ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ καί πηγαίνανε στό κλησιδάκι τοῦ Ἅϊ Δημήτρη, κτισμένο τό μισό στό δικό τους χωράφι. Ἐκείνη θυμιάτιζε καί μετά ἄναβαν μαζί τά καντήλια. Ὁ ἥλιος ἦταν ἀκόμα ψηλά καί μιά φαρδιά χρυσή λουρίδα ἔλαμπε καταμεσής τοῦ ναΐσκου. Μετά θά πήγαιναν στόν Ἅϊ Γιώργη, στόν Ἅϊ Γιάννη τόν Θεολόγο, καί τέλος στό Ἅϊ Νικόλα. Ἐκεῖ κάθονταν στή ζεστή πεζούλα καί ἀγνάντευαν τά νησιά ἀπέναντι. «Θά γίνεις παππάς, θεία;» τήν ρωτοῦσε καί τήν ξαναρωτοῦσε, καί κείνη γελοῦσε μέ τήν παιδική του ἀφέλεια. Τοῦ ἔμαθε ἀνάγνωση, γραφή καί τοῦ μετέδωσε τήν ἀγάπη της γιά τά ξωκλήσια: νά τά φροντίζουν, νά τά γαλακτίζουν, νά τά κρατοῦν καθαρά. Ἐξ αἰτίας της ἡ προσοχή του στράφηκε στήν εἰρήνη τῶν μικρῶν θυρίδων, μαγνητίστηκε ἀπό τίς κίτρινες κηλίδες ὤχρας πάνω στούς χλοασμένους πορόλιθους· τό ἀεράκι πού μέ τήν παραμικρή κίνηση μόλις κι ἀναρριπιζόταν ἀναστατώνοντας τίς ἀραχνίτσες – ἕνα γλυκύ μυστήριο στίς κόγχες. Μέ τά δάχτυλα ψηλάφισε τήν σταθερή τρυφερότητα στίς καμπύλες τῶν τοίχων ἀπό ἁρμολογημένη χοντρή πέτρα, τίς ἐκπλήξεις τῆς ἀσυμμετρίας. Σκιές καί φῶς ἀλληλλοσυμπληρώνονται, συνομιλοῦν, θά σκεπτόταν πολύ ἀργότερα. Ἀλλά τότε μαθήτευε σέ ἕναν κόσμο συγκεκριμένων πραγμάτων, ὄχι ἀφηρημένων ἐννοιῶν.
(περισσότερα…)διήγημα
Nατάσα Ζαχαροπούλου, Με την πρώτη καρφωτή
Τὸν περίμενε ὁ ξάδελφος στὴν εἴσοδο τοῦ Νοσοκομείου: «Ποῦ ‘σαι βρὲ παιδί μου; Ἄντε κι ἔχω πληρώσει ἕνα κατοστάρικο νὰ μοῦ τὸν κρατᾶνε στὸ δωμάτιο ὅτι τάχα μου κοιμᾶται… Ἄντε! Σβέλτα στὸ ὑπόγειο! ἑτοίμασε τὸ ξυράφι καὶ τὴ σαπουνάδα, πάω νὰ εἰδοποιήσω νὰ τὸν κατεβάσουνε κι ἐρχόμαστε!» Τὰ τελευταῖα λόγια τὰ φώναζε τρέχοντας στὸν διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὰ δωμάτια τῶν ἀσθενῶν.
«Γιὰ ποῦ τὄβαλες, Γιαννάκη;», τὸν ρώτησε ὁ συνάδελφος ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ ἄλλο Γραφεῖο τῆς πόλης, καθώς, ὅπως πήγαινε πρὸς τὶς σκάλες τοῦ ὑπογείου, σκόνταψε πάνω του· ἔμοιαζε κι αὐτὸς κάτι νὰ παραφυλοῦσε στεκάμενος ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ τῆς κουπαστῆς.
(περισσότερα…)Χριστουγεννιάτικες ιστορίες
Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.
~.~
Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός
Ο Φλοιός Ξεφλουδισμένος
Τα απογεύματα μετά το σχολείο βγαίναμε και παίζαμε στον δρόμο. Έτσι είχα μάθει. Ανυπομονούσα για τα Σάββατα και τις Κυριακές. Τηλεφωνούσα στον Παναγιώτη και τον Λευτέρη, και τον Γιώργο με τα δύο αδέλφια του και πετούσα από προσμονή όταν δέχονταν και οι πέντε να έρθουν, ενώ μελαγχολούσα όταν όχι, γιατί ποιος ήξερε πότε θα να ξαναβρισκόμαστε. Ήμασταν συγγενικά πνεύματα. Οι γονείς μας ήταν μετανάστες, και οι εφτά είχαμε φτάσει στη νέα χώρα μικροί, κάτω των ένδεκα, όταν οι γονείς μας, όλοι τους σαραντάρηδες ―σαραντάρηδες!― άφησαν πίσω ζωές και πήγαν όπου δεν ήξεραν.
Προσπαθώ να φανταστώ και να μπω στη θέση τους και δεν το καταφέρνω. Ποτέ δεν θα παράταγα σαράντα χρόνια ζωής για να πάω αλλού. Τι να κάνω; Να ξαναρχίσω; Γίνεται; Τώρα, βέβαια, μεγάλος στην ηλικία, ξέρω ότι μια φορά μόνο αρχίζει κανείς.
Ήταν καλύτεροι – σε τόσα ισχυρότεροι, σκληρότεροι. Οι γονείς τείνουν να είναι έτσι.
Τι καλύτερο από το να ζεις σε δρόμο χωρίς έξοδο, με διώροφα σπίτια στις δύο πλευρές, δύο-τρεις οικογένειες στο καθένα, με παιδιά σε πολλά απ’ αυτά, αυτοκίνητα αραγμένα στις άκρες και δέκα-είκοσι παιδιά να παίζουν στο δρόμο κάθε απόγευμα;
Αυτό στην απέναντι γωνία, ήταν ποδήλατο; Ήταν δυνατόν; Εγκαταλειμμένο; Το σήκωσα και το καβάλησα και αμέσως η μπροστινή διχάλα λύγισε προς τη μια πλευρά και με δυσκολία κράτησα το τιμόνι ευθεία. Το σώμα μου ξεφούσκωσε με απογοήτευση σαν συνειδητοποίησα ότι αυτό το θαυμάσιο πράγμα που ποτέ δεν θα αποκτούσα ήταν λιγότερο από τις υποσχέσεις του καινούργιου και από αυτές που ξύπνησαν μέσα μου.
Αποφάσισα να μην ισιώσω το σκέλος γιατί θα έσπαζε και θα έμενα δίχως τίποτα. Βρήκα ότι με ζόρι κατάφερνα να αντισταθώ στην κλίση της μπροστινής ρόδας που τραβούσε και θα ανάτρεπε τα πάντα. Κρατούσα το τιμόνι με το ένα χέρι γιατί με το άλλο κρατιόμουν στα παράθυρα και στις σκεπές αυτοκινήτων να μην πέσω. Δεν ήξερα ισορροπία. Στιγμή τη στιγμή, δειλά και αργά, αμολούσα το χέρι όταν αισθανόμουν λίγη ισορροπία. Πέρασα το καλοκαίρι εκείνο με τα πόδια μελανωμένα και τα αχαμνά, φοβόμουν, καταστραμμένα αφού συχνά έπαιρνα φόρα, έχανα έλεγχο και έπεφτα σε αυτοκίνητα. Πέρασε καιρός να μάθω τι θα πει φρένο και έτσι και αλλιώς το σταμάτημα ήταν τελευταία σκέψη. Στραπατσάρισα και γρατσούνισα αρκετά αυτοκίνητα. Μπελά δεν βρήκα. Πολλοί ιδιόκτητες ήταν μετακινούμενοι που έπαιρναν το τρένο και επέστρεφαν αργά το βράδυ. Οι υπόλοιποι, οι ντόπιοι, σπάνια να βγουν έξω.
Άλλες φορές παίζαμε μπέιζμπολ. Ποτέ δεν είχαμε πραγματικό ρόπαλο – έσπαζα πήχες από τα κιγκλιδώματα και τις ξύλινες σκάλες που πήγαιναν στον τρίτο όροφο και λείαινα γωνίες με σουγιά και στρογγύλευα και μόρφωνα λαβή.
Ο Παναγιώτης προτιμούσε φουτμπόλ. Μερικές φορές όταν βρισκόμασταν και οι εφτά βάζαμε τρεις-τέσσερις παίκτες ανά πλευρά—δεν επέτρεπε άλλους το πλάτος του δρόμου. Αυτός πασαδόρος και εγώ δρομέας.
Έτσι βρήκα την τελειότητα που κουβαλάω ακόμα και σήμερα.
Έχουμε εκφράσεις να εννοούμε ότι είμαστε στη ζώνη, για φυσικά χάη, για γλυκά σημεία και όταν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για κάτι πριν συμβεί και μετά συμβαίνει. Είναι μια διάσταση άλλης ύπαρξης, μια στιγμή που ίσως χαρίζετε από τη Μούσα, και είναι υπεράνω του κόσμου αυτού. Έτρεξα με ύστατη ταχύτητα, πέταξα, ξέφυγα του φύλακά μου, έτρεχα κοιτάζοντας μπροστά, σήκωσα το χέρι και η μπάλα μπήκε στην παλάμη μου. Απαλά και απλά βρέθηκε εκεί.
Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τα μαύρα μαλλιά του Παναγιώτη ήταν άγρια και τα χαρακτηριστικά του ήταν τώρα χαραγμένα και λιπόσαρκα. Μπαινοέβγαινε στη συνείδηση. Ένα μήνα πριν, τυχαία λες και δεν ήταν τίποτα, λες και δεν ήθελε να είναι τίποτα, είπε είχε καρκίνο. Υπήρχε σχέδιο, είπε. «Σχέδιο» λες και όταν εφαρμοστεί, έπεται το αποτελέσματα που σχεδιάζεις.
Η αλήθεια είναι κανείς δεν ξέρει τι επακολουθεί. Θα του έβγαζαν τα δόντια. Βόμβα αυτό. Δεν είχε νόημα. Ο κόσμος καταστράφηκε και η φτώχεια και το Σκοτάδι και η Φθορά κράτησαν αδιάφορη κυριαρχία πάνω σε όλα.
Ζήτησε μια κόκα κόλα και κοίταξα τη νοσοκόμα, που μου έγνεψε. «Αραιώστε τη,» μου είπε, «θα του είναι σκληρή.»
Επτά πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο αλλά έξι ήταν για γυρισμό και κανείς δεν ξέρει πού πάει η αγάπη του θεού ή αν υπάρχει.
Αυτή η τέλεια πάσα, αυτή η χάρη, αυτό το δώρο, αυτή η ενότητα με το σύμπαν είναι μια λεπτή φλοίδα κρεμμυδιού, ένα ανέκδοτο ενός απογεύματος και ενός λεπτού που δεν σημαίνει τίποτα … και σημαίνει το παν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ
Νατάσα Κεσμέτη, Στή λάβρα ἑνός ἀπογεύματος

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα
Ἄν καί ἡ μύτη της ἦταν καλοκαμωμένη τά ρουθούνια της ἦταν πλατιά, ἀνοιχτά πρός τά πλάγια καί παίζανε διαρκῶς τά πτερύγιά τους σάν νά ρούφαγαν μαζί μέ τόν ἀέρα καί μιάν ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἡδονή τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ὀσμισθοῦν, νά ἐντοπίσουν μέ μανία.
Ὅση ὥρα ἡ διήγησή της κρατοῦσε τήν προσοχή τῶν ἀκροατῶν της ἀδιάπτωτη, τά ρουθούνια της κάπως ἡσυχάζανε. Ἀλλά μόλις τά μάτια τῆς ὁμήγυρης παύανε νά στρέφονται πρός τό μέρος της ἀνεξάρτητα ἄν ἐξερευνούσανε τό σῶμα της, τή στάση της, τίς κινήσεις τῶν χεριῶν ἤ τό πρόσωπό της, τά ρουθούνια της ἀρχίζανε ἀστραπιαία νά παίζουνε γρήγορα καί τά χέρια της αὐξάνανε τήν ἔνταση καί τήν ἐκφραστικότητά τῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες συνόδευε τήν διήγησή της.
Ἦταν πολύ παράξενο: ἀπό τή μέση καί κάτω ἔμενε ἀκίνητη στή θέση της, τά πόδια της βιδώνονταν εἴτε ἁπλωμένα εἴτε χαριτωμένα ἀκουμπώντας τό ἕνα πίσω ἀπ’ τ’ ἄλλο στούς ἀστραγάλους σπανίως ἕως ποτέ σταυροπόδι. Ἀπό τή μέση καί κάτω ἦταν μιά ἐξαιρετικά καθωσπρέπει καί ἀπολύτως ἐλεγχόμενη κυρία, γιά τήν ὁποία θά μποροῦσε νά φανταστεῖ ὁ θεατής της πώς ἐπιδείκνυε μ’ ἕναν πολύ ἀξιοπρεπή τρόπο τίς γάμπες της καί κυρίως τά βαμμένα νύχια τῶν ποδιῶν της. Παρά τά χρόνια της τό μεσαῖο τους δάχτυλο στόλιζε ἕνας σχετικά χοντρός, διπλός, ἀσημένιος κρίκος. Θά μποροῦσε ἀκόμα νά κάνει κανείς τή σκέψη πώς θά τῆς εἶχαν χρειαστεῖ πρόβες καί πρόβες ὥσπου νά πετύχει αὐτή τήν συγκεκριμένη ἀξιοπρεπή στάση. Κάθε φορά πού μετακινοῦσε ἔστω καί ἐλάχιστα τίς γάμπες της γιά νά τίς ξεκουράσει ἤ νά ξεμουδιάσει ἡ μετακίνηση γινόταν πολύ ἀνάλαφρα, γιά νά μήν πεῖ κανείς κατά μαγικό τρόπο ἀόρατα.
Αὐτό ὅμως πού συνέβαινε ἀπό τή μέση καί πάνω ἦταν συναρπαστικό. Ὁ κορμός καί κυρίως τά χέρια βρίσκονταν σέ συνεχῆ δραστηριότητα. Ἡ Ναριμά ἦταν μιά χορεύτρια τῆς πολυθρόνας. Ζωγράφιζε στόν ἀέρα ὅλα της τά συναισθήματα καί μαζί αὐτά τῶν ἡρώων τῆς διήγησής της ἐνῶ ταυτόχρονα τά μάτια της ἄλλαζαν σχήμα ἀνάλογα μέ τήν δραματική ἤ κωμική ἐξέλιξη τῶν ἐξιστορούμενων. Στό μεταξύ τά κυνηγιάρικα ρουθούνια της ἀκολουθοῦσαν τό ἔνστικτο πού τά εἰδοποιοῦσε γιά τήν κατάσταση τῶν θηραμάτων: ἄν εἶχαν λασκάρει ἤ παρέμεναν γιά τά καλά μαγκωμένα στήν παγίδα.
Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα ἡ Ναριμά ἀναστέναξε μόλις τῆς ἄνοιξαν τήν πόρτα καί μπῆκε στό θέμα της χωρίς πολλά πολλά:
«Καλά πού σᾶς βρῆκα γιατί θά ἔσκαγα νά μήν τά πῶ»
Τό μεγάλο λάθος τῶν φίλων της ἦταν πώς τό ἀναστατωμένο της ὕφος τούς ξεγέλασε σέ βαθμό νά ἀκυρώσει τήν πεῖρα τους μαζί της και, τό χειρότερο, τούς ἔσπρωξε νά ποῦν ὅ,τι ἀκριβῶς ποθοῦσε ἡ Ναριμά: πώς ἡ ἐμπιστοσύνη πού πάντα τούς δείχνει εἶναι τιμητική γι’ αὐτούς ,ὅπως καί ἡ παλιά τους φιλία πού διαρκεῖ παρά τά τόσο πολλά χρόνια καί τίς ἀλλαγές πού φέρανε στήν ζωή ὅλων τους.
Ἦταν ἕνα καφτό καλοκαιρινό ἀπόγευμα καί ὅλοι πλήττανε θανάσιμα. Στό βάθος τῆς πλήξης τους σάλευε ὡστόσο ἕνας ἀπαίσιος τρόμος καθώς ἡ πόλη ἦταν τριγυρισμένη ἀπό πυρκαγιές. Ὅλα τά πανάρχαια βουνά πού τήν στεφάνωναν κάποτε μέ τά πυκνά τους δασωμένα φαράγγια καί οἱ λόφοι μέ τούς κυπαρρισῶνες, ἐδῶ καί μέρες, λιανίζονταν ἀπό ἀμέτρητες παμφάγες φλόγες.
Ἡ Ναριμά λάτρευε νά ἀναποδογυρίζει τά πράγματα. Ὅταν στά δεκαεννιά της ἐγκαταστάθηκε στή τότε Ροδεσία (καί νῦν Ζιμπάμπουε) τό πρῶτο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό ὄνομά της. Τό ὅτι κατά κάποιο τρόπο τό ἐξισλάμισε, δέν τήν πείραξε καθόλου. Τό ἔβρισκε πιό σύμφωνο μέ τό νέο της περιβᾶλλον κι ἄλλωστε ἀπό παιδί δέν ἦταν καί καμιά ἀφοσιωμένη χριστιανή. Κανείς στό σπίτι της δέν πάταγε στήν ἐκκλησία. Ἄν τήν ἐνδιέφερε κάτι ἦταν τά ἔθιμα σάν εὐκαιρίες γιά συγκεντρώσεις, τίποτα παραπάνω. Οἱ ὀνομαστικές γιορτές ἔτσι κι ἀλλιῶς εἴχανε χάσει κάθε νόημα πρό πολλοῦ στήν ἴδια τήν πατρίδα της, ὄχι στήν Ἀφρική ὅπου δέν βρῆκε καί καμιά ἀξιόλογη κοινότητα. Οἱ περισσότεροι ἦσαν Γάλλοι, Βέλγοι, Ὀλλανδοί.
Ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς ἐπανάστασης ἐκεῖ μετακόμισε μέ τόν ἄντρα της καί τίς ἐπιχει- ρήσεις τους στό Πράσινο Ἀκρωτήρι, τό ἀμέσως ἑπόμενο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό γάμο της. Δέν πῆρε διαζύγιο, γιά νά μή διαταράξει τίς ἤδη ταρακουνημένες ἐπιχειρήσεις τους, ἀλλά ἀποφάσισε νά διατηρήσει τόν τύπο τοῦ γάμου τους ἀκυρώνοντας κάθε οὐσία. Ὁ ἄντρας της βρέθηκε σύμφωνος στόν διακανονισμό γιά δικούς του λόγους. Μπορεῖ νά εἶχε ἐξαντληθεῖ στήν προσπάθεια νά εἶναι πρόθυμος ἀκροατής καί θεατής της, μπορεῖ νά μήν εἶχε καθόλου χρόνο γιά παιγνίδια κανενός εἴδους πιά. Εἶχε νά σώσει πολύ πιό σπουδαῖα πράγματα γι αὐτόν ἀπό ἕναν γάμο πού ἔγινε τόσο νωρίς καί τόσο βιαστικά, ὥστε νά μή δεῖ κανένας τους τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅσα θαμπώνουν τήν πρώτη ματιά. Στήν περίπτωσή του, ἡ Ναριμά τόν εἶχε καθηλώσει ἀπό τή μέση καί κάτω γιά τήν συμμαζεμένη στάση της, τή διακριτική της κομψότητα, τή σεμνότητά της πού ποτέ δέν θά τόν ἔφερνε σέ δύσκολη θέση στή Μαύρη Ἥπειρο. Ἀκόμα καί μετά τό χωρισμό τους, τό ρουθούνισμα τῆς ἀπληστίας της τοῦ ἔμεινε ἀθέατο. Τήν παραδεχόταν ὅμως γιά τήν ἐπιχειρηματικότητά της καί κυρίως γιά τό ἔνστικτό της στίς καλές ἐπενδύσεις.
Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα πού τά βουνά καίγονταν, οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νά ἀμπαρώσουν τά παράθυρα γιά τόν καπνό καί τίς στάχτες, κλείσανε ἐπίσης τόν κλιματισμό, γιατί ἡ ἑταιρεία Ἠλεκτρισμοῦ ἔκανε ἔκκληση γιά οἰκονομία καί μείνανε μέ τούς ἀνεμιστῆρες, ἡ Ναριμά μίλαγε πέντε ὧρες ἀκατάπαυτα.
Στήν πόρτα πρίν φύγει γύρισε καί εἶπε στούς φίλους της:
«Ἐγώ τώρα εἶμαι μιά χαρά. Ξαλάφρωσα ἐντελῶς» καί διέγραψε μέ τά μπράτσα της μιά ἁπλωτή κίνηση σάν τό πλανάρισμα ἑνός γλάρου.
«Ἐσεῖς, δέν ξέρω, μπορεῖ νά χρειάζεστε καί ψυχίατρο!»
Ἦταν ἀντιπαθητική ἡ Ναριμά, ἐπειδή ἤξερε ἀκριβῶς τί θέλει, ποιά ἀκριβῶς εἶναι κάθε φορά ἡ συγκεκριμένη της ἀνάγκη, πῶς νά ἀπαιτήσει τήν ἱκανοποίησή της καί ἀπό ποῦ;;
Ὅταν ξεφούσκωνε ἐντελῶς τό ἀσκί πού κουβαλοῦσε πίσω ἀπό τά ρουθούνια της ὡς μέσα στά πνευμόνια της, ἔπαυε νά κοιτάζει τούς ἀκροατές της. Ἡ ματιά της ἔχανε ὅλη της τή λάμψη, γινόταν θαμπή, σχεδόν θολή. Στύλωνε τά μάτια της ἀφηρημένα στό πάτωμα ἤ μάλλον στά δάχτυλα τῶν ποδιῶν της, καί γιά πολύ λίγο γινόταν ἑνιαία. Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή, ὅσες ὧρες διηγιόταν, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεπεταγόταν ἀπό τά μάτια της, τά χέρια της καί τόν κορμό τοῦ σώματός της. Μήπως ἦταν ἕνα κρυμμένο ταλέντο ὑποκριτικῆς; Μιά ἀνάπηρη ἠθοποιός καθηλωμένη στήν πολυθρόνα, ὑποχρεωμένη νά παίζει μέ ὅλα τά ἄλλα πιθανά καί ἀπίθανα μέσα της;
Ὅταν ὅμως ξεφούσκωνε ἐντελῶς ἀπό ὅλα ὅσα εἶχε στριμωγμένα μέσα της, ἕτοιμα νά μποῦν σέ λόγια καί κάθε λογιῶ τινάγματα ἤ στριφογυρίσματα τῶν ὤμων, ὑψώσεις ἥ σουφρώματα τῶν φρυδιῶν καί κάθε εἴδους ταχυδακτυλουργική κίνηση τῶν μυῶν μέχρι τή μέση της, γινόταν, γιά ὅσο διαρκοῦσε ἡ σιωπή της, ἕ ν α ς ἄνθρωπος.
Δέν τήν ἐνδιέφερε καθόλου πιά ἄν ἀποσποῦσε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν της, ἄν μονοπωλοῦσε τήν προσοχή τους ἀνεβαίνοντας ἄπληστα μιά δική της προαποφασισμένη καί χιλιοδοκιμασμένη κλίμακα ὥσπου νά τούς φέρει στήν κορύφωση: τό δικό της κρεσέντο· νά τούς νιώθει κυριολεκτικά κρεμασμένους ἀπό πάνω της.
Ἀλλά ὅταν ἔπαυε ὁριστικά, τό κάθε τι πάνω της ἔμοιαζε νά πέφτει πρός τά κάτω, πρός τά κεῖ πού κοίταζαν μ’ ἕνα νεκρό βλέμμα οἱ βολβοί τῶν ματιῶν της. Αὐτό κρατοῦσε ἐλάχιστα ,ἀλλά ἀρκετά γιά νά δεῖ κανείς ἕνα ἄδειασμένο σακκί ριγμένο στήν πολυθρόνα, ἐκεῖ πού πρῶτα μιά ὁλόκληρη παράσταση, καί μάλιστα πρεμιέρα, δοξαζόταν.
***
Τό λάβρο ἀπόγευμα τό εἶχε διαδεχτεῖ μιά ἀνυπόφορη νύχτα. Λίγο πρίν τούς καληνυχτίσει ἡ Ναριμά εἶπε:
«Τί τυχερή πού ἤμουνα νά σᾶς βρῶ. Θά ἔσκαγα μόνη μου μέ τέτοια κάψα. Ἄν καί μοῦ φαίνεται πώς σᾶς ἔφερα τό ποδήλατο στό κεφάλι» – καί ἔσκασε στά γέλια.
Κοιτάχτηκαν ἀπορημένοι, ἀλλά δέν τολμοῦσαν νά ρωτήσουν μήπως καί ἀρχίσει, ἐκεῖ στήν ἔξοδο ἀνάμεσα στά σύννεφα τοῦ καπνοῦ πού ὅρμαγαν πάνω στήν πόλη καί στίς στάχτες πού ἔβρεχε ὁ οὐρανός, νά μιλάει γιά ἄλλες πέντε ὧρες.
Κάποτε σταμάτησε τό νευρικό της γέλιο καί εἶπε:
«Ἧταν σάν τώρα καλοκαίρι. Δυό φίλες μου πού ἦσαν καί συγγενεῖς μου τρέχανε μ’ ἕνα ξύλινο ποδηλατάκι πότε ἡ μιά πότε ἡ ἄλλη στό πεζοδρόμιό μας. Καθισμένη στό σκαλοπάτι τοῦ σπιτιοῦ μου, τίς κοίταζα χαυνωμένη καί πέθαινα ἀπό ζήλεια, ἀλλά ἀκόμα κι ἄν μέ σκότωναν δέν θά καταδεχόμουν νά παρακαλέσω γιά μιά βόλτα. Τότε ἡ πιό μικρή, πού ἦταν μεγάλη τσούχτρα, εἶπε στήν ἄλλη ξαφνικά δείχνοντάς με:
– Ἄς δώσουμε καί σ’ αὐτό τό κακόμοιρο νά κάνει μιά βόλτα …
Τ ό κ α κ ό μ ο ι ρ ο !
Πετάχτηκα, καί ,πρίν προλάβει καμιά τους νά κάνει κίχ, ἅρπαξα τό ποδηλατάκι καί τό ἀναποδογύρισα στό κεφάλι τῆς μικρῆς. Τόσπασα στό κεφάλι της, καί ἤμουνα τόσο εὐχαριστημένη πού συνέχισα νά τήν κλωτσάω μέ λύσσα, χωρίς νά δίνω τήν παραμικρή σημασία στό χαμό πού γινόταν γύρω μου.»
Τίναξε τό κεφάλι πρός τά πίσω κοκέτικα καί τούς γύρισε τήν πλάτη, χωρίς νά δώσει καμιά σημασία πού τούς εἶχε ἀφήσει ἄφωνους μέσα στίς καπνιές.
«Τί Ναριμάν καί ἌχουραΜάσδα!», ξέσπασε τή φούρκα του ὁ ἕνας φίλος της ξαφνικά.
«Ζωροάστρης θά γίνω στό τέλος… Τό Μαρινάκι, μιά ζωή μᾶς περνάει ψιλό γαζί»!
Καί κλώτσησε φρενιασμένος τίς στάχτες μέ τά πέδιλά του.
Σύρα, 17/07/2007- Ἀθήνα, Μάης 2020
Ηρώ Νικοπούλου, Το δίλημμα

~ . ~
Όλη η ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το ατύχημα του Λουκά, όταν μια Τρίτη απόγευμα ο Παύλος αφού αγόρασε μια ωραιότατη μονογραφία για τον Βέρντι, δώρο για τον φίλο του, χτύπησε το κουδούνι της οδού Δροσοπούλου 22. Του άνοιξε η Βίβιαν, φορούσε μια ελαφριά μεταξωτή ρόμπα, είχε μια ροζ αυλακιά στο δεξί μάγουλο και τα μάτια της ήταν πρησμένα από τον ύπνο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, αν και ο καθένας για διαφορετικό λόγο.
— Δεν φανταζόμουν ότι θα κοιμόσαστε ακόμα, είχα πει στο Λουκά ότι θα περάσω κατά τις έξι…
— Από πού του είπες ότι θα πέρναγες;
— Μα, από ‘δω φυσικά, αφού προχθές βγήκε από το νοσοκομείο. Μη μου πεις ότι ξεπόρτισε κιόλας!
— Όχι, δεν μπορεί· άλλωστε του το έχουν απαγορεύσει εντελώς μέχρι να βγει ο γύψος.
— Τότε; Ο Παύλος πίεσε την παλάμη του στην κάσα της εξώπορτας ανήσυχος.
Η Βίβιαν συνέχιζε να του φράζει την είσοδο με το σώμα της, στο τέλος είπε κοιτώντας το χαλάκι της εισόδου:
— Δροσοπούλου 28. Εκεί θα τον βρεις.
— Μα εκεί μένει η μητέρα του.
— Ε, ναι, εκεί.
— Βίβιαν, είναι καλά ο Λουκάς, τί συμβαίνει;
— Τίποτα καινούργιο Παύλο, τίποτα καινούργιο! Και απορώ δηλαδή που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Εκτός, τι να πω, εκτός κι αν πράγματι δεν ξέρεις τίποτα, εκτός και κρύβεται κι από σένα ακόμα.
— Τι να μου κρύβει, εσείς είσαστε μια χαρά μεταξύ σας μέχρι προχθές. Με μπερδεύεις…
— Άσε, τίποτε, ρώτα τον ίδιο. Με συγχωρείς που δεν σου λέω τόσην ώρα να περάσεις, αλλά, ξέρεις, ήμουν στο μπάνιο, άλλωστε όπως σου είπα σήμερα είναι Τρίτη και ο Λουκάς δεν είναι εδώ.
Ο Παύλος στην διαδρομή από το ένα σπίτι στο άλλο, άρχισε να υποψιάζεται διάφορα. Λίγα λεπτά αργότερα η γηραιά κυρία με το κομοδινί μαλλί άνοιγε με θριαμβευτικό χαμόγελο την πόρτα της Δροσοπούλου 28.
— Επιτέλους! Καλώς τον, σε περιμέναμε. Ο φίλος σου είναι περδίκι, λεβεντιά μετά από τέτοιο τρακάρισμα! Θηρίο σου λέω, αλλά έτσι είμαστε εμείς, γερή φύτρα! Πέρασε, πέρασε.
Ο Παύλος όρμησε στο δωμάτιο του Λουκά, του πέταξε περίπου τον Βέρντι στο κεφάλι και με γουρλωμένα μάτια φώναξε:
— Τί δουλειά έχεις εσύ εδώ;
— Πώς κάνεις έτσι, ηρέμησε! Έλα κάθισε, μόνο πρόσεξε το γύψο, είπε ο Λουκάς παραμερίζοντας το πάπλωμα στην άκρη του κρεβατιού του.
Ο Παύλος παρέμενε όρθιος με τα χέρια στις τσέπες και τα πόδια ανοιχτά σαν καραβοκύρης σε τρικυμία.
— Μα γιατί, από πότε συμβαίνει αυτό;
— Σιγά μη μετράω…
— Καλά και η Βίβιαν τί λέει, δεν την πειράζει;
— Τι να την πειράξει μωρέ, μετά από είκοσι χρόνια γάμου!
— Τι σχέση έχουν τα χρόνια γάμου; Άλλωστε, αν κρίνω από το ύφος της αυτό το χούι εσύ πρέπει να το έχεις καιρό.
Ο Λουκάς ανασήκωσε βαριεστημένα τους ώμους του στρογγυλεύοντας τα χείλη.
— Δηλαδή μπορεί και από την αρχή;
Ο Παύλος στραβοκάθησε στην άκρη του κρεββατιού και συνέχισε συγχυσμένος ενώνοντας προσεκτικά τις παλάμες του.
— Γιατί δεν μιλάς, Συγνώμη, ξέρεις πολλούς που ζουν με τη μάνα τους ενώ είναι παντρεμένοι;
— Ε, καλά τώρα, υπερβολές. Ζω με τη μάνα μου! Δεν ζω με τη μάνα μου, απλώς εδώ είμαι πιο άνετος, έχω ζωτικό χώρο, δουλεύω καλύτερα, με φροντίζει, τους χυμούς μου, την ησυχία μου. Άλλωστε δυο φορές την εβδομάδα πάω κι απ’ το άλλο σπίτι.
— Α, δεν πας καλά!
— Υπερβάλεις, υπερβάλεις, ούτε η Βίβιαν δεν ασχολείται πλέον.
— Δεν ασχολείται, γιατί μάλλον την έχεις πρήξει πλέον, δεν το καταλαβαίνεις;
Ο Λουκάς άλλαξε συζήτηση. Δεν του άρεσε να μιλάει για το παράξενο δίπορτο της ζωής του, πάτησε το play και δυνάμωσε τον ήχο.
— Άκου αυτό, εχθές το ‘γραψα, του είπε και άρχισε να μαεστράρει στον αέρα.
— Ρε μπαγάσα, δε σε καταλαβαίνω, επέμεινε ο Παύλος Τουλάχιστον να ‘τανε γκόμενα, να πω χαλάλι και δίπορτο και τρίπορτο, που λέει ο λόγος. Αλλά να ζεις με τη μάνα σου πενή-ντα χρονών άνθρωπος! Τότε τι την παντρεύτηκες την άλλη;
Ο κλινήρης μαέστρος σιωπούσε εκκωφαντικά. Ο Παύλος τον κοιτούσε λοξά σκεπτικός ζυγίζοντας προσεκτικά τις λέξεις που θα ξεστόμιζε. Μετά υψώνοντας τη φωνή του λίγο πάνω από τις νότες, είπε με δήθεν εξομολογητικό ύφος.
— Ξέρεις μερικές φορές μου ‘ρχονται κάτι περίεργες σκέψεις, κάτι διλήμματα αβυσσαλέα.
— Τι αβυσσαλέο, λες; χαχάνισε τώρα ο Λουκάς χαρούμενος για την στροφή της κουβέντας σε άλλο θέμα.
— Θα σου πω, χαμήλωσε λίγο τον ήχο.
— Ορίστε, ακούω.
— Να λέω, μερικές φορές όταν αισθάνομαι την ύπαρξη του κινδύνου, της απώλειας, του θανάτου…
— Μωρέ, τι ωραία συντροφιά που είσαι! Ό,τι πρέπει για να ξεπεράσω το μετατραυματικό μου σοκ!
— Όχι, άκου… λοιπόν, σκέφτομαι αν γινόταν, ας πούμε, μια καταστροφή και μπορούσα να διαλέξω εγώ ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει· ποιόν θα έσωζα;
— Ε, ποιόν θα έσωζες;
— Εδώ είναι, δεν ξέρω, πολύ δύσκολη απόφαση. Γιατί εσύ ξέρεις; Δηλαδή, αν σου χτύπαγε την πόρτα ο Μεγάλος κι έπρεπε να διαλέξεις, για παράδειγμα, τη Βίβιαν ή τη μάνα σου, τί θα διάλεγες, ξέρεις;…
Τον κοιτούσε καρτερικά στριφογυρίζοντας έναν αναπτήρα.
Το κεφάλι του Λουκά βούτηξε απότομα κάτω από τα σκεπάσματα ψάχνοντας για ένα δεύτερο cd. Πρέπει να κράτησε την αναπνοή του όσο όταν έπεφτε για ψαροντούφεκο. Όταν αναδύθηκε ήταν κατακόκκινος.
— Λοιπόν, ξέρεις; Επέμεινε ο Παύλος.
Ο Λουκάς κοιτώντας πάνω από τα γυαλιά του τα ψιλά γράμματα του εξωφύλλου ψιθύρισε με σταθερή φωνή.
— Εγώ, ξέρω. Δίνω, άλλωστε, εδώ και χρόνια την ίδια απάντηση πέντε ημέρες την εβδομάδα.
ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το υπερτιμημένο νεοελληνικό διήγημα
του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ
Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι στην Ελλάδα το φόρτε μας είναι το διήγημα. Μπορεί στον τομέα του μυθιστορήματος να μην τα καταφέρνουμε και τόσο καλά, για ποικίλους λόγους, αλλά στις μικρές αφηγήσεις είμαστε εξπέρ.
Όταν επιχειρούμε ιστορικές ανασκοπήσεις του ελληνικού διηγήματος, ξεκινάμε συχνά την προσέγγισή μας με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, περνάμε στον Βουτυρά, τον Ξενόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Μητσάκη, τον Νιρβάνα, συνεχίζουμε με Χατζή, Γονατά, Χάκκα, Γιώργο Ιωάννου, και φτάνουμε σταδιακά μέχρι τους σύγχρονούς μας διηγηματογράφους. Συνήθως τραβάμε μια νοητή γραμμή με πρόθεση να ενώσουμε όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αφηγηματικές τάσεις και φωνές. Αγωνιούμε να αποδείξουμε μια ομαδοποίηση, μια ομοιογενοποίηση που καταδεικνύει ενδεχομένως την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού διηγήματος. Αυτή η συνέχεια δεν έχει να κάνει φυσικά με μορφικά, ιδεολογικά, αισθητικά ή τεχνικά ζητήματα, όσο με μια ακκίζουσα βεβαιότητα ότι το επίπεδο στο ελληνικό διήγημα είναι πάντοτε υψηλό. Σίγουρα υψηλότερο από αυτό του μυθιστορήματος, όπως είπαμε. Στο μυαλό όλων μας αντηχεί εκείνη η κοινωνιολογικής προέλευσης ερμηνεία που διατείνεται ότι οι Έλληνες δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπρέψουν στο μυθιστόρημα επειδή δεν είχαν να επιδείξουν αστικό πολιτισμό. Για κάποιον παράξενο λόγο θεωρούμε ότι το διήγημα προσιδιάζει καλύτερα στην επαρχιακή – αγροτική κουλτούρα και αντίληψη για τη ζωή, από την οποία, υποτίθεται, είμαστε διαποτισμένος ως λαός ακόμα και σήμερα. (περισσότερα…)
Έφη Δήμου, «Τέλειο!»
«Τέλειο!»
Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.
Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.
ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ
(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)
Τάκης Κουφόπουλος, Το δωμάτιο
[Το διήγημα «Το δωμάτιο» του Τάκη Κουφόπουλου που αναδημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Εκδοχές (Κέδρος, Αθήνα 1973), σελ. 23-31. Το Νέο Πλανόδιον κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Κουφόπουλου, που έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Προηγήθηκε μια ανασκόπηση από τον Γιώργο Πινακούλα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ένα κείμενο του Θανάση Γαλανάκη για τον ποιητή Τάκη Κουφόπουλο και μια ανθολόγηση από το ποιητικό του έργο. Ν.Π.]
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
του ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ
Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι στρογγυλό. Χωρίς έπιπλα. Μονάχα µε τις δυο βαθιές πολυθρόνες στο κέντρο του, τη µια ακριβώς απέναντι στην άλλη.
Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι πολύ καθαρό. Ο αέρας µυρίζει απολυµαντικό. Το πάτωµα γιαλίζει. Οι πολυθρόνες, πατώντας στα ανάποδα είδωλά τους, αιωρούνται στο κενό.
Είναι κι οι δυο χωµένοι στις πολυθρόνες. Τα κεφάλια τους στηρίζονται στα ερεισίνωτα. Τα πόδια τους τεντωµένα µπροστά σχεδόν ακουµπούν. Τα χέρια τους, στα πλάγια, κρέµουνται προς τα κάτω, µε τα δάχτυλα κλεισµένα.
Δεν κινούνται. Μόνο εκείνος ανοίγει πότε-πότε τα µάτια, αλλά αµέσως τα ξανακλείνει. Εκείνη δεν ανοίγει τα µάτια ποτέ. Μόνο το στόµα, κάθε τόσο, και αναπνέει.
Ο κυλινδρικός τοίχος είναι κόκκινος. Ένας µακρύς επίδεσµος τον επιδένει. Αρχίζει από το πάτωµα και ανεβαίνει κυκλικά, επικαλυπτόµενος κάθε φορά, µέχρι το ταβάνι. Ο επίδεσµος είναι νοτισµένος.
∆εν υπάρχουν πόρτες ή άλλα ανοίγµατα. Μονάχα ένα τζάµι παραθύρου, κρεµασµένο. Στο ύψος στήθους. Πάνω του είναι ζωγραφισµένο ένα κλαδί.
Ξαφνικά ανασηκώνονται κι οι δυό ανοίγουνε τα µάτια κοιτάζονται ανοίγουνε τα στόµατα…, γέρνουνε λίγο ο ένας προς τον άλλον ανοίγουν περισσότερο τα στόµατα…, βάζουνε τις παλάµες στα γόνατα τα σφίγγουν ανοίγουν όσο παίρνει τα στόµατα…, µαζεύουνε τα πόδια –τα παπούτσια ακουµπούν στις πολυθρόνες οι αστράγαλοι ενώνονται– βήχουν καθαρίζουν το λαιµό τους ανοίγουν πάλι τα στόµατα…, πετάγονται όρθιοι πλησιάζουν σκουπίζουν τις παλάµες µέσα έξω από το έγκληµα τις φέρνουνε χωνί µπροστά στα στόµατα…
Το ταβάνι ολόκληρο είναι µια πλάκα ρολογιού. Χωρίς αριθµούς ή διαιρέσεις. Στο κέντρο της, οι δύο δείχτες –ο ένας των λεπτών ο άλλος των δευτερολέπτων–, δύο µακρόστενες µεταλλικές λεπίδες πολύ καλά ακονισµένες, περιστρέφονται µε σταθερή ταχύτητα. Κάθε φορά που συναντιώνται, οι κόψεις τους σέρνουνται η µία πάνω στην άλλη, βγάζοντας διαπεραστικό ήχο. Η υπόλοιπη διαδροµή τους είναι αθόρυβη.
Εκείνη είναι ξαπλωµένη στην πολυθρόνα, το κεφάλι της προς τα πίσω. Κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος είναι σκυµµένος προς το µέρος της, της λέει. Τα χείλη του κινούνται ρυθµικά, λόγια άφωνα βγαίνουν. Σε λίγο σηκώνεται, σκύβει πάνω της, το στόµα του ακουµπά το δικό της, τα χείλη του εξακολουθούν να κινούνται. Εκείνη κάθε τόσο καταπίνει. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι και κάνει εµετό.
Ο δείχτης των λεπτών δεν φτάνει τον επίδεσµο. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που είναι πιο µακρύς, χώνεται µέσα του, γυρίζει στις ελικώσεις του, βιδώνει, από πάνω προς τα κάτω. Το ταβάνι σιγά-σιγά κατεβαίνει.
Εκείνος είναι καθισµένος στο πάτωµα δίπλα στην πολυθρόνα της. Το χέρι του απλωµένο µπροστά, µε το δάχτυλο τεντωµένο, δείχνει. Εκείνη, ανασηκωµένη, µε το βλέµµα προς την κατεύθυνση, παρακολουθεί. Το χέρι του σε λίγο στρέφεται δεξιότερα και πάλι δείχνει. Εκείνη πάλι παρακολουθεί. Το χέρι του εξακολουθεί να στρέφεται κατά διαστήµατα γύρω να δείχνει. Εκείνη πάντα παρακολουθεί. Τέλος ο κύκλος κλείνει, το χέρι του που τρέµει αρχίζει να λυγίζει και να κατεβαίνει. Εκείνη κλείνει τα μάτια παύει να παρακολουθεί. Ξαφνικά το χέρι του σταµατά, ξανασηκώνεται µε δύναµη, τεντώνεται –τα κόκαλά του τρίζουν– και δείχνει –εκείνη ανοίγει διάπλατα τα µάτια– δείχνει, ακριβώς εκείνη· στο στήθος· εξ επαφής. Οι λεπίδες ξύνονται µια φορά δυο φορές. Εκείνη κλείνει αργά τα µάτια και σωριάζεται στο πλάι της πολυθρόνας.
Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, το ύψος του δωµατίου λιγοστεύει, η πίεση του αέρα αυξάνει.
Εκείνος είναι γονατισµένος µε το πρόσωπο χωµένο ανάµεσα στα γόνατά της. Εκείνη έχει γείρει, το κεφάλι της βρίσκεται πάνω απ’ το δικό του. Τα µακριά µαλλιά της ριγµένα γύρω του τον σκεπάζουν τελείως µέχρι τους ώµους. Κάτω απ’ τα µαλλιά τα δάχτυλά της, τυλιγµένα στο λαιµό του, σιγά σιγά τον πνίγουν.

Περπατούν πέρα δώθε πολύ γρήγορα. Οι τροχιές τους συναντώνται τα σώµατά τους χτυπούν µε δύναµη πέφτουνε κάτω σηκώνονται αρχίζουν πάλι να περπατούν ξαναχτυπούν ξαναπέφτουν ξανασηκώνονται –ο βρυγµός των κόψεων ακούγεται κατά ορισµένα διαστήµατα– αυτοί εξακολουθούν να περπατούν όλο και πιο γρήγορα και να συγκρούονται όλο και πιο δυνατά, µια αιµάτινη γραµµή πίσω απ’ τον καθένα σηµαδεύει την πορεία του πάνω στο παρκέ, οι πορείες είναι ζικ-ζακ, εκεί που διασταυρώνονται, τα δύο αίµατα ανακατεύονται, αφρίζουν, απ’ τους αφρούς σχηµατίζονται παιδιά, αυτοί όπως περπατάνε τα πατούν, τα παιδιά ακρωτηριασµένα τρέχουνε προς τους τοίχους, σκαρφαλώνουν στους επιδέσµους, σηκώνουνε τους επιδέσµους µπαίνουνε από κάτω και κρύβονται. Οι τοίχοι γεµίζουν.
Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, οι µουσκεµένοι επίδεσµοι στάζουν, το πάτωµα πληµµυρίζει.
Εκείνος είναι ξαπλωµένος κάτω ανάσκελα. Εκείνη τον πατά µε το πέλµα στο στήθος. Με τις παλάµες της κρύβει το πρόσωπο. Κλαίει. Στον τοίχο, τα παιδιά, ανασηκώνουν τους επιδέσµους, βγάζουνε τα κεφάλια την κοιτούν, βγάζουν και τα µικρά τους χέρια τεντωµένα –τα χέρια είναι από µέταλλο µυτερά– την δείχνουν. Εκείνη βλέπει τα κεφάλια, τρέχει, πέφτει πάνω στον τοίχο κι αρχίζει ένα-ένα να τα φιλά. Τα µυτερά µεταλλικά χέρια µπήγονται στο στήθος της κάθε φορά. Εκείνη ξεκαρφώνεται από τη µια θέση και καρφώνεται φιλώντας στην επόµενη.
Ο δείχτης των δευτερολέπτων που βιδώνει στους επιδέσµους κόβει ένα-ένα τα κεφάλια των παιδιών. Η στάθµη του αίµατος στο πάτωµα ανεβαίνει.
Εκείνος είναι καθισµένος. Έχει γυρίσει την πολυθρόνα του προς το τζάµι. Κοιτάζει. Τα φύλλα του κλαδιού είναι κίτρινα. Σε κάθε ξύσιµο των κόψεων κουνιούνται έπειτα αρχίζουν ένα ένα και πέφτουν. Σε λίγο το κλαδί μένει γυμνό. Αυτός εξακολουθεί να κοιτάζει.
Εντωµεταξύ το ταβάνι κατεβαίνει, ο δείχτης των δευτερολέπτων φτάνει στο πάνω µέρος του τζαµιού κι αρχίζει να το κόβει σε οριζόντιες φέτες πολύ λεπτές. Εκείνος τότε πετάγεται αµέσως όρθιος, πιάνει το τζάµι µε προσοχή και το ξεκρεµάει. Από κάτω δεν υπάρχει επίδεσµος, έχει σαπίσει. Αυτός φέρνει το τζάµι απέναντι, σκύβει και προσπαθεί να το κρεµάσει πιο χαµηλά. Ξαφνικά, ένα απότοµο κατέβασµα του ταβανιού, που έγινε µε κρότο, τον σταµατά. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που συγκρατούσε το ταβάνι πατώντας στις ελικώσεις των επιδέσµων, φτάνοντας τώρα στο µέρος του τζαµιού, βρίσκεται στο κενό. Το ταβάνι αµέσως, µε όλο του το βάρος, πέφτει. Ο δείχτης των δευτερολέπτων µόλις προφταίνει πάλι να το σταµατήσει πιάνοντας απέναντι, δυο τρεις ελικώσεις πιο κάτω. Το πήδηµα του ταβανιού επαναλαµβάνεται, αυτός γυρίζει γρήγορα πίσω και προσπαθεί να βάλει το τζάµι στην ίδια θέση, το τζάµι δεν µπαίνει, οι πτώσεις του ταβανιού εξακολουθούν, αυτός προσπαθεί, το τζάµι ραγίζει σπάζει, το ταβάνι πλησιάζει, αυτός πετάει τα υπολείµµατα του τζαµιού –πλέουν για λίγο στην επιφάνεια του αίµατος και έπειτα βουλιάζουν– τρέχει σ’ εκείνην που είναι στην πολυθρόνα την αρπάζει από το χέρι τη σηκώνει όρθια και την αγκαλιάζει. Τα κόκαλά της διαλύονται και σκορπίζουν.
Το ταβάνι πέφτει πάνω στην επιφάνεια του αίµατος που ανεβαίνει, µε παφλασµό.
ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής
του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ
Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.
«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».
«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.
«Στον Ορχομενό».
«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».
Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».
«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».
Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».
Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.
Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.
«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».
Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.
Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.
«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)
Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ
Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.
Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.
Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.
Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»
Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.
Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.
Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)
Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)
*
Συνέχεια από το πρώτο μέρος
~.~
Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα
~.~
5
Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.
Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;
Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.
Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.
Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.
Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου». (περισσότερα…)






