραγματικά τεράστια ανακούφιση τούτη η σκέψη. Μα ήταν τόσο συνειδητά ιδιοτελής η συνθηκολόγησή μας, τόσο σκόπιμος ο ενδοτισμός μας, που προκύπτει ως συμπέρασμα: πως φέρουμε την πλήρη ευθύνη που απομείναμε άνευ επιλογών.

Καταλαβαίνετε τώρα; Καταλαβαίνετε γιατί δεν μπορώ να «πλασάρω» τον εαυτό μου; Γιατί δεν έχω καμία διάθεση να σας πείσω για τίποτα, και το γεγονός πως έχω μείνει πια τελευταίος στην αίθουσα ετούτη, να συμπληρώνω ευλαβικά αυτό το χαρτί, δεν πρέπει να θεωρήσετε πως συνηγορεί για το αντίθετο.

(«Η συνέντευξη»)

Από την άλλη, η γυναικεία παρουσία παρουσιάζεται μάλλον συμπληρωματική των κύριων ηρώων που είναι άνδρες, και δεν τονίζεται όπως και όσο θα έπρεπε ιδιαίτερα σε θέματα καίριας σημασίας για το γυναικείο κίνημα στο παρελθόν, όπως το θέμα της ψήφου: το θέμα τίθεται σε ένα διήγημα ( «Απαγορεύεται το ουρείν») μέσω της συζύγου και της νύφης των κεντρικών ηρώων, πατέρα και γιού αντίστοιχα· η εστίαση ακολουθεί την κυρίαρχη οπτική των ανδρών, που μπορεί να συνάδει με το ρεαλιστικό πρότυπο της αφήγησης που ακολουθείται, αφού έτσι αποδεικνύεται η ανδροκρατία, αλλά από την άποψη της ιστορικής σημασίας αποδίδει επιδερμικά το θέμα της σπουδαιότητας της γυναικείας ψήφου για το πολιτικό σύστημα. Ακόμη και λογοτεχνικά το θέμα υποβαθμίζεται αφού δηλώνεται μόνο μέσω σύντομων διαλόγων του κεντρικού ήρωα και της συζύγου ή νύφης, χωρίς να αποδίδεται ούτε το πάθος ούτε η λαχτάρα των γυναικών, που περίμεναν την εφαρμογή αυτού του κορυφαίου —όχι μόνο για την Ελλάδα— πολιτικού μέσου, ούτε και η σημασία του βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα στη διαμόρφωση των όρων της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής ζωής στους σύγχρονους καιρούς.

 «Τί μας λες… Το καλό που του θέλω, να’ χει γεννηθεί μέχρι τις 11 του Φλεβάρη, για να μπορέσω να πάω να ψηφίσω»

 «Αμ δεν τα ξέρεις καλά Ρήνη», αποκρίθηκε ο Αντώνης, γελώντας χαιρέκακα. «Μόνο οι γραμματιζούμενες άνω των 30 ετών θα ’χουν δικαίωμα ψήφου. Εσύ, μήτε τριάντα είσαι, μήτε έχεις τελειώσει το Δημοτικό»

«Κι ενώ ο κυρ Αντώνης την κοιτούσε επίμονα, αναμένοντας κάποια της αντίδραση, εκείνη, το μόνο που κατόρθωνε, για να εκφράσει την αντίρρησή της στα λόγια του, ήταν να βγάλει ένα σιγαλό επιφώνημα δυσαρέσκειας και ν’ αποχωρήσει. «Ουφ…», έλεγε, κι έφευγε απ’ το δωμάτιο του γέρου με φούρια. Την ημέρα των εκλογών, όμως, κι αφού ο κυρ Αντώνης της διηγήθηκε για πολλοστή φορά την γκάφα τής Ρήνης, η Ευδοξία βρήκε το θάρρος και του απάντησε. «Ούτε κι εσείς έχετε τελειώσει το Δημοτικό, πατέρα, αλλά αυτό δε σας εμπόδισε ποτέ να ψηφίσετε», είπε, κ’ ύστερα πήγε στην κάμαρή της, έβαλε το καλό της φουστάνι και βγήκε απ’ το σπίτι καμαρωτή.

(«Απαγορεύεται το ουρείν»)

Η συλλογή πραγματώνει τους στόχους της παρέχοντας μια αντικειμενική και, εξαιρουμένου του θέματος των γυναικών, ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας σε κορυφαίες για τον τόπο ιστορικές στιγμές του 20ού αιώνα. Η επικέντρωση στους μικρούς, ταπεινούς και άσημους ανθρώπους επιτυγχάνει πλήρως τον σκοπό για τον οποίο γίνεται, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της μνημονικής κοινότητας μέσα από τη λογοτεχνική διαπραγμάτευση της έννοιας του τραύματος. Παράλληλα η επιλογή της διηγηματογραφίας λόγω της μικρής έκτασης του λογοτεχνικού αυτού είδους επιτρέπει την εναλλαγή των ηρώων, επομένως και των εστιάσεων, χωρίς όμως να ακυρώνεται η βασική αφηγηματική πρόθεση, δηλαδή η παρουσίαση των γεγονότων και η βίωσή τους από τους «κάτω», και συγχρόνως διευκολύνεται η πρόσληψη των αφηγηματικών στοχεύσεων ακόμη και από τους μη οικειωμένους με τον χώρο αναγνώστες. Με ωραιότατα ελληνικά, με σαφή και ορισμένα αφηγηματικά μέσα, με συνέπεια στις λογοτεχνικές στοχεύσεις ο Λίχνος κατορθώνει να παντρέψει τη λογοτεχνία με την ιστορία χαρίζοντας σε εμάς ένα πολύ αξιόλογο έργο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Άνταμ Σαφ, Ιστορία και Αλήθεια. Προβλήματα του καιρού μας, Κέδρος 1981.
[2] Βλέπε προγράμματα σπουδών κορυφαίων πανεπιστημίων της χώρας: ΕΚΠΑ, ΔΠΘ κ.ά.
[3] C. Ginzburg, Το τυρί και τα σκουλίκια, Αλεξάνδρεια 1994· Th. Zeldin, Η κρυφή ιστορία της ανθρωπότητας.
[4] Β. Αποστολίδου, «Ιστορία και Λογοτεχνία» στο ΚΕΓ: «Η δομή της αίσθησης είναι ένα μοντέλο αισθήσεων, αισθημάτων, παρορμήσεων, αναστολών. Το μοντέλο αυτό δεν εξαντλείται στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά επεκτείνεται στις συμβάσεις της λογοτεχνικής γραφής. Η δομή της αίσθησης προϋποθέτει μια πραγματικότητα η οποία δεν περιορίζεται στα αρθρωμένα συστήματά της, στην επίσημη ή μάλλον στις επίσημες ιδεολογίες που αναλαμβάνουν να την εκφράσουν. Αποδίδει ακριβώς την απόκλιση του συγγραφέα από τους κυρίαρχους κοινωνικούς χαρακτήρες (Williams 1994: 325-335)».
[5] Β. Αποστολίδου, «Ιστορία και Λογοτεχνία» στο ΚΕΓ. «Ο όρος “μνημονική κοινότητα” θέλει να υπογραμμίσει ότι η μνήμη δεν είναι ούτε καθαρά ατομική ούτε εντελώς καθολική. Η ατομική μνήμη που προέρχεται από την ατομική εμπειρία διαμορφώνεται μέσα από την αφήγησή της, άρα υπόκειται σε μοντέλα αφήγησης».
[6] Βλ.: Η δημόσια ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και καταχρήσεις της ιστορίας, (επιμ.: Κ. Ανδρέου, Σ. Κακουριώτης, Γ. Κόκκινος, Ε. Λεμονίδου, Ζ. Παπανδρέου, Ε. Πασχαλούδη), Αθήνα, Επίκεντρο, 2015.

*