Ο Σουηδός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στον Γιώργο Λογοθέτη

Αν έμενα στο χωριό, έπρεπε να σκοτώσω τον φονιά του πατέρα μου. Δεν μ’ άρεσαν τα φονικά, δεν μ’ άρεσε να σκοτώνω. Ούτε μυρμήγκι – όχι άνθρωπο! Έτρεξε αίμα, πολύ αίμα στα παιδικά μου χρόνια∙ τα ’βαψε κόκκινα. Έπεσε πένθος, πολύ πένθος∙ τα ’βαψε μαύρα, όπως το μαντήλι της μάνας μου, που το φόραγε σαν σημαία, σαν παντιέρα του θανάτου στο κεφάλι της.

Το χωριό δεν συγχωρούσε δειλία. Οι δρόμοι του ήταν στενοί, οι κανόνες στενότεροι: αίμα για αίμα, όνομα για όνομα. Κάθε πέτρα ήξερε την ιστορία μου, κάθε πόρτα την ψιθύριζε όταν περνούσα.

Ο φονιάς ζούσε δίπλα μας, λίγα σπίτια πιο κάτω, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πότιζε τα χωράφια του τ’ απογεύματα, χαιρετούσε τους γείτονες, έδενε το γαϊδούρι του στην σκιά. Κι εγώ μεγάλωνα με την μορφή του καρφωμένη μέσα μου: μεγάλη, σκοτεινή, βαριά, με χέρια που μύριζαν αίμα και σίδερο.

Η μάνα δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Μόνο έσφιγγε το μαντήλι της και κατάπινε έναν κόμπο στον λαιμό της με κόπο. Άλλες φορές, με κοιτούσε με μάτια που ζητούσαν εκδίκηση. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

Μια μέρα μ’ έπιασε στην μέση της αυλής, μ’ άρπαξε απ’ τους ώμους και με τράνταζε σαν δεντράκι να με ξεριζώσει. Και με ξερίζωσε. Πήρα των ομματιών μου και ξενιτεύτηκα. Δεν μπορούσα να της δώσω την εκδίκηση που ζητούσε.

Ήμουν μόνον είκοσι χρονών κι ερωτευμένος. Αγαπούσα, αγαπούσα πολύ μια κοπέλα. Κι όταν αγαπάς μια κοπέλα και μάλιστα πολύ, αγαπάς κι όλο τον κόσμο, όπως το λέει το τραγούδι: «Αγαπώ κι όλο τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί».

Ο θάνατος και ο έρωτας φτερουγίζανε μέσα μου σαν πουλιά και μαλώνανε: ένα κοράκι κι ένα περιστέρι. Το κοράκι κράταγε στο ράμφος του την καρδιά του πατέρα –μαύρη, κατάμαυρη– που ακόμα πάλλονταν σαν να μου γύρευε εκδίκηση. Το περιστέρι κράταγε στα νύχια του την καρδιά μου –κόκκινη, κατακόκκινη– που κι εκείνη πάλλονταν λες και μου γύρευε ειρήνη. Ειρήνη με όλα: με τον φονιά, με τους πεθαμένους και τους ζωντανούς, που έμοιαζαν πλέον σαν τους πεθαμένους.

Μεγάλωσα στην Κατοχή. Είδαν πολλά τα μάτια μου: Ιταλούς να ληστεύουν σπίτια, Γερμανούς να σκοτώνουν ανθρώπους, Έλληνες να γίνονται καταδότες. Κι είδα κι αλλιώς τα πράγματα: Ιταλούς να μας δίνουν ψωμί, Γερμανούς να γλιτώνουν παιδιά, Έλληνες που ήτανε πατριώτες. Δεν έλεγε τίποτα το «Ιταλός, Γερμανός, Έλληνας» από μόνο του, χρειάζονταν και η πράξη για να βγάλεις το συμπέρασμα, αν ήταν άνθρωπος αυτός μπροστά σου ή τέρας.

Πολλά τέρατα παρίσταναν τους ανθρώπους τότε –όπως γίνεται και τώρα φυσικά– και πολλοί άνθρωποι παρίσταναν τα τέρατα, για να γλιτώσουν απ’ τ’ αληθινά. Ήταν μπερδεμένη εποχή, όπως κάθε εποχή που γίνονται ανακατατάξεις. Μια δίνη στροβίλιζε τα πάντα μέσα της και τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον στροβιλισμό.

Έτσι φτάσαμε στον Εμφύλιο: αδερφός να σκοτώνει αδερφό. Γίναν αίσχη εκείνο τον καιρό – κι απ’ τις δύο πλευρές. Όταν παίρνει φωτιά το δάσος, δεν καίγεται μόνον η μία πλευρά ούτε μόνον ένα είδος δέντρου. Ο άνεμος αλλάζει συνεχώς την φορά του. Κι ένα φλεγόμενο κουκουνάρι μπορεί να εκτινάξει την φλόγα πολύ μακριά. Άνθρωποι αποτεφρώνονται στην στιγμή και χωριά ολόκληρα εξαφανίζονται απ’ τον χάρτη. Εγκλωβισμένα ζωάκια γίνονται στάχτη, και στ’ αποκαΐδια θρηνούν καψαλισμένα πουλιά.

Μετά τους κατακτητές –ή μετά τους εμπρηστές– καταφθάνουν οι καταπατητές. Το ίδιο στην πυρκαγιά, το ίδιο και στον πόλεμο. Στήνουν φαγοπότι τ’ ανθρώπινα κοράκια. Έτσι γίνηκε τότε, έτσι γίνεται τώρα, έτσι θα γίνεται πάντα.

Όσοι λένε πως ο κόσμος αυτός θ’ αλλάξει είναι ανίδεοι, τ’ αυριανά θύματα της επερχόμενης πυρκαγιάς, του καινούργιου πολέμου, του νέου εμφυλίου. Όμως υπάρχουν και παιδιά. Κι όσο υπάρχουν και σχολεία, κάτι πρέπει να λένε. Σαν έκθεση ιδεών μού φαίνονται όλα αυτά τα γλυκανάλατα περί καλύτερου κόσμου. Αλλά, καμιά φορά, συμβαίνουν απίστευτα πράγματα, τόσο τρομερά και πρωτόγνωρα, που αίφνης νομίζεις πως κάτι θ’ αλλάξει.

Εγώ έφυγα για την Σουηδία, προκειμένου να μην εκδικηθώ. Στο ταξίδι με συνόδευαν οι κατάρες της μάνας μου. Κι όταν έφτασα, με συντρόφευαν και στα γράμματά της: «Παιδί έκαμα εγώ ή λαγό; Μακρύτερα δεν μπορούσες να πας; Καταραμένος να ’σαι αν δεν γυρίσεις! Το αίμα του πατέρα σου βουίζει τις νύχτες, γυρεύει εκδίκηση… Πού είσαι; Γιατί δεν έρχεσαι; Κάλλιο φαρμάκι να σε βύζαινα κι όχι γάλα!»

Στην αρχή τα διάβαζα κι έκλαιγα. Ύστερα τα ’ριχνα στο συρτάρι αδιάβαστα.

Κοίταξα πλέον την ζωή μου, το μόνο που είχα. Έγινα δημοσιογράφος, έκανα καριέρα, γνώρισα ανθρώπους σημαντικούς. Πήρα συνέντευξη απ’ τον πρωθυπουργό της Σουηδίας, τον συγχωρεμένο τον Πάλμε. Πάει κι αυτός, τον σκότωσαν. Μιλούσε για την ειρήνη, δεν τ’ άντεχαν.

Παντρεύτηκα και την κοπέλα που αγαπούσα. Γαμήλιο ταξίδι στην Σοβιετική Ένωση. Πού αλλού να πηγαίναμε; Βαμμένοι κομμουνιστές απ’ τα γεννοφάσκια μας. Πριν φτάσω στην Ρωσία, απ’ την Πολωνία ήδη –μόλις πάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο της Βαρσοβίας– έπαψα να είμαι κομμουνιστής! Το λέω κι ανατριχιάζω, το γράφω και δεν ντρέπομαι! Αυτό, λοιπόν, ήταν ο κομμουνισμός; Γι’ αυτό το πράγμα σκοτώθηκε ο πατέρας μου; Γι’ αυτήν την τρομοκρατία, γι’ αυτόν τον προλεταριακό μεσαίωνα; Γι’ αυτόν το φασισμό απ’ την αντίθετη πλευρά; Όχι, αυτό ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ! Ήταν παρανόηση, παραποίηση, παράνοια για την ακρίβεια. Σαν τον Χριστιανισμό ένα πράμα, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Όπως δεν έφταιγε ο Ιησούς και το Ευαγγέλιο, έτσι δεν έφταιγε κι ο Μαρξ και το Κεφάλαιό του.

Πέρασαν χρόνια. Απέκτησα παιδιά. Έστελνα στο χωριό φωτογραφίες τους. Η μάνα μου μαλάκωσε. Οι κατάρες αραίωσαν, κάποτε σταμάτησαν. Ρωτούσε πότε θα γυρίσω. Όχι για εκδίκηση, μα για να γνωρίσει τ’ αγγόνια της, να τα σφίξει στην αγκαλιά της – ήταν πλέον γιαγιά.

Αποφάσισα να πάω πρώτα εγώ, να λειάνω το έδαφος, να διαμορφώσω το κλίμα. Και πήγα αιφνιδίως, ταξίδι έκπληξη, όπως το γαμήλιο στην Σοβιετική Ένωση.

Έφτασα αεροπορικώς στην Αθήνα. Πήρα το λεωφορείο για το νησί. Κι από κει άλλο λεωφορείο για το χωριό. Το απογευματάκι πάτησα στα χώματά μας. Ούτε βαλίτσες ούτε τίποτα, μ’ ένα σάκο στον ώμο. Αν όλα εξελίσσονταν ομαλά, θα τηλεφωνούσα στην γυναίκα μου να πάρει τα παιδιά και να έρθουν, μαζί θα έφερνε και τα υπόλοιπα πράγματά μου.

Ο δρόμος για το σπίτι πέρναγε απ’ το νεκροταφείο. Έσπρωξα το πορτόνι και μπήκα. Το μνήμα του πατέρα μου χορταριασμένο. Τα γράμματα στον σταυρό μισοσβησμένα. Η φωτογραφία του ξεθωριασμένη. Ήταν πιο νέος από μένα εκεί. Αν ζούσε τώρα, θα με είχε σχεδόν πατέρα του. Θέλησα ν’ ανάψω το καντήλι, μα δεν είχε λάδι. Δανείστηκα απ’ το διπλανό μνήμα. Δεν είχε φυτίλι, δανείστηκα κι απ’ αυτό. Έβγαλα τα σπίρτα μου, ήταν νοτισμένα και δεν ανάβανε. Δανείστηκα και τον αναπτήρα. Ήταν ωραία η δανεική φλογίτσα που τρεμόπαιζε. Τελικά οι γείτονες χρειάζονται και στα νεκροταφεία.

Συνέχισα τον δρόμο για το σπίτι. Σκεφτόμουν λιγότερο την μάνα μου και περισσότερο τον φονιά του πατέρα μου. Να ζει ακόμα; Ή απ’ το μνήμα του δανείστηκα ν’ ανάψω το καντήλι; Κι αν ζει, τι να κάνω άμα τον συναντήσω; Θα γυρίσω το κεφάλι αλλού αν είμαστε μόνοι μας. Αν όμως μας βλέπουν κι άλλοι; Να τον βρίσω; Να τον φτύσω; Να τον χτυπήσω; Κι αν πιαστούμε και τον σκοτώσω; Αφού γι’ αυτό έφυγα απ’ το χωριό, γι’ αυτό ξενιτεύτηκα τόσα χρόνια, για να μην τον σκοτώσω. Και να το κάνω τώρα, ενώ δεν το ’κανα τότε;

Βγήκα απ’ τις σκέψεις μου απότομα, καθώς αντίκρισα το πατρικό μου σπίτι. Μου κόπηκαν τα ήπατα στο κοίταγμά του. Νομίζω πως με κοίταζε κι εκείνο. Κι ίσως δεν με γνώρισε όπως εγώ. Θα ρώτησε την κληματαριά: «Ποιος είν’ αυτός; Γνωστός μου φαίνεται». Κι η κληματαριά δεν θ’ απάντησε, έτσι φορτωμένη με τόσα σταφύλια και τόσα έντομα που τα τριγύριζαν, θα πάσχιζε να προστατέψει τα παιδιά της κουνώντας απαλά τα φύλλα της.

Στον ίσκιο της κληματαριάς είδα την μάνα μου καθισμένη σ’ ένα κούτσουρο. Πλάτη σ’ εμένα κάθονταν κι ένας άλλος, άντρας μου φάνηκε. «Ρε, την γριά, θα ’πιασε φίλο, γι’ αυτό χορτάριασε το μνήμα του πατέρα μου», σκέφτηκα, για να γελάσω το πιο πολύ.

Πλησίασα με προφύλαξη, σαν τότε που ήμουνα παιδί, να κρυφακούσω. Κουβέντες του αέρα, για τον καιρό και για τον τρύγο λέγανε. Πίναν το καφεδάκι τους και μίλαγαν ήσυχα κι αγαπησιάρικα, σαν άνθρωποι που πέρασαν πολλά κι απολαμβάνουν τώρα τα λίγα που τους απόμειναν μ’ ευγνωμοσύνη. Ειρηνική σκηνή, σαν εκείνες των λαϊκών ζωγράφων, που κρέμονται στα παλαιά καφενεία ή κρύβονται στα παιδικά μας αναγνωστικά.

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι αναφώνησα:

«Μάνα!»

Στάθηκαν εμβρόντητοι. Η κουβέντα κόπηκε στην μέση, τα χέρια έμειναν μετέωρα, οι καφέδες μισοπιωμένοι. Η κληματαριά ακίνητη, έπαψε να κουνάει τα φύλλα της, ο αέρας μάζεψε τα φτερά του κι έκατσε κι αυτός σ’ ένα κούτσουρο εκεί δίπλα να δει τι θα γίνει, βάζοντας την παλάμη στο πηγούνι, ολόιδια σαν τον Έρωτα, όταν ετοιμάζεται να κάνει μια ζαβολιά στους ανθρώπους.

Τότε, ο άγνωστος γύρισε προς το μέρος μου και πάγωσα: ήταν… ο φονιάς του πατέρα μου!

«Μάνα…» φώναξα με όλη μου την δύναμη.

«Παιδί μου…» ψιθύρισε με όλη της την αδυναμία.

Κι όλα σκοτείνιασαν. Το χώμα έβραζε, ο ουρανός χαμήλωσε, λες κι ήθελε να μου μιλήσει κάποιος, να μου πετάξει ένα μαχαίρι από κει πάνω, να ξεκοιλιάσω απέναντί μου τον φονιά.

«Τι θέλεις εσύ μ’ αυτόν! Τι θέλεις;» ούρλιαξα και το στόμα μου άφρισε.

Εκείνη σώπαινε…

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.

Κινήθηκα προς το μέρος της και τα μάτια μου άστραφταν.

Αυτή φοβήθηκε.

Αυτός μπήκε μπροστά της να την προφυλάξει απ’ την οργή μου.

Εγώ αγρίεψα, οι γροθιές μου σφίχτηκαν.

Η μάνα, επιτέλους, μίλησε:

«Μην κάμεις ρούπι!»

«Γιατί, θα τον φοβηθώ;»

«Τον εαυτό σου να φοβάσαι…» είπε και η φωνή της σκλήρυνε.

«Εσύ, τον εαυτό σου δεν τον φοβήθηκες;» αντιγύρισα τον λόγο. «Δεν σκιάχτηκες το αίμα του πατέρα; Αυτός το έχυσε! Και πίνεις καφέ μαζί του; Το αίμα του έπρεπε να πιεις, την καρδιά του έπρεπε να φας! Αυτά δεν μου ’γραφες τόσα χρόνια στα γράμματα; Και τώρα… τι κάνεις εσύ, ρε μάνα, ξέρεις;»

«Ξέρω! Δυο κούτσουρα είμαστε, σαν αυτά που καθόμαστε πάνω τους, δυο κούτσουρα μοναχά τους. Ο άντρας μου πέθανε…»

«Δεν πέθανε! Τον σκότωσε αυτός!» ξαναφούντωσα εγώ.

«Δεν τον σκότωσε αυτός…» ψέλλισε εκείνη. «Άλλος τον σκότωσε!»

«Άλλος; Ποιος άλλος;» ρώτησα ξέπνοος.

«Εκείνος που δεν υπάρχει πια! Για κοίτα τον καλά. Είναι αυτός εκείνος; Για κοίτα με καλά. Είμαι εγώ αυτή; Είσαι εσύ το παιδάκι που έφυγε; Μόνο τα βουνά είναι ίδια – κι εκείνα λογγωμένα.

»Άμα λείψουν οι άνθρωποι και διαβούνε τα χρόνια, δεν θέλεις πια να σκοτώσεις, μα να ξεθάψεις και τους πεθαμένους, να σου πουν μια κουβέντα να μην τρελαθείς. Μια “καλημέρα”, μια “καληνύχτα”, ένα “τι φκιάνεις;” ένα “είσαι καλά;”

»Άμα λείψουν οι άνθρωποι και διαβούνε τα χρόνια, δεν θέλεις έχθρητες∙ μόνο έναν ίσκιο πλάι σου, να διώξει τους άλλους ίσκιους – αυτούς που σε βασανίζουν, που έρχονται στον ύπνο σου και γυρεύουν εκδίκηση, διψούν για αίμα και πίνουν το δικό σου! Λίγο-λίγο γίνεσαι ίσκιος κι εσύ. Δεν σε γνωρίζουν πια οι πεθαμένοι, δεν τους γνωρίζεις κι ελόγου σου. Κλαις για ένα πρόσωπο που δεν θυμάσαι…

»Και τότε, ανοίγει μια πόρτα. Κάποιος σαμαρώνει ένα γαϊδούρι να πάει στο χωράφι του. Σαμαρώνεις κι εσύ το γαϊδούρι σου να πας στο δικό σου χωράφι, που είναι δίπλα-δίπλα με το δικό του – όπως τα σπίτια σας, όπως οι ζωές σας, όπως η μοναξιά σας∙  που είναι μία και μόνη κι έρημη, όπως όλες οι μοναξιές του κόσμου, παιδί μου!

»Και μια μέρα τα γαϊδούρια μας αλλάζουν στράτα και συναπαντιώνται. Ζώα είναι, μαθές, τι έχουνε να χωρίσουν; Μυρίζουν τις μουσούδες τους και γκαρίζουν ευτυχισμένα. Τα γκαρίσματα σκεπάζουν τις βρισιές και τ’ αναθέματά μας. Και τότε, δίχως να το θέλουμε, αρχίζουμε να γελάμε, όσο ευτυχισμένα γκαρίζουν τα γαϊδούρια μας».

Κρατήθηκα να μην γελάσω. Αν κι ένιωσα γαϊδούρι με τον τρόπο που μίλησα πρωτύτερα, δεν είχα ξεθυμάνει ακόμα.

«Εγώ ήρθα να τον σκοτώσω και θα τον σκοτώσω!» δήλωσα, χωρίς να το πιστεύω κι ο ίδιος.

Πρέπει να το είπα πολύ πειστικά, γιατί ο γεράκος μπροστά μου –που κάποτε ήταν ο φονιάς αυτουνού που κάποτε ήταν ο πατέρας μου– κούνησε το κεφάλι περίλυπος.

«Περίμενε λίγο…» μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του, σαν να μίλαγε μάλλον στον εαυτό του παρά σ’ εμένα, και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του με άτσαλα βήματα και βαριά, σαν πληγωμένο γεράκι που το γυρεύει ο κυνηγός να τ’ αποτελειώσει.

Γύρισε γρήγορα πίσω, με βήματα σταθερά και ανάλαφρα, σαν αετός που μόλις βγήκε απ’ την φωλιά του κι ατενίζει τον κάμπο.

Στα χέρια του κρατούσε μια καραμπίνα…

«Θα σου την έδινα για να με σκοτώσεις», είπε ήσυχα, «μα τότε θα πήγαινες φυλακή!»

«Οπότε, σκέφτηκες να με σκοτώσεις εσύ», είπα χαιρέκακα, «που έτσι κι αλλιώς την ξέρεις από παλιά την δουλειά και, στο κάτω-κάτω, τα ’χεις φάει τα ψωμιά σου και δεν φοβάσαι φυλακές και τέτοια!»

Εκείνος κούνησε περίλυπα το κεφάλι κι έκανε πίσω ένα βήμα. Κατόπιν γονάτισε κι έβαλε την κάνη κάτω απ’ το πηγούνι του.

«Συγγνώμη, παιδί μου!» είπε απλά κι έκλεισε τα μάτια. Το δάχτυλό του γύρεψε την σκανδάλη, την βρήκε κι άρχισε κιόλας να την πιέζει…

Χύμηξε σαν κουρούνα η μάνα μου κι άρπαξε την καραμπίνα απ’ τα χέρια του.

Την επόμενη εβδομάδα, ήρθαν στο χωριό τα παιδιά μου και η γυναίκα μου. Εγώ γύρισα στην Σουηδία πριν φτάσουν.

Είχα σπουδάσει δημοσιογραφία, είχα πάρει συνέντευξη απ’ τον Ούλωφ Πάλμε, ήμουν ένας άνθρωπος του κόσμου, αλλά αυτήν την σκηνή –την μάνα μου αγκαλισμένη με τον φονιά του πατέρα μου, λες κι έβλεπα την ίδια την ειρήνη προσωποποιημένη– δεν μπόρεσα να την αντέξω. Ίσως γιατί το μίσος είναι πιο εύκολο απ’ την αγάπη. Ίσως γιατί δεν ήμουν έτοιμος ν’ αγαπήσω τόσο πολύ, τόσο απότομα, την ειρήνη. Ίσως γιατί ο πόλεμος κυλάει στο αίμα μας, ενώ η ειρήνη πετάει στο πνεύμα μας, σαν περιστέρι που κρατάει στο ράμφος του ένα κλαδάκι ελιάς μετά τον Κατακλυσμό.

Σημείωση: Η πλοκή της ιστορίας αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Η δολοφονία, όμως, είναι πραγματικό γεγονός και μάλιστα με μυθιστορηματικό τέλος: ο δολοφόνος ζητάει να συναντήσει τον γιο του θύματος, πολλά χρόνια μετά το συμβάν. Εκείνος συμβουλεύεται τον στενό του φίλο, Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος τον παροτρύνει να δεχτεί, κατά τον ίδιο τρόπο που και ο ίδιος συγχώρεσε τον βασανιστή του στην Μακρόνησο. Η συνάντηση δεν πραγματοποιείται ποτέ: ο δολοφόνος καταπλακώνεται απ’ το τρακτέρ του λίγες μέρες μετά. Βλ. σελ. 237 του βιβλίου του Γιώργου Λογοθέτη, Ο παγκόσμιος Μίκης Θεοδωράκης, Άγκυρα 2025.
Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου, Στο όνομα του ελληνικού λαού, 2026.

*

*