του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
1
Στην κηδεία του πατέρα μου δεν έκλαψα. Κάποιοι με κοίταζαν παράξενα. Ίσως στα μάτια τους να φαινόμουν ασυγχώρητα απαθής. Ειδικά το βλέμμα του αδελφού μου ήταν επίμονο, επικριτικό, σα να ζητούσε εξηγήσεις. Ακόμα πιο αιχμηρό ήταν το βλέμμα της γυναίκας του. Όπως σε όλα τα επεισόδια της ζωής τους, έτσι και στην κηδεία του πατέρα ήταν απόλυτα συντονισμένοι. Τα δάκρυά τους δεν με έπειθαν – είχα τους λόγους μου. Ντυμένοι με τα ανάλαφρα καλοκαιρινά συνολάκια τους με κοίταζαν αφ’ υψηλού, προετοιμάζοντας την κοινή ετυμηγορία τους. Η παρουσία τους μου ήταν κατά βάθος αδιάφορη. Το βλέμμα τους δεν είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Τους περιφρονούσα όσο και εκείνοι εμένα.
Είχα χρόνια να μπω σε νεκροταφείο. Περίμενα κάποια αναστάτωση, μια υποψία σπαραγμού. Τελικά καμία αντίδραση. Ήταν και η κάψα που δοκίμαζε τις αντοχές μου. Έβραζε ο τόπος. Με μάτια μισόκλειστα από το σκληρό κίτρινο φως έβλεπα γύρω μου μάρμαρα, καντήλια, φωτογραφίες. Θυμήθηκα πρόσωπα συγγενών που είχαν πεθάνει. Θυμήθηκα χαμόγελα ειρωνικά, λόγια πικρά, παρεξηγήσεις και αντιπάθειες. Δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε έναν συγγενή με νοσταλγία και τρυφερότητα. Με κανέναν δεν μπορέσα να δημιουργήσω δεσμούς καθαρούς και άδολους. Το ίδιο και με τον πατέρα. Αλλά τι σημασία είχαν όλα αυτά; Πεθαίνουμε και όλα σβήνουν και χάνονται. Απρόσμενα γαληνεμένος και διαυγής, ένοιωσα να παίρνω τη σωστή απόσταση από το δράμα της ζωής και του θανάτου. Δεν είχα αυταπάτες. Δάκρυα, λυγμοί, οδυρμοί: τίποτα δεν ωφελεί, κανένας δεν γλυτώνει. Εξ ορισμού τα νεκροταφεία είναι τόποι στοχασμού ή θα έπρεπε να είναι. Εκεί μέσα βλέπεις πως όλα καταλήγουν στο μηδέν, πως η ζωή μας παραμένει σύντομη και μάταιη, και πρέπει τουλάχιστον να βρούμε το θάρρος να το παραδεχτούμε και να θέσουμε στον εαυτό μας τα σωστά ερωτήματα.
Με εξαίρεση κάποιες παρεκτροπές του αδελφού μου, η κηδεία ήταν ήσυχη, υποδειγματική. Ακόμα και η μάνα μου ήταν ανεξήγητα συγκρατημένη. Μέσα στην εκκλησία το τελετουργικό είχε κυλήσει ομαλά, ελαφρώς αμήχανα. Πιο αμήχανες ήταν οι στιγμές όταν δίπλα στη μάνα μου περίμενα να μας συλλυπηθούν πρόσωπα γνωστά και άγνωστα. Με ασπάστηκαν άνθρωποι που έβλεπα για πρώτη φορά και δεν γνώριζα τι σχέση είχαν με τον πατέρα. Ο αδελφός μου δήλωνε σε όλους τις ευχαριστίες του για την παρουσία τους στην κηδεία. Τους κοίταζα σιωπηλός – έδειχναν πιο θλιμμένοι από μένα. Η υπόλοιπη διαδικασία μου φάνηκε πολύ σύντομη, βιαστική. Η ταχύτητα του νεκροθάφτη να κλείσει τον λάκκο ήταν εντυπωσιακή – απάνθρωπη η ζέστη, δεν ήταν για να κάθεσαι κάτω απ’ τον ήλιο.
Βγαίνοντας από το νεκροταφείο η μάνα μου εξακολουθούσε να είναι ανεξήγητα ήρεμη. Ο αδελφός μου, όμως, ήταν αναστατωμένος. Κάποιο θέμα τον είχε ενοχλήσει αλλά δεν είχα όρεξη για κουβέντες μαζί του. Στο δικό μου μυαλό στριφογύριζαν παλιά ερωτήματα, ξεχασμένα μέσα στην κραιπάλη και τον αυτοματισμό της καθημερινής συνήθειας. Πώς να μεταφράσεις σε μάθημα ζωής τη γνώση του θανάτου; Πώς να διαχειριστείς την αναμονή; Να ξεχνάς ή να θυμάσαι; Δεν είχα πρόχειρες απαντήσεις αλλά αυτά τα ερωτήματα άρχισαν να με απασχολούσαν για μια ακόμα φορά όπως με είχαν απασχολήσει κατά καιρούς στη διάρκεια της ζωής μου.
Ρίχνοντας επιλεκτικές ματιές σε όσα είχαν γίνει στην κηδεία συνειδητοποίησα την αιτία της αναστάτωσης του αδελφού μου: η προσέλευση συγγενών και γνωστών ήταν μικρή, μικρότερη απ’ όση περιμέναμε. Ίσως ο καύσωνας να εξηγούσε ένα μέρος αυτού του γεγονότος – ή μπορεί να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που αγνοούσαμε. Προσωπικά δεν με ενόχλησε, ούτε και από τη μάνα μου άκουσα κάποιο σχόλιο δυσαρέσκειας. Ο αδερφός μου όμως ήταν φανερά ενοχλημένος και ίσως γι’ αυτό λίγο αργότερα, στην αίθουσα όπου συγκεντρωθήκαμε για τον καφέ της παρηγοριάς, είχε μια αντιπαράθεση με κάποιον σχετικά με τον μικρό αριθμό ανθρώπων που είχαν έρθει για να πουν το τελευταίο αντίο στον πατέρα. Ακούστηκαν πράγματα περίεργα, αναφορές σε γεγονότα που αγνοούσα, αιχμές και υπόνοιες για το επαγγελματικό παρελθόν του πατέρα και την παρασκηνιακή του δράση στο δικαστικό σώμα. Για μένα δεν είχαν απολύτως καμία σημασία. Ο πατέρας είχε πεθάνει, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου παρέμενε άλυτο και μερικές δεκάδες άνθρωποι απολαμβάναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας ήρεμα πότε για θέματα της επικαιρότητας και πότε για τον καιρό – τρεμούλιαζε η ατμόσφαιρα από την κάψα του Αυγούστου και οι ταφόπλακες έμοιαζαν να αχνοσαλεύουν.
2
Τις πρώτες μέρες μετά την κηδεία προσπαθούσα να καταλάβω τη θέση μου και την κατάστασή μου. Δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη το γεγονός ότι ένοιωθα ανακουφισμένος. Η πολύμηνη ταλαιπωρία του πατέρα στο νοσοκομείο με είχε κουράσει σωματικά και ψυχικά – η συμμετοχή μου στην περιπέτειά του ήταν χειρονομία συμπαράστασης στη μάνα μου, όχι στον ίδιο. Δεν μπορούσα να ξέρω τι θα γινόταν αργότερα αλλά ο θάνατος και η οριστική απουσία του από τη ζωή μου δεν είχαν καμία βαρύτητα στη σκέψη μου. Άλλωστε, είχα κλείσει τους λογαριασμούς μου μαζί του από νωρίς – στην καρδιά μου δεν υπήρχε θέση για τον πατέρα μου όπως δεν είχα εγώ θέση στη δική του όσο ζούσε.
Αυτό που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν μια διάθεση να κάνω τον προσωπικό απολογισμό και την αυτοκριτική μου. Με ζωντανές ακόμα τις παραστάσεις από το νεκροταφείο άρχισε να αναδύεται καθαρά μέσα μου η διαπίστωση ότι τα τελευταία χρόνια είχα παρασυρθεί και είχα ξεχαστεί μέσα στην αυταπάτη της μονιμότητας. Επηρεασμένος από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, είχα ζήσει για ένα μεγάλο διάστημα με την ιδέα ότι το να βάζεις στόχους και να προσπαθείς να τους πετύχεις ήταν ο μόνος τρόπος να ζεις ουσιαστικά και με κάποιο νόημα. Και κείνες τις μέρες, κάποιες στιγμές, η σκέψη να ζω χωρίς να εγκλωβίζομαι σε στόχους και φιλοδοξίες μου φαινόταν δελεαστική και ικανή να μου προσφέρει και πάλι ένας είδος απελευθέρωσης που το είχα γευτεί σε όλη τη διάρκεια των εφηβικών και νεανικών μου χρόνων. Ανακάλυπτα εκ νέου ξεκάθαρα τη βαθιά ματαιότητα όλων των πράξεων που συνιστούν τον καθημερινό πυρήνα της ζωής μας. Δεν υπήρχε εγγύηση ότι αυτή η αίσθηση θα είχε διάρκεια αλλά εκείνες οι στιγμές ήταν πραγματική ευλογία. Ακόμα και σαν ιδέα αυτή η φευγαλέα επίγνωση ήταν λυτρωτική – ένα διάλειμμα διαύγειας μέσα στην ατελείωτη καθημερινή πλάνη. Ίσως, φυσικά, όλα αυτά να ήταν μια σύντομη παρόρμηση λόγω των ζωντανών ακόμα εικόνων από την κηδεία αλλά εκείνες τις μέρες ένοιωθα πως είχα το προνόμιο να βλέπω τη ζωή όπως ακριβώς θα έπρεπε να την βλέπω σε όλη τη διάρκειά της – η επίγνωση της ματαιότητας αντί να βαραίνει μέσα μου έπαιρνε λυτρωτικές διαστάσεις και η ιδέα να ζω από μέρα σε μέρα χωρίς σχέδια και φιλοδοξίες μου φαινόταν λογική και υπαγορευμένη από τη βασική αλήθεια της ζωής.
Ανάμεσα στις εσωτερικές αλλαγές εκείνων των ημερών ήταν και ένα σοβαρό επεισόδιο ρήξης με ορισμένες προκαταλήψεις μου, και ειδικότερα μια συνήθεια που με βασάνιζε από τα παιδικά μου χρόνια.
Υπεύθυνος για την ενοχοποίηση όλων των μορφών πτώσης ήταν ο πατέρας μου. «Σήκω! Όρθιος!» ήταν η άμεση προσταγή του ακόμα και για τις πιο ανώδυνες πτώσεις της παιδικής μου ηλικίας. Το ίδιο και αργότερα για κάθε απογοήτευση της εφηβείας μου. Ακόμα και ο παρατεταμένος ύπνος – κανόνας χωρίς εξαιρέσεις για κάθε έφηβο – είχε στα μάτια του την ύποπτη διάσταση της αδυναμίας και της παραίτησης. «Σήκω! Ακόμα κοιμάσαι!» ούρλιαζε από πάνω μου ακόμα και τις Κυριακές, ακόμα και τις αργίες. Ήταν αναμενόμενο που μια ολόκληρη ζωή συνήθισα να λέω στον εαυτό μου ότι ανεξάρτητα από τις συνθήκες έπρεπε να στέκομαι όρθιος και αγέρωχος και ότι μετά από κάθε πτώση, σωματική ή ψυχική, έπρεπε να βρίσκω τη δύναμη να πετιέμαι πάνω σαν ελατήριο.
Όμως εκείνες τις μέρες μετά την κηδεία, μέσα σε έναν παροξυσμό διαύγειας, ανακάλυπτα το ενδεχόμενο αυτή η στάση να ήταν απλώς μια προκατάληψη. Γλυκιά και λυτρωτική, η σκέψη της απόλυτης ξάπλας και της πρόσκαιρης παραίτησης έπαιρνε την μορφή μιας μεγαλειώδους ανακάλυψης. Τι κακό υπάρχει στο να κάθεσαι σκυφτός με το κεφάλι ριγμένο στα χέρια ή να ξαπλώνεις σε μια γωνιά ασάλευτος και κουλουριασμένος σαν έμβρυο; Το να νοιώθεις μελαγχολικός και αδύναμος ή να κοιτάζεις το ταβάνι ξαπλωμένος για ώρες είναι από τις πιο φυσικές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, καταστάσεις που κρύβουν μέσα τους αλήθειες πιο σημαντικές από την ψεύτικη πολλές φορές προσπάθεια να βαδίζεις στητός και περήφανος παραμυθιάζοντας τον εαυτό σου και τους άλλους.
3
Πέρασαν οι μέρες. Το καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει αλλά ο συνδυασμός ζέστης και υγρασίας ήταν ανυπόφορος. Μετά την κηδεία κλείστηκα στον εαυτό μου. Είχα πάρει την απόφαση να απαλλαγώ από ψεύτικες φιλίες και σχέσεις που με είχαν ταλαιπωρήσει με την ιδιοτέλεια και την υποκρισία τους. Έβγαινα απ’ το σπίτι μόνο για τ’ απαραίτητα. Μιλούσα με τη μάνα μου στο τηλέφωνο. Είχα συχνά την αίσθηση ότι δεν ακουγόταν σαν γυναίκα που θρηνούσε για την απώλεια του άντρα της – και γενικά μου ήταν αδύνατο να καταλάβω την κατάστασή της. Τον περισσότερο χρόνο διάβαζα – η λογοτεχνία, με μικρά διαλείμματα αποχής, παρέμενε το μοναδικό μου καταφύγιο. Στο μυαλό μου πάλευαν ιδέες που ζητούσαν να αποκτήσουν μια καθαρή και συγκροτημένη μορφή. Επεξεργαζόμουν τα γεγονότα του τελευταίου καιρού, όλα όσα είχαν γίνει στην κηδεία. Ένοιωθα την ανάγκη να εντοπίσω και να καταγράψω τις κρίσιμες πτυχές του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Μετά από καιρό άρχισα και πάλι να γράφω.
Ο πατέρας πέθανε. Εμείς ακόμα εδώ, διατηρώντας το ανεξήγητο προνόμιο της ύπαρξης, περιμένοντας τη σειρά μας…
«Μη σκέφτεσαι πολύ, θα τρελαθείς» ήταν η συνηθισμένη ατάκα του αδελφού μου. Το επιχείρημα του δεν είχε καμιά αξία για μένα. Είχε, όμως, για κείνον που οτιδήποτε βρισκόταν έξω από τα ενδιαφέροντά του το θεωρούσε ασήμαντο και ανύπαρκτο. Αδιάφορος και ειρωνικός απέναντι σε κάθε πνευματική μου αναζήτηση συνήθιζε να με προειδοποιεί με ολοφάνερα προσποιητή ανησυχία για το ενδεχόμενο να τρελαθώ απ’ το πολύ διάβασμα. Στο δικό του μυαλό κυριαρχούσαν αποκλειστικά θέματα οικονομικού και πρακτικού ενδιαφέροντος. Άνθρωπος παθολογικά προσηλωμένος σε ζητήματα κοινωνικής καταξίωσης διοχέτευε τις αγωνίες του στην καλοπέραση και σε κάθε λογής καταναλωτικές υπερβολές και θεραπείες – μπορούσε να αγοράσει πράγματα που του ήταν τελείως άχρηστα μόνο και μόνο για να νιώσει την ικανοποίηση της στιγμής και να διασκεδάσει τις ανασφάλειες και τα ανομολόγητα κενά του. Και σ’ αυτές τις συνήθειες του δεν ήταν μόνος του. Στο πρόσωπο της γυναίκας του είχε βρει την ιδανική σύντροφο αφού σε όλες τις ιδέες τους ταίριαζαν απόλυτα και κάθε ιδιοτροπία του την έβρισκε απόλυτα σύμφωνη και πρόθυμη λες και η ίδια είχε χάσει την ικανότητα να παίρνει πρωτοβουλίες και αποφάσεις – ή ίσως και να μην την είχε ποτέ. Δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη το γεγονός ότι δέκα μέρες μετά την κηδεία αγόρασε καινούριο πολυτελές αυτοκίνητο και λίγες μέρες αργότερα έφυγαν με τη γυναίκα του για διακοπές αφήνοντας σε μένα το καθήκον να συμπαρασταθώ και να φροντίσω τη μάνα που κάποιες στιγμές έμοιαζε απαρηγόρητη και κάποιες άλλες μου έδινε την εντύπωση γυναίκας που δεν πενθούσε για τον θάνατο του ανθρώπου που είχε περάσει μαζί του πενήντα τρία χρόνια από τη ζωή της.
Δεν ήταν εύκολες οι μέρες και οι νύχτες που πέρασα μαζί της στο πατρικό μου – είχαν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που άφησα πίσω μου εκείνο το σπίτι για να δημιουργήσω τη δική μου ζωή. Ξένα ένοιωσα τα δωμάτια, ανοίκεια σαν δωμάτια ξενοδοχείου. Εντόπισα αλλαγές που δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες. Η μάνα μου για δικούς της λόγους είχε φροντίσει να εξαφανίσει κάθε φωτογραφία και κάθε αντικείμενο που είχε σχέση με τον πατέρα. Και η γυαλιστερή πόρτα του γραφείου του κλειστή και κλειδαμπαρωμένη – περίεργες χειρονομίες που δεν ήξερα την αιτία και το κίνητρό τους.
Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο το πόσο λίγο γνώριζα τη μάνα μου. Ή για να το θέσω πιο σωστά: ανακάλυψα ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που ήξερα ως μάνα μου. Λίγες μέρες συμβίωσης μαζί της ήταν αρκετές για να βγάλω κάποια συμπεράσματα, ορισμένα ενοχλητικά και ορισμένα άλλα αναπάντεχα αισιόδοξα. Ήταν προφανές ότι ο θάνατος του συζύγου της είχε απελευθερώσει όλες τις καταπιεσμένες αγωνίες και όλες τις παραξενιές που για χρόνια βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνωσης κάτω από τα ήρεμα νερά της συνύπαρξής της με έναν άνθρωπο που της είχε προσφέρει άνεση και ασφάλεια από οικονομικής πλευράς αλλά που την είχε αφήσει πνευματικά ανάπηρη και με τη σκέψη της να κυριαρχείται από την ιδέα ότι το χρήμα μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα και να θεραπεύσει όλες τις αγωνίες – κάτι που ήταν ολοφάνερο και στη στάση ζωής του αδελφού μου.
Παρά το γεγονός ότι στα εβδομήντα της δεν είχε κανένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, ο φόβος της ότι μπορούσε να πάθει κάτι και να πεθάνει ολομόναχη ήταν διάχυτος στη συμπεριφορά της. Ένα μυϊκό προβληματάκι που είχε στην ωμοπλάτη το είχε μετατρέψει σε τεράστιο πρόβλημα ζωής και θανάτου. Βογκούσε και κάθε τόσο έκλαιγε κι εγώ καθόμουν και την παρατηρούσα άλλοτε με απάθεια και άλλοτε με συμπόνια. Δεν άργησα να καταλάβω ότι είχε τον σκοπό της και ότι όλη εκείνη η αδιάκοπη αγωνία είχε κάτι το θεατρικό. «Γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μου; Θα είναι καλύτερα και για τους δυο μας» μου είπε ένα βράδυ την ώρα που βλέπαμε τηλεόραση.
Υπό άλλες συνθήκες ίσως να σκεφτόμουν σοβαρά την πρότασή της. Όμως, στα πενήντα μου χρόνια, και με δεδομένες τις εμμονές και τις προκαταλήψεις μου, η προοπτική να πάω να μείνω μαζί της μου φάνηκε ολέθρια. Για λόγους που αγνοούσα η προσωπική μου εξέλιξη είχε ακολουθήσει έναν δρόμο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που είχε προσπαθήσει να μου επιβάλει η οικογένεια και κυρίως ο πατέρας μου. Δεν είχα παντρευτεί και το πάθος μου για τη λογοτεχνία ήταν αυτό που κυριαρχούσε στη ζωή μου και εξηγούσε όλες τις θετικές και αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα μου. Είχα διαμορφωθεί μέσα από τα βιβλία σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούσα να ξεχωρίσω ποια κομμάτια της κοσμοθεωρίας μου ήταν δικές μου έμφυτες τάσεις και ποιες απόψεις ήταν καθαρά υιοθετημένες από τους συγγραφείς που αγαπούσα και διάβαζα από τα εφηβικά μου χρόνια. Τέτοιες ιδέες ήταν απολύτως ξένες για τα μέλη της οικογένειάς μου και δεν τολμούσα πια ούτε να σκεφτώ να ανοίξω κουβέντα μαζί τους για θέματα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά. Ακόμα και το γεγονός ότι είχα εκδώσει δυο βιβλία –μια συλλογή διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα– για τους δικούς μου ήταν μια εξέλιξη χωρίς σημασία, ένα γεγονός που δεν βρέθηκε ποτέ όχι μόνο στο επίκεντρο των οικογενειακών συζητήσεων αλλά ούτε καν στο περιθώριο τους. Κανένα μέλος της οικογένειας δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει έστω και μια παράγραφο ή απλώς να δείξει κάποιο ενδιαφέρον για το περιεχόμενό τους.
Τελικά, και για να μην της προκαλέσω και άλλα δάκρυα –αληθινά ή κροκοδείλια– υποσχέθηκα στη μάνα μου ότι θα καθόμουν μαζί της περισσότερο απ’ όσο είχα αρχικά υπολογίσει και απ’ όσο κατά βάθος ήθελα. Αρκετό καιρό αργότερα σκέφτηκα ότι ο χρόνος που πέρασα μαζί της ήταν αναπάντεχα πολύτιμος και ότι κάποιες φορές τα πράγματα έρχονται με τρόπο που εξυπηρετούν κάποιους σκοπούς πέρα από την προσωπική μας θέληση.
4
Περίεργο αλλά όχι ανεξήγητο, το γεγονός ότι συχνά μαθαίνουμε περισσότερα για κάποιον όταν πεθάνει παρά όσο είναι ζωντανός δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η ζωή έχει τρόπους να καμουφλάρεται και κάθε ζωντανός έχει τρόπους να κρύβει καλά τα μυστικά του. Ο πατέρας δεν ήταν εξαίρεση.
Εκείνο το βράδυ που η μάνα μου άρχισε τις εκμυστηρεύσεις κατά βάθος δεν ένοιωσα έκπληξη. Απλώς, συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά το πόσο λίγο ήξερα τους γονείς μου αλλά και ολόκληρο το παρασκήνιο της ζωής της μάνας μου – ήταν σαν να άνοιγε για πρώτη φορά μια χαραμάδα και με άφηνε να κρυφοκοιτάξω για λίγο στον εσωτερικό της κόσμο. Η αίσθηση που είχα στο τέλος της αφήγησής της ήταν ότι η μάνα μου ένοιωθε κάτι παραπάνω από ανακουφισμένη από τον θάνατο του άντρα της.
«Με παντρέψανε με το ζόρι παιδί μου, στα δεκαέξι μου χρόνια. Μου είπανε αυτόν θα πάρεις και εγώ τι να πω. Στα δεκαεφτά μου ήμουν κιόλας μάνα» – έτσι ξεκίνησε να μιλά αφού πρώτα έκλεισε τον ήχο της τηλεόρασης δακρυσμένη από κάποια σκηνή σε ένα σίριαλ που έβλεπε. Για παραπάνω από μια ώρα μιλούσε αδιάκοπα και εγώ καθόμουν και την άκουγα σιωπηλός και με ένα πολύ βαθύ ενδιαφέρον που δεν το περίμενα.
Το πρώτο βασικό στοιχείο ήταν η ανακάλυψη που είχε κάνει στα προσωπικά αρχεία του πατέρα μου το διάστημα που εκείνος βρισκόταν στην εντατική και έδινε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Ήταν φωτογραφίες και γράμματα άλλων γυναικών με τις οποίες ο μακαρίτης είχε ευκαιριακές σχέσεις – γυναίκες από το επαγγελματικό του περιβάλλον και μάλιστα κάποιες που είχαν την μισή του ηλικία. Η μάνα μου, σε όλη την διάρκεια της κοινής ζωής τους, είχε την σίγουρη εντύπωση ότι ο άντρας της, λόγω της δουλειάς του ως δικαστικός λειτουργός, ήταν ένας έντιμος και άμεμπτος άντρας που όχι μόνο δεν την είχε απατήσει αλλά και ούτε είχε σκεφτεί ποτέ να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Τα λόγια της ήταν αποκαλυπτικά για το σοκ που είχε υποστεί και για τα συναισθήματα που είχαν εκραγεί μέσα της. «Έπεσα από τα σύννεφα παιδί μου και δεν σου κρύβω ότι ευχήθηκα πολλές φορές μέσα μου να μη βγει ζωντανός από την εντατική γιατί δεν ήξερα τι θα μπορούσα να κάνω αν κατάφερνε να γυρίσει στο σπίτι με τα κουσούρια από το εγκεφαλικό».
Ένα δεύτερο στοιχείο ήταν η επίμονη αναφορά της στην καταπίεση που είχε βιώσει από τους γονείς της και μετά από τον άντρα της. «Από τη μια σκλαβιά στην άλλη» ήταν η φράση που χρησιμοποίησε και μετά άρχισε να μου περιγράφει πόσα πράγματα ήθελε να κάνει στη ζωή της και πόσες αρνήσεις είχε πάρει από τον πατέρα μου. Με πόνο διαπίστωσε στα εβδομήντα της ότι δεν είχε φίλες, ότι δεν είχε βγει ποτέ με γυναικεία παρέα για φαγητό ή καφέ, ότι δεν είχε ασχοληθεί με τη ζωγραφική που τόσο αγαπούσε, ότι ακόμα και στα ψώνια πήγαινε πάντα με τη συνοδεία του άντρα της που δεν την άφηνε να κάνει ούτε μια βόλτα μόνη της στα μαγαζιά και να κοιτάξει τις βιτρίνες. Η συνειδητοποίηση ότι είχε γλιστρήσει η ζωή μέσα από τα χέρια της τόσο γρήγορα και τόσο αθόρυβα και ότι ήταν τόσο κοντά και ο δικός της θάνατος της προκαλούσε ένα συναίσθημα συντριβής και απόγνωσης που δεν μπορούσε να αντέξει και να διαχειριστεί. «Και τώρα τι; Θα κάθομαι εδώ μέσα ολομόναχη περιμένοντας να πεθάνω;» αναρωτήθηκε κάποια στιγμή και ήταν τόσο βαθύ το παράπονο που αποτυπώθηκε στο πρόσωπό της που πήγα προς το μέρος της και την αγκάλιασα.
Απελευθερωμένη από την καταπίεση μιας ζωής και ξέροντας ότι ήμουν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την ακούσει χωρίς να την κρίνει, μου επέτρεψε να δω ακόμα βαθύτερα μέσα στην κουρασμένη ψυχή της. Μου είπε ότι σε όλη τη διάρκεια της κηδείας τη βασάνιζε κάτι πολύ πικρό που όσο περνούσε η ώρα το ένοιωθε σαν μια πηχτή μάζα που ανέβαινε από τα σπλάχνα στο λαιμό της και την έπνιγε. Έβλεπε τον άντρα της μέσα στο φέρετρο και στη θέση του έβελπε το δικό της σώμα, τη δική της ζωή που λιγόστευε, τα λίγα χρόνια που απόμεναν και τα πολλά χρόνια που δεν είχε ζήσει. Έβλεπε την προδοσία και το ψέμα μέσα στο οποίο είχε ζήσει μια ολόκληρη ζωή. Και τη στιγμή που κάλυψαν το πρόσωπο του άντρα της με το μαντήλι και ετοίμαζαν το φέρετρο για την τελευταία διαδρομή μέχρι τον τάφο, μόνο για μια στιγμή, θολωμένη από την πίκρα και το μίσος, της ήρθε να σηκωθεί, να τραβήξει το μαντήλι από το πρόσωπο του και να τον φτύσει κατάμουτρα. Ώρες αργότερα, όταν θυμόταν εκείνη τη στιγμή, διαπίστωσε ότι δεν ήταν σίγουρη τι την είχε συγκρατήσει και δεν το έκανε. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν η πίστη της στον Χριστό και η τρομερή συγκίνηση που της προκαλούσε εκείνη η μοναδική σκηνή πάνω στον σταυρό όταν Εκείνος βρήκε τη δύναμη και συγχώρεσε αυτούς που τον σταύρωσαν.
Για τις πληροφορίες της μάνας μου σχετικά με την αθέατη πλευρά της ζωής του πατέρα μου και τις εξωσυζυγικές του σχέσεις ένοιωσα κάποια πίκρα αλλά όχι και έκπληξη. Μαθαίνοντας τον πατέρα μου, από κάποια ηλικία και μετά, είχα αρχίσει να πιστεύω ότι στην πράξη ήταν ένας άνθρωπος ικανός για πολλά πράγματα που στα λόγια τα καυτηρίαζε και τα θεωρούσε ηθικώς απαράδεκτα – η πιθανή εμπλοκή του στο παραδικαστικό κύκλωμα λίγα χρόνια πριν πάρει σύνταξη δεν αποδείχτηκε ποτέ, ή ίσως και να κουκουλώθηκε, αλλά είχαν ακουστεί πολλά εκείνη την εποχή για τον ρόλο του στα παρασκήνια της δικαιοσύνης.
Για το θέμα της καταπίεσης που είχε υποστεί η μάνα μου από τον πατέρα μου ένοιωσα μια ελάχιστη έκπληξη καθώς τίποτα στη συμπεριφορά της τόσα χρόνια δεν μου είχε δώσει την αφορμή να υποθέσω τέτοια σενάρια – φαινόταν ταυτισμένη με τον ρόλο της δίπλα σε έναν κοινωνικά καταξιωμένο δημόσιο λειτουργό και στις κουβέντες που κάναμε κατά καιρούς δεν είχε εκφράσει το παραμικρό παράπονο για την συμπεριφορά του απέναντί της.
Ανεξάρτητα, όμως, από την πραγματική ιστορία και την αλήθεια της μάνας μου και του πατέρα μου αυτό που στο τέλος εκείνης της νύχτας άρχισε και πάλι να βασανίζει την συνείδησή μου ήταν τα ερωτήματα για τον σκοπό και το νόημα της ανθρώπινης ζωής γενικά. Απαντήσεις δεν είχα αλλά η επίδραση των εκμυστηρεύσεων της μάνας μου στον τρόπο σκέψης μου ήταν πιο δυνατή από όσο αρχικά είχα υποθέσει. Κάποια κρίσιμη χορδή είχαν αγγίξει τα λόγια της και η ιστορία της – ένα άγγιγμα που άρχισε να επηρεάζει κάποια βασικά σημεία της συμπεριφοράς μου που μέχρι τότε τα θεωρούσα σταθερά και αναλλοίωτα.
5
Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας η σχέση μου με τον αδελφό μου ήταν μια σχέση αμοιβαίας περιφρόνησης. Δεν είχαμε φτάσει σε ανοιχτές συγκρούσεις αλλά πάντα υπήρχε μια υποβόσκουσα ένταση και ήπιες λεκτικές αντιπαραθέσεις. Διαφέραμε σε όλα. Τα δικά μου ερωτήματα δεν ήταν και δικά του και αυτά που για μένα ήταν σχεδόν αυτονόητα για κείνον δεν είχαν καμία απολύτως σημασία. Δεν μπορούσε να καταλάβει και να δεχτεί την προσωπική μου πορεία. Με θεωρούσε μαλάκα – μου το είχε πει κάμποσες φορές. Τις λίγες φορές που είχαμε επιχειρήσει κάποιον διάλογο η αποτυχία ήταν απόλυτη. Κατέληγε κάθε φορά να μιλά για περιουσίες, ακίνητα, αγοραπωλησίες, δικαστικές διαμάχες και οικονομικές υποθέσεις, δικές του και ξένες. Είχε μεγάλες οικονομικές φιλοδοξίες και πολιτικές βλέψεις, λάτρευε το μέλλον και όλες τις μεγάλες κατακτήσεις που ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα πραγματοποιούσε. Συνθήκες για να εκδηλωθούν συγκρούσεις κατά καιρούς είχαν υπάρξει αλλά από τη δική μου πλευρά προτιμούσα να μη δίνω σημασία και συνέχεια σε θέματα που τα θεωρούσα εντελώς αταίριαστα με τις αναζητήσεις μου. Ακόμα και την εποχή που προσπαθούσε να επηρεάσει τον πατέρα σε κληρονομικά ζητήματα – λίγους μήνες πριν το βαρύ εγκεφαλικό – ακόμα και τότε άφησα τα πράγματα στην τύχη τους. Δεν επρόκειτο για κάποια ηθική ανωτερότητα εκ μέρους μου ούτε και ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ή στους άλλους ότι ήμουν και ότι θα παρέμενα πιστός σε κάποιες αρχές μου – απλώς όλα αυτά τα έβρισκα βαρετά, μάταιες πράξεις και μάταιες αντιπαραθέσεις που μου προκαλούσαν πλήξη και κούραση ακόμα και σαν σκέψη. Αυτή η στάση μου βόλευε απόλυτα το αδερφό μου που είδε μια εξαιρετική ευκαιρία να αυξήσει κι άλλο την προσωπική του περιουσία και να επεκτείνει τις φιλοδοξίες του και σε άλλες επιδιώξεις πέρα από τον επαγγελματικό και οικονομικό ορίζοντα – η τρέλα του με την πολιτική δεν ήταν ξαφνική και ήταν και αυτή κομμάτι της επίδρασης που ασκούσε πάνω του ο πατέρας που, δικτυωμένος καθώς ήταν στο τοπικό πολιτικό και διοικητικό κατεστημένο, θεωρούσε τον μεγάλο του γιο ιδανικό χαρακτήρα για να εκπληρώσει ένα όνειρο που ο ίδιος δεν είχε τον χρόνο ή τις προϋποθέσεις να το πραγματοποιήσει.
Μετά την εξομολόγηση της μάνας μου άρχισε να δημιουργείται μέσα μου μια διάθεση μεγαλύτερης ειλικρίνειας και απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι σε όσους μέχρι τότε δεν μου είχαν φερθεί και τόσο έντιμα. Χωρίς να το επιδιώξω, και με εσωτερικές διαδικασίες που δεν ήταν εύκολο να αναλύσω με ακρίβεια, τα συναισθήματα απέναντι στον αδελφό μου έγιναν πιο επιθετικά και θέματα που μέχρι τότε τα αντιμετώπιζα με αδιαφορία ξαφνικά ένοιωσα ότι έπρεπε να τα διαχειριστώ με περισσότερη αποφασιστικότητα. Δεν επρόκειτο για κάποια μορφή εκδίκησης ή αναδρομικής διεκδίκησης περιουσιακών ωφελημάτων – αυτά τα θέματα εξακολουθούσα να τα θεωρώ ανάξια και ασήμαντα. Αυτό που ουσιαστικά ένοιωθα ήταν μια βαθιά και επιτακτική ανάγκη να βάλω τα πράγματα στη θέση τους και να εκφράσω σε κάποιους ανθρώπους αυτό που πραγματικά πίστευα για την συμπεριφορά και τις ιδέες τους – και αν χρειαζόταν να διαολοστείλω και μερικούς απ’ αυτούς. Θα ξεκινούσα από τον αδελφό μου και για πρώτη φορά ένοιωθα απόλυτα αποφασισμένος να του ανοίξω την καρδιά μου και να του πω πράγματα που για χρόνια απωθούσα συνεχώς μέσα μου ακόμα και αν αυτό οδηγούσε σε οριστική ρήξη μαζί του.
6
Όμως, για μια ακόμα φορά, όλες αυτές οι εσωτερικές διεργασίες θα έμεναν στη σφαίρα της επιθυμίας και της πρόθεσης.
Όταν έμαθα τα νέα για το σοβαρό πρόβλημα υγείας του αδελφού μου η πρώτη μου αντίδραση ήταν ένα μειδίαμα. Για μια ακόμα φορά η σκηνοθεσία της ζωής αποδεικνυόταν πιο δυνατή από τα δικά μου σχέδια και τις δικές μου μικρόψυχες διαθέσεις που ένα μέρος του εαυτού μου επέμενε να πιστεύει ότι ήταν λογικές και δικαιολογημένες.
Βρεθήκαμε στο σπίτι της μάνας μου το βράδυ της ίδιας μέρας που γύρισε από το ταξίδι. Περίμενα μια αμήχανη και χλιαρή χειραψία αλλά αυτό που μου πρόσφερε ήταν μια απρόσμενα εγκάρδια και δυνατή αγκαλιά. Καθίσαμε στο σαλόνι και άρχισε να μου λέει τα δυσάρεστα νέα.
Δυο μέρες πριν την ολοκλήρωση του ταξιδιού του άρχισε να έχει αφόρητους πόνους στην κοιλιά και στη μέση. Γύρισαν πίσω άρον-άρον. Ο γιατρός του τον έστειλε αμέσως για αξονική. Τα ευρήματα έδειξαν μια σαφή κακοήθη αλλοίωση τριών εκατοστών στο πάγκρεας χωρίς μεταστάσεις στα γειτονικά όργανα. Η χειρουργική επέμβαση ήταν μονόδρομος. Κατά τα λεγόμενά του γιατρού του, ανάλογες περιπτώσεις είχαν αντιμετωπιστεί με επιτυχία – διαβεβαίωση που δεν ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τον αδελφό μου που βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και σοκαρισμένος από ένα ενδεχόμενο που μέχρι χτες δεν υπήρχε πουθενά στον ορίζοντα της σκέψης του.
Παρότι πίστευα ότι η συγκινησιακή μου ικανότητα είχε εξασθενήσει, τα αρνητικά συναισθήματα έχασαν την ορμή τους και όλες οι προετοιμασίες για τη παράσταση που είχα σχεδιάσει υποχώρησαν βαθύτερα μέσα μου. Ίσως μελλοντικά να έβγαιναν και πάλι στην επιφάνεια αλλά εκείνη την ώρα, μπροστά στην έκφραση αγωνίας που έβλεπα στο πρόσωπο του αδελφού μου, η καρδιά μου μαλάκωσε.
Πήγα και κάθισα δίπλα του. Του είπα ότι θα ήμουν κοντά του όποτε με χρειαζόταν. Μείναμε αμίλητοι για λίγες στιγμές μέχρι που έγειρε στον ώμο μου και άρχισε να κλαίει συγκρατημένα. Ήταν η πρώτη φορά σε πενήντα και πλέον χρόνια συνύπαρξης που ερχόμασταν τόσο κοντά. Και ήταν επίσης η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα βαθιά και ξεκάθαρα ότι είχαμε μεγαλώσει, εγώ στα πενήντα κι εκείνος στα πενήντα τρία, και ότι δεν υπήρχε καμιά εγγύηση ότι θα φτάναμε στην ηλικία του πατέρα μας – ο θάνατος θα μπορούσε να έρθει οποιαδήποτε στιγμή και αργά ή γρήγορα θα χανόμασταν για πάντα το ίδιο αυθαίρετα και ανεξήγητα όπως συνυπήρξαμε για λίγο μέσα σε αυτό το μυστήριο. Και ήταν αυτές οι σκέψεις που με έκαναν να τον αγκαλιάσω και να φιλήσω διστακτικά τα μαλλιά του συλλογιζόμενος “είναι ο μεγάλος μου αδελφός”, λες και ανακάλυπτα μόλις εκείνη τη στιγμή πως ήμασταν αδέλφια, νοιώθοντας εκείνο το ξάφνιασμα επίγνωσης που μπορεί να συμβεί όταν η ψυχή μας, απαλλαγμένη για λίγες στιγμές από τα σκοτάδια της, φωτίζεται ξαφνικά απ’ την αλήθεια της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
«Τι κατάρα είναι αυτή που μας βρήκε. Πρώτα ο μπαμπάς, τώρα εγώ» ψέλλισε. Έκλαιγε ακόμα πολύ ήσυχα, απαρηγόρητος. Δεν ήξερα τι να του πω. Μια ολόκληρη ζωή μιλούσαμε σε διαφορετικό επίπεδο, δεν ήξερα αν μπορούσε να ακούσει και να καταλάβει τα λόγια μου. Σκέφτηκα να του πω ότι η κατάρα είναι πανανθρώπινη και άλλα παρόμοια αλλά τελικά δεν είπα τίποτα.
«Γιατί δεν έκλαψες στην κηδεία του μπαμπά;» με ρώτησε ξαφνικά, απότομα, λες και ήθελε να ξεχάσει για λίγο τη δική του προσωπική αγωνία. Ίσως η ερώτησή του να έκρυβε πρόθεση ενοχοποίησης, απαίτηση να απολογηθώ για κάτι που για μένα δεν είχε απολύτως καμία σημασία. Για μια μόνο στιγμή μπήκα στον πειρασμό να του απαντήσω αλλά δεν υπέκυψα.
Κοίταξα γύρω μου τον χώρο. Οι τοίχοι, τα έπιπλα, τα πράγματα – όλα ξαφνικά έμοιαζαν να ζητούν να τα προσέξω. Τα παρατήρησα αργά, τρυφερά. Το ερώτημα που έσκασε στο μυαλό μου ήταν κατά βάθος ασήμαντο και μάταιο: ποιά θα ήταν η μοίρα αυτού του σπιτιού μετά τον θάνατο της μάνας και τον δικό μας θάνατο; Παιδιά δεν είχαμε κάνει – κι αυτός ήταν ο μεγάλος καημός των γονιών μας. Σε ποια χέρια θα περνούσε το σπίτι της οικογένειας; Ποιές ανθρώπινες ζωές θα φιλοξενούσε στο απώτερο μέλλον; Πόσο θα κρατούσε ακόμα; Σε ποιά ηλικία αφανίζονται οι πέτρες και τα κτίρια;
Αλλόκοτες και μάταιες αυτές οι αγωνίες οδήγησαν το βλέμμα μου στην κλειστή πόρτα του γραφείου. Σκέφτηκα τον πατέρα. Δεν υπήρχε πια. Δε θα ξανάμπαινε ποτέ σε κείνο το γραφείο. Δε θα έπιανε ποτέ ξανά τα βιβλία και τα χαρτιά του. Δε θα ξανακάθιζε ποτέ πια στον καναπέ που εκείνη τη στιγμή εγώ και ο αδελφός μου υπήρχαμε ακόμα. Για μια ακόμα φορά η μοίρα του ανθρώπου με αναστάτωσε. Να υπάρχεις και κάποτε να μην υπάρχεις. Να ζεις και να πεθαίνεις χωρίς εξήγηση. Να αποχωρίζεσαι για πάντα πρόσωπα και πραγματα. Ξένος για μένα στη ζωή, ο πατέρας για λίγες στιγμές μου φάνηκε βαθύτατα οικείος και όμοιος. Το ίδιο και ο αδελφός μου. Ακουμπισμένος πάνω μου άρχισε πάλι να κλαίει ήσυχα μέχρι που το κλάμα του έσβησε σε έναν λυγμό χωρίς δάκρυα. Φαινόταν συντετριμμένος. Η απόγνωση του έμοιαζε τόσο βαθιά που για πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωσα ότι μπορεί κάποιος να είναι απόλυτα και ολοκληρωτικά δυστυχισμένος. Με φωνή αλλοιωμένη και πνιχτή άρχισε να μιλά για την κακοτυχία του, για τις επαγγελματικές και πολιτικές φιλοδοξίες του που θα έμεναν μετέωρες, για την αρρώστια και τον θάνατο του πατέρα, για τη μικρή προσέλευση ανθρώπων στην κηδεία, κι ύστερα πάλι για τη δική του αρρώστια και τον φόβο του για το χειρουργείο και τη νάρκωση. Κάθε τόσο μου ζητούσε να τον καθησυχάσω, να τον πείσω ότι όλα θα επανέρχονταν στην κατάσταση πριν την ανακάλυψη της ασθένειας. Για πρώτη φορά στη ζωή του έδειξε ενδιαφέρον για θέματα που δεν τον είχαν απσχολήσει ποτέ. Μου ζήτησε να του απαντήσω σε ερωτήματα για τον Θεό, τη ζωή και τον θάνατο για τα οποία δεν είχα καμία απάντηση. Για πολλή ώρα μείναμε σιωπηλοί, αγκαλιασμένοι. Ένοιωθα το σώμα του, αδελφικό, ξένο, ευάλωτο. Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της διάγνωσης, ανήμπορος να καταφύγω σε φτηνές παρηγοριές, είχα την ξαφνική επιθυμία να μείνω μαζί του όλη τη νύχτα, με την ελπίδα ότι έτσι θα ξανάβρισκε το κουράγιο του, ότι θα απέφευγε την υπερβολική οδύνη, συλλογιζόμενος ότι η παρουσία μου εκεί μαζί του ήταν προτιμότερη από κάθε άλλη επιλογή που είχα εκείνη την ώρα, μια απάντηση στον παραλογισμό της ζωής, μια πράξη που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τον απόλυτο χαρακτήρα της ματαιότητας και να με κάνει να πιστέψω ότι κάτι μπορούσε να σωθεί, ότι κάτι άλλο υπήρχε στο βάθος των φαινομένων, πέρα από τα πράγματα, πέρα από εκείνο το δωμάτιο, πέρα από εκείνα τα δυο εφήμερα σώματα που διατηρούσαν ακόμα το ανεξήγητο προνόμιο της ύπαρξης περιμένοντας τη δική τους αναπόδραστη και διφορούμενη λύση του δράματος.
Διήγημα από ανέκδοτη συλλογή
*
**