σύγχρονη πεζογραφία

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας

της ΝΟΠΗΣ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λίχνος
Οι αχθοφόροι (διηγήματα)
Υψικάμινος, 2025
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «Oι Μοιραίοι»

Στο γνωστό έργο του Ιστορία και αλήθεια ο Άνταμ Σαφ[1] παρουσιάζοντας τους δύο τρόπους προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας από τον μέσο άνθρωπο, τον εμπειρισμό και τον παροντισμό, εντοπίζει προβλήματα που ανάγονται στον τρόπο θέασης του παρελθόντος: εκτός από την κριτική που ασκεί στην απόλυτα θετικιστική προσέγγιση της ιστορίας, στη δυνατότητα πλήρους αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, στην προβολή, συνειδητή ή μη, αξιών και σκεπτικών του παρόντος στο παρελθόν, επικεντρώνεται στην παρουσίαση των γεγονότων που συνιστούν το παρελθόν ως σύνολο στοιχείων ομοιογενών που συνιστούν στην τελική τους αποτίμηση μια ευθεία γραμμή. Ο Σαφ αποδίδει τα παραπάνω στην προσπάθεια που καταβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα, όργανα της οποίας είναι και οι ιστορικοί, να περιγράψει τα γεγονότα αποδίδοντας μια ερμηνεία που στηρίζει την οπτική αλλά και τα συμφέροντά της, εξασφαλίζοντας έτσι τόσο τη διάσωσή της όσο κυρίως τη συνέχιση της επικυριαρχίας της επί των κυριαρχούμενων. Παράλληλα, τα τελευταία είκοσι τουλάχιστον χρόνια αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για μια άλλη οπτική και αντιμετώπιση της ιστορίας, η οποία απορρίπτει την ομοιογένεια ως όρο της διαμόρφωσής της, ενώ προτάσσει και άλλες μορφές αποτύπωσής της: έτσι, εκτός από την επίσημη γραπτή μορφή της, προβάλλεται η προφορική ή η δημόσια ιστορία, ως οπτική έκφρασης της βίωσης του παρελθόντος μέσω της μαρτυρίας.[2]

Σημαντική επίσης αλλαγή έχει εντοπιστεί στην εστίαση των φορέων του ιστορικού λόγου: από την οπτική των κυρίαρχων η έρευνα, τόσο η στενά ιστορική όσο και η ευρύτερη επιστημονική, στρέφεται πλέον στην προσπάθεια απόδοσης της οπτικής των κυριαρχούμενων,[3] των ιδεών τους, των διαφοροποιήσεών τους σε σχέση με τους επικρατούντες, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί πληρέστερα το παρελθόν, να αποφευχθεί η μονομέρεια, ώστε η επαφή μας με αυτό να είναι ουσιαστικότερη και ποιοτικότερη. Από τα παραπάνω επηρεάστηκε σαφώς και η λογοτεχνία και η κριτική. Η « Δομή της αίσθησης» (structure of feeling) είναι ο όρος που επινόησε ο Βρετανός θεωρητικός της κουλτούρας Ρέυμοντ Ουίλλιαμς για να περιγράψει τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, η οποία δεν εξαντλείται στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά λαμβάνει υπόψιν της τις λογοτεχνικές συμβάσεις προκειμένου να αποδώσει το παρελθόν.[4] Δεν γνωρίζω αν ο συγγραφέας είχε υπόψιν του αυτές τις παραμέτρους που έχουν τεθεί από την επιστήμη (ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, θεωρία της κουλτούρας), το έργο του πάντως φαίνεται να ακολουθεί τα στοιχεία που έχουν επισημανθεί ως σημαντικά ιδιαίτερα στο θέμα της απόδοσης του παρελθόντος αλλά και της προσπάθειας της κατανόησής του. (περισσότερα…)

Τροπικότητες του λόγου

 του ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑΜΟΥ

 Προλεγόμενα

Μελετώντας τον Ελεγκτή & άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (εκδόσεις ΑΩ, 2024) διαπίστωσα πως η γραφή του Βαγγέλη Τασιόπουλου βρίσκεται στον αντίποδα του παραδοσιακού αφηγηματικού λόγου, καθώς στις ιστορίες του νοήματα, αισθήσεις και σχέσεις συνδέονται και αλληλεπιδρούν, αναδύοντας τελικά την οντολογική τους πλευρά και, κυρίως, τις αισθητικές διαστάσεις της συνείδησης και των περιεχομένων της.

Αναφορικά δε με τον παραδοσιακό αφηγηματικό λόγο, σημειώνω  μια παρατήρηση της Ελισάβετ Κοτζιά (2020) με βάση τη μυθοπλαστική παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα: «από δραματοποιημένη αναπαράσταση, το μυθιστόρημα μετατράπηκε σε τεκμήριο της δραματοποιημένης αναπαράστασης. Από υποτιθέμενα ζωντανή, η παρουσία των ανθρώπων υποκαταστάθηκε από τα τεκμήρια της ζωντανής παρουσίας τους. Και από υποτιθέμενα ζέων, ο λόγος υποκαταστάθηκε από το υποτιθέμενα προφορικό και γραπτό τεκμήριο της ζέουσας εκφοράς του».

Λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις πεζογράφων από την μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι σήμερα, και ιδιαίτερα την παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα, θα έλεγα πως σπάνια στον δραματοποιημένης αναπαράστασης λόγο κυριαρχεί το πλέγμα του βιόκοσμου μέσα στα συνολικά συμφραζόμενα της συνείδησης. Το τι γνωρίζουμε για την πραγματικότητα από τους συγγραφείς είναι συνάρτηση ενός συμβατικού πλαισίου σκέψης, διήγησης, δράσης και αφηγηματικής ροής σχηματοποιήσεων και στερεότυπων σ’ ένα κατά τ’ άλλα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Αντίθετα, ο Τασιόπουλος αποκλίνοντας από τα αρχέτυπα της μυθοπλαστικής ημερολογιακής αφήγησης ή ενός αρχείου μαρτυριών, συγκλίνει με την αναστοχαστική διήγηση και, κυρίως, με τον αισθητικό ρεαλισμό, καθώς αποτυπώνει τις χρονικότητες των κοινωνικών αποσυναρμολογήσεων -παρωδιακού ή τραγελαφικού και μη χαρακτήρα- που λαμβάνουν χώρα στο λαβύρινθο του σύγχρονου βιόκοσμου.

(περισσότερα…)

Η τάτσα και η σπουρτόλοη

*

Η τάτσα

«Εν τάτσα, κυρία, τούντο πράμαν μες στο κείμενον». Εθώρουν τον τζ̆ι έν επίστευκα στ’ αφκιά μου. «Εν πελλάρες τούντα πράματα που μας λαλείτε. Τζ̆αι τούντο σημαδούιν εν τάτσα, όπως τζ̆αι πολλά άλλα. Άμαν στάξει το παγωτόν πά’ στο παντελόνιν σου, τατσώννει σού το∙ άμαν παουρίζει ο τζ̆ύρης σου ούλλη μέρα τζ̆αι φκαίννεις να παίξεις με τους φίλους σου μες στον δρόμον τζ̆ι ακούουν ούλλοι τες παουρκές του, γίνεσαι η τάτσα της γειτονιάς∙ που επήα στο χωρκόν μας στα κατεχόμενα, εθώρουν τάτσες παντού: πά’ στα σπίθκια τζ̆αι τες εκκλησ̆ιές που τες σ̆σ̆ιπεθκιές τζ̆αι τες πόμπες∙ τούτη η κρεατοελιά που ’χω πά’ στην μούττην μου εν που γεννησιμιού μου –άδε τάτσαν πά’ στην φάτσαν μου!– τζ̆αι καμιά κορούα έν με θέλει∙ που επήεν τζ̆ι επαντρεύτην ο παππούς μου τζ̆είνην την Φιλιππινέζαν, ετάτσωσεν το σόιν μας. Τωρά εκατάλαβες, κυρία; Όι άνω τελεία∙ τάτσα».


τάτσα, η: λεκές∙ στίγμα
παουρίζω: ουρλιάζω
σ̆σ̆ιπεθκιά, η: πυροβολισμός

(περισσότερα…)

«Αόρατες πέρασαν»

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου
Τα κόκκινα ελάφια, Βακχικόν 2023

Η νουβέλα Τα κόκκινα ελάφια της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, ποιήτρας με εφτά συλλογές στο ενεργητικό της, δεν αποτελεί την πρώτη πεζογραφική απόπειρα της συγγραφέως, αλλά προϋποθέτει την εμπειρία συγγραφής ενός ακόμη μυθιστορήματος (Χωρίς την Αριάδνη στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση, Γκοβόστης, 2006) και ενός παιδικού βιβλίου (Φίλε μου εγώ δεν είμαι σαν εσένα, το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού, 2006). Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στην ανά χείρας, καλαίσθητη εκδοτικά, νουβέλα, η συγγραφέας βασισμένη στο ιστορικό γεγονός του πνιγμού της κυρά Φροσύνης-Ευφροσύνης Βασιλείου και άλλων δεκαέξι γυναικών στη λίμνη Παμβώτιδα από τον Αλή πασά το 1801, κινείται με μαεστρία τόσο ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα όσο και ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, καθώς η αδιάλειπτη και παραπληρωματική συνύπαρξη του αφηγηματικού με τον λυρικό-ποιητικό τρόπο δημιουργούν ένα δυναμικό λογοτεχνικό σύμπαν όπου οι δύο αυτοί τρόποι συνυφαίνονται αρμονικά και γίνονται ένας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το βιβλίο δομείται σε έξι μέρη-κεφάλαια, στα οποία δεσπόζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση τριών γυναικών: Η κυρίαρχη, αλλά και εκτενέστερη αφήγηση της Ευφροσύνης Βασιλείου, υπό τη μορφή ενός σπαρακτικού γράμματος αφενός προς τον αγαπημένο της, αλλά και τους σύγχρονους ή και μεταγενέστερους κατακριτές της, αναπτύσσεται στο πρώτο και τρίτο κεφάλαιο («Έρως αντεθνικός», «Αιώνιο λίκνο της παρεξήγησης»). Στο μέσο της κυρίαρχης αφήγησης της Ευφροσύνης Βασιλείου, παρεμβάλλεται, όχι τυχαία, κατά την άποψή μου, ο μονόλογος της αδελφής του πασά των Ιωαννίνων˙ μονόλογος ο οποίος φωτίζει αφηγηματικά τόσο την οπτική μιας γυναίκας που τον αγαπά όσο και σημαντικές πτυχές της σκοτεινής προσωπικότητας και της παιδικής ηλικίας του βίαιου και αδίστακτου πασά, που έδωσε την εντολή για να δολοφονηθούν οι 17 γυναίκες είτε εξαιτίας του παράνομου δεσμού που διατηρούσε η Ευφροσύνη με τον γιο του είτε ακόμη γιατί η Ευφροσύνη απέρριψε τον ίδιο τον πασά ερωτικά. (περισσότερα…)