Η κυρία Μποδογάκη

της ΔΙΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

~.~

«Άλλη μια μέρα χωρίς ήλιο. Μουντή και κατσούφικη σαν τη ζωή μου» μουρμούρισε η Λίτσα, καθώς σήκωνε τα δαντελωτά κουρτινάκια και αντίκριζε την ομίχλη να αιωρείται πάνω από τα σπίτια της γειτονιάς και τις αγριοκαστανιές της  αλέας απέναντι στον πεζόδρομο. Από τότε που έχασε την Άννα, η ζωή της έγινε άχρωμη. Όλα γκρεμίστηκαν μονομιάς σε λίγα δευτερόλεπτα κι αυτή έπρεπε να συνεχίσει να ζει μόνη, προσπαθώντας να βρει νόημα στη ζωή της. Τον πρώτο καιρό, έμεινε κλεισμένη  στο σπίτι για πολλούς μήνες. Δεν άνοιγε την πόρτα σε κανέναν κι έκλαιγε ασταμάτητα. Ήταν φθινόπωρο κι άκουγε το κλάμα της βροχής και προσπαθούσε να μετρήσει τις σταγόνες απ’ τα δάκρυα του ουρανού. Τα δικά της δάκρυα ωστόσο θα κυλούσαν αστείρευτα για πολλούς μήνες ακόμη.

Από το παράθυρο του καθιστικού διέκρινε δυο άντρες κάτω από τα σύννεφα της ομίχλης. Προχωρούσαν με βήματα σταθερά μπροστά από την αυλή της. Φορούσαν μαύρα ρούχα σαν τα δικά της και στα χέρια τους βαστούσαν τσάντες. Η Λίτσα παρατήρησε ότι στη βεράντα της Βάγιας, της κοντινότερης γειτόνισσας (τα σπίτια τους ήταν κολλητά), η Ρόξι γάβγιζε δυνατά και χοροπηδούσε πίσω από τα κάγκελα, σαν να ήθελε να ορμήσει στην αυλή της. Βιαστικά φόρεσε τη ζακέτα της και έτρεξε να ανοίξει στους επισκέπτες.

Οι άντρες μπήκαν μέσα σαν άνεμος. Σαν άνεμος ζεστός και γλυκός, σκέφτηκε η Λίτσα και χαμογέλασε που τράβηξαν  στο καθιστικό της κατευθείαν, λες και γνώριζαν ήδη τον χώρο.

«Να σας φέρω γλυκό κερασάκι; Είναι το μόνο που έχω από τότε που…»

«Δεν έχουμε χρόνο» είπαν εκείνοι κι έριξαν κάτω τις τσάντες τους, πάνω στο χαλί με τα μακριά κρόσσια. Έβγαλαν από μέσα σφυριά, τανάλιες, κατσαβίδια κι έναν σιδερένιο λοστό. Μάλλον θα ήταν υδραυλικοί, σκέφτηκε η Λίτσα. Η βρύση στο μικρό μπάνιο έσταζε εδώ και τρεις μέρες. Α, και η βρύση στην κουζίνα σφύριζε όταν την άνοιγε με δύναμη, ενημέρωσε τους άντρες, καθώς έτρεχε από πίσω τους χαμογελαστή και πρόθυμη να βοηθήσει όπως μπορούσε. Μακάρι, μετά τη δουλειά να κάθονταν να φάνε όλοι μαζί το παστίτσιο που είχε στο ψυγείο από χθες. Ένα ολόκληρο ταψί άγγιχτο, γιατί πώς να το φάει μονάχη της;

Το βλέμμα της καρφώθηκε πρώτα στα μαύρα γάντια των αντρών και μετά στους μάλλινους σκούφους που έκρυβαν το μέτωπό τους. Ο ένας από τους δυο έβγαλε τον σκούφο του και τα μαλλιά του πετάχτηκαν έξω πυκνά σαν θάμνος. Είχε φαρδύ μέτωπο και βαθουλώματα στα μάγουλα. Ο άλλος φαινόταν πιο αδύνατος και είχε το ένα μάτι μισόκλειστο με το φρύδι γερτό, λες κι ήθελε να αγκαλιάσει το δεξί βλέφαρο.

Τον κοίταξε διακριτικά και έφερε στον νου της τον Τάκη. Το ένα του φρύδι κατεβασμένο, σχεδόν άγγιζε το δεξί του μάτι.

«Πού έχεις μία σκάλα;» Η φωνή του άντρα με το κατεβασμένο φρύδι ακούστηκε σιγανή, παρόμοια με τη φωνή του Τάκη. Όπως τότε που μίλησαν για πρώτη φορά έξω από την αίθουσα αναμονής στο ΚΤΕΛ.  Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι στο χρώμα της πιο βαθιάς νύχτας και λευκό πουκάμισο, μεταξωτό. Το χιονάτο πουκάμισο έμοιαζε να έρχεται σε αντίθεση με την κιτρινωπή, μάλλινη φανέλα που φαινόταν ανάμεσα από τα ανοιχτά κουμπιά.

«Καλέ κύριε, ένα λεπτό! Σας έπεσε το πεντοχίλιαρο», φώναξε τη στιγμή που  οι πόρτες του λεωφορείου, μπροστά της στον διάδρομο «3», έκλεισαν με κρότο. Το λεωφορείο πήρε τον δρόμο για την Αθήνα. Η ίδια θα έφευγε με το επόμενο. Σε μία ώρα κι ένα τέταρτο. Ο καπνός από την εξάτμιση τής προξένησε βήχα. Το πρόσωπό της γιόμισε με περισσότερα δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, έτρεξε πίσω από τον άντρα με το μαύρο κουστούμι και τα γκρίζα μαλλιά. Ασθμαίνοντας, έσερνε τη βαλίτσα της.

Τα μάτια του, το ένα το ανοιχτό και το άλλο το μισόκλειστο, ακουμπούσαν πάνω της στοργικά όσο εκείνη μιλούσε. Του εξηγούσε πώς είδε  να ανεμίζει μπροστά στα πόδια της ένα πεντοχίλιαρο που έπεσε απ’ τη τσέπη του σακακιού του, έτσι όπως τράβηξε έξω το λευκό του μαντήλι. Του είπε ακόμη  πώς η ίδια καθόταν στη στάση και σκούπιζε τα δάκρυά της, γιατί σε μία ώρα θα έπαιρνε το λεωφορείο για να πάει στην πρωτεύουσα. Από εκεί θα πήγαινε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο να βγάλει εισιτήριο για τα ξένα όπου δούλευαν οι ξαδέρφες της. Όλα τού τα είπε μονομιάς. Κι αυτός της χαμογέλασε  με ένα διάπλατο, φωτεινό χαμόγελο.

«Κράτησέ το για το ταξίδι σου, κοπέλα μου. Θα σου χρειαστεί.»

Τα χρειαζόταν αυτά τα λεφτά όσο τίποτε άλλο.  Θα ταξίδευε και μετά θα περίμενε στο ΚΤΕΛ να ξημερώσει για να πάει στο ταξιδιωτικό γραφείο στην Ομόνοια. Είχε πάει αρκετές φορές στην Αθήνα, τη γνώριζε καλά – τους δρόμους, τον θόρυβο. Δεν ήξερε αν της άρεσε. Όσο ζούσε η θεία Κούλα πήγαινε και την έβλεπε. Και η θεία τη μάζευε κοντά της. Μετά που πέθανε η θεία κι άφησε το διαμέρισμα στη Δήμητρα, σε μια ανιψιά του άντρα της, δεν ξαναπήγε στην πρωτεύουσα. Τώρα όμως μέχρι να φύγει στην ξενιτιά, θα την φιλοξενούσε η Δήμητρα στο σπίτι της θείας Κούλας – αυτό που κάποτε ονειρευόταν να κληρονομήσει η ίδια.

«Ορίστε, κύριε. Είναι πολλά λεφτά. Κι είναι δικά σας»

«Ω, δεν είναι τίποτα. Κράτησέ το.»

Το έσφιξε στην παλάμη της κι ένιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη. Μαζί με τις ευχαριστίες της του εξέφρασε και την πίκρα της που θα έφευγε για πάντα σε ξένα μέρη, μακριά από τον τόπο της.

«Είναι πολύ όμορφα εδώ. Αλλά πώς να ζήσει μια γυναίκα μόνη, χωρίς δουλειά;»

Ο Τάκης έσφιξε τα χείλη και ανασήκωσε ελαφρά το μισοπεσμένο βλέφαρο. Έδινε την εντύπωση ότι κοίταζε πέρα μακριά τις κορφές των βουνών. Ήταν Δεκέμβρης. Χειμώνας στη φύση και στην καρδιά της, έτσι όπως και τώρα.

Η γαλήνια και ήρεμη στάση του την είχε συγκινήσει.

«Πρέπει να πάω στο μαγαζί» είπε κι έκανε δυο βήματα. Μα πριν κάνει το επόμενο, στάθηκε και της πρότεινε –πάλι με ήρεμη φωνή–, να πιούνε ένα καφέ και να συζητήσουνε το πρόβλημά της  στο καφενείο του σταθμού μετά που θα τελείωνε τις δουλειές στο κατάστημά του, στις πέντε και τέταρτο.

Στις πέντε και τέταρτο συναντήθηκαν και πάλι. Το τελευταίο λεωφορείο για την Αθήνα είχε φύγει. Η Λίτσα θα έπαιρνε το πρώτο λεωφορείο την επόμενη μέρα. Κανείς δεν την πίεζε. Άλλωστε, είχε χρόνο μπροστά της να ξανασκεφτεί για το ταξίδι στον Καναδά. Τώρα είχε περισσότερο ανάγκη να μιλήσει με κάποιον, να του αποκαλύψει τους φόβους και τα διλήμματά της για το ταξίδι σε μια άλλη ήπειρο, για τις χειμωνιάτικες μέρες που το καλοριφέρ δεν ζέσταινε καθόλου και αναγκαζόταν να φορά τρεις ζακέτες –τη μία πάνω στην άλλη–, για τις κοτόσουπες που της άρεσαν αλλά δεν κατέβαιναν στο στομάχι –γιατί πόσο να φάει μια ψυχή μόνη της;–, για τις ζεστές κάλτσες που τη βοηθούσαν να κοιμάται καλύτερα μετά από  το σφουγγάρισμα σε ξένα σπίτια.

Ο Τάκης σαν να κατάλαβε την πείνα της, έβγαλε ένα χάρτινο σακουλάκι με ξερά σύκα. Την κέρασε. Μετά πήρε κι αυτός ένα. Χαμογέλασε και φάνηκαν τα υπολείμματα από το σύκο στα δόντια του. Παρατήρησε και τον αφρό από τον καφέ στα γκριζωπά του γένια, αλλά σαν να μην την πείραζε, συνέχισε να του μιλά σαν να τον γνώριζε χρόνια.

Έτσι καθώς μιλούσαν για το ταξίδι –για το ταξίδι που δεν θα έκανε ποτέ–, ένιωσαν και οι δυο ξαφνικά την ανάγκη της ζεστασιάς του άλλου.

«Μια σκάλα;» ρώτησε ξανά ο άντρας με το μισόκλειστο βλέφαρο.

Τον οδήγησε στην αποθήκη και του έδειξε τη σκάλα και τα εργαλεία του Τάκη. Ήθελε να του πει ότι ο Τάκης της ήταν νοικοκυρεμένος μέχρι το τέλος της ζωής του, ότι στην αρχή που τον γνώρισε ήταν και ευκατάστατος και ότι την αγαπούσε κι ότι ποτέ του δεν της ζήτησε να πάει στο μαγαζί του να βοηθήσει και η ίδια, αλλά ο άντρας δεν την κοίταζε στα μάτια και προχωρούσε βιαστικά. Μάλλον θα είχαν πολλές δουλειές, σκέφτηκε η Λίτσα.

«Θα μας κρατήσεις την σκάλα, ν’ ανέβουμε στη σκεπή;»

«Μα, πώς… Ναι, αλλά… τι θα κάνετε στη σκεπή;»

«Θα ελέγξουμε τα μαδέρια και το ταβάνι.»

«Α, είστε μαραγκοί. Μα, ποιος σας ειδοποίησε ότι η στέγη μου στάζει;»

«Ο Μίστερ Νόμποντι.»

Θα ήταν το όνομα του νέου δημάρχου, σκέφτηκε η Λίτσα και ακούμπησε το σώμα της, το παχουλό και στρογγυλεμένο της σώμα, στην άκρη της σκάλας, καθώς οι δύο άντρες ανέβαιναν πάνω. Και συνέχισε να την ακουμπά με όλη της τη δύναμη ακόμη και όταν οι άντρες ακούγονταν να γυροφέρνουν στη στέγη. Μουδιασμένη, καθώς τους περίμενε, θυμήθηκε τη σκάλα του πλοίου που θα την έφερνε στον Καναδά. Την έβλεπε στο ύπνο της για αρκετούς μήνες μετά τον αρραβώνα της με τον Τάκη. Για πολύ καιρό είχε την αίσθηση ότι ανέβαινε στο πλοίο και πήγαινε κοντά στις ξαδέρφες της.

Όταν μιλούσαν στο τηλέφωνο, εκείνες επέμεναν να πάει κοντά τους. «Δεν θα ’ρθεις στο Μόντρεαλ; Γιατί, μαρή, βρήκες τον εφοπλιστή;»

«Όχι, τον Μποδογάκη.»

«Ποιον πήρες, μαρή, τον Μποδοσάκη; Α, Μποδογάκη; Καλά, καλά. Βίον ανθόσπαρτον να έχετε».

Βίον ανθόσπαρτον είχαν τα πρώτα χρόνια. Τίποτα δεν της έλειπε. Μεγάλωνε το παιδί με όλες τις ανέσεις. Μέχρι που…

«Να σας φέρω κι έναν φακό; Πώς θα βλέπετε να κάνετε τη δουλειά σας στο ταβάνι;» έβγαλε μια τσιρίδα.

Ο άντρας με τα φουντωτά μαλλιά, έσκυψε μπροστά από την καταπακτή.

«Έχουμε τα κινητά μας. Δεν χρειάζεται.»

«Μόνο μην σας τελειώσει η μπαταρία».

«Μην ανησυχείς, όλα καλά. Πολύ καλά!»

Η Λίτσα χαμογέλασε. Μακάρι μετά τη δουλειά στη στέγη να τρώγανε μαζί της ή έστω να κάθονταν να πιούνε έναν καφέ. Η ανάγκη να μιλήσει με κάποιον από τότε που έχασε την Άννα της ήταν τόσο έντονη. Κι αυτή η εγγονή της, κορίτσι δεκαπέντε χρονών ήταν. Δεν μπορούσε να την πάρει ένα τηλέφωνο; Να ακούσει τη φωνή της και να έχει την αίσθηση ότι μιλά με την κόρη της. Με την Άννα της, που ήθελε να την κάνει γιατρό, αλλά  στο πέμπτο έτος των σπουδών γνώρισε αυτόν τον αχαΐρευτο τον Μάκη και τα παράτησε όλα και πήγε να ζήσει στην άκρη του πουθενά, στην άλλη μεριά της χώρας. Κι ύστερα, ω Θεέ μου, τι ήταν κι αυτό… Εκείνη η νεροποντή, τότε που γύρναγε απ’ τα ψώνια φορτωμένη. Δεν υπολόγισε καλά. Τα νερά του χειμάρρου την παρέσυραν. Το είχε δει στην τηλεόραση, στις ειδήσεις, και λίγο έλειψε να πάθει συγκοπή. Ευτυχώς, ήταν κοντά της η Ρούλα που ερχόταν καθημερινά να πιει μαζί της τον καφέ για να της πει το μέλλον.

Το φλιτζάνι της Ρούλας γλίστρησε απ’ το χέρι της Λίτσας. Χίλια κομμάτια έγινε. Κι αυτό κι όλη η υπόλοιπη ζωή της Λίτσας.

Έτσι είναι η ζωή μια πελώρια ρόδα. Σε ανεβάζει ψηλά και μετά σε ρίχνει στα τάρταρα. Το ζήτημα είναι να μην μείνεις εκεί στην άβυσσο. Κάτι τέτοια δεν έλεγε άλλωστε η ίδια, εκείνον τον καλό καιρό που ξεζούμιζε τις γυναίκες και τους άντρες που έρχονταν στο σπίτι της για να τους πει το μέλλον; Δεν έφταιγε η ίδια. Το πράμα έγινε χωρίς να το καταλάβει. Πρώτα οι αναδουλειές του Τάκη, μετά ο ξαφνικός θάνατός του. Και το όνειρό της να σπουδάσει την Άννα; Μια περιουσία χρειαζόταν για το ιδιωτικό σχολείο, κι άλλη μια για τα φροντιστήρια. Κι ύστερα για τα ρούχα της, για το φαγητό και τα φάρμακά της. Ήταν φιλάσθενη η Άννα της. Από μικρή, τη μια κρύωνε, την άλλη έπεφτε και τραυματιζόταν. Και να τα τηλεφωνήματα στον γιατρό, και να οι επισκέψεις στο σπίτι και τα φιλοδωρήματα.

Τα φουντωτά μαλλιά του άντρα με τα βαθουλωτά μάγουλα γυάλιζαν, ενώ δυο τρεις τουφίτσες ανέμιζαν χαριτωμένα καθώς κατέβαινε τη σκάλα με προσοχή.

Η Λίτσα πίεζε τη σκάλα με τα χέρια και με το σώμα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε έντονη ικανοποίηση που ήταν  παχουλή.

«Μη φοβόσαστε, κρατάω γερά τη σκάλα. Α, πήρατε και το χρηματοκιβώτιο για επισκευή; Μπράβο σας.»

«Ναι, είδαμε ότι δεν έκλεινε η πόρτα και είπαμε να στο φτιάξουμε.»

«Θα το βάψουμε κιόλας.»

«Να το βάψετε. Να το βρει η Ζωίτσα μου ολοκαίνουργιο όταν θα αποφασίσει να έρθει να με δει. Όλα αυτά τα κοσμήματα και οι λίρες που έχει μέσα ήταν για την Άννα. Τώρα θα τα πάρει η Ζωίτσα. Μια ολόκληρη περιουσία την έφτιαξα μονάχη μου, εγώ η κυρία Μποδογάκη.»

«Μποδοσάκη;»  πετάχτηκε ο άντρας με τα βαθουλωτά μάγουλα.

«Μποδογάκη, καλέ. Αλλά, να σας πω και το άλλο; Πέρασα δύσκολα κάποια χρόνια, αλλά μετά έκανα περιουσία. Τι παραπάνω δηλαδή είχε η κυρία Μποδοσάκη από μένα;»

Οι άντρες χαμογέλασαν.

«Καθίστε να φάμε μαζί.»

«Όχι, σήμερα. Σε τρεις μέρες που θα επιστρέψουμε το χρηματοκιβώτιο ολοκαίνουργιο και άγγιχτο. Μην ανησυχείς, τίποτα δεν θα σου λείψει.»

Τίποτα δεν της έλειψε από τότε που άρχισε να διαβάζει το μέλλον στα τοιχώματα των φλιτζανιών όλων αυτών που έπιναν τον καφέ τους στο καθιστικό της και περίμεναν να ρίξει λίγο φως στα μελλούμενά τους. Ήταν μια απάτη. Αλλά δεν έφταιγε η ίδια. Μια απάτη άλλωστε δεν είναι ο κόσμος όλος; Κι ούτε ένιωσε τύψεις όταν ο πατήρ Θωμάς της είπε να σταματήσει να κοροϊδεύει τον κόσμο.

«Θέλω να βοηθήσω την κόρη μου. Να σπουδάσει, να τακτοποιηθεί, και μετά θα ησυχάσω», του υποσχέθηκε.

Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώς. Και δεν φτάνει που έχασε το παιδί της, ο γαμπρός της δεν θέλησε να της ξαναμιλήσει. Την κατηγόρησε κιόλας ότι η ίδια ευθυνόταν για τον χαμό της όταν προσπάθησε να μάθει πώς έγινε και βγήκε έξω η Άννα ολομόναχη με τέτοιον παλιόκαιρο.

«Δεν φταίω εγώ που πνίγηκε. Τις δικές σου αμαρτίες πληρώνουμε.»

«Δεν είναι έτσι», πήγε να του εξηγήσει, αλλά αυτός είχε κλείσει το τηλέφωνο.

Όλα στη ζωή γίνονται τόσο γρήγορα που δεν καταλαβαίνεις πότε βρίσκεσαι μπλεγμένος με τα πίτουρα και πώς σε τρώνε οι κότες. Ήθελε να του πει ότι όλα άρχισαν τότε που έρχονταν να τη συλλυπηθούν πολλές γειτόνισσες. Έτσι όπως έπιναν τον καφέ της παρηγοριάς, μετά από ένα μνημόσυνο του Τάκη, όταν έφυγε ο πολύς ο κόσμος και έμειναν κοντά της μόνο τρεις γυναίκες, μια από αυτές ζήτησε το φλιτζάνι της άλλης, έτσι για να ξεχάσουν τα προβλήματα. Οι γυναίκες γέλασαν και η Λίτσα χαμογέλασε και ενθουσιασμένη έσφιξε το φλιτζάνι ανάμεσα από τα παχουλά δάχτυλά της. Αυθόρμητα είπε ότι ο άντρας της γυναίκας που έλειπε σε ταξίδι, θα επέστρεφε το βράδυ και θα της έφερνε δώρα και ευχάριστα νέα. Και την άλλη μέρα η γειτόνισσα τη γιόμισε δώρα γιατί πράγματι συνέβηκε ό,τι της είπε στο φλιτζάνι. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα, έτσι τις επόμενες μέρες το σπίτι της γιόμιζε με κόσμο. Και με δώρα. Έφερναν πάστες, αρνάκι ψητό, μέλι για την Άννα της, πορτοκάλια και μήλα. Μέχρι και λεφτά άφηναν κάποιοι.  Η φήμη της απλώθηκε έξω απ’ τη γειτονιά της.

Ένα χρόνο μετά τον θάνατο της κόρης της, τότε που στέρεψαν ολότελα τα δάκρυα, πήγε στην εκκλησία. Πόσα χρόνια είχε να μπει στον ναό; Κυριακή του Ασώτου ήταν. Ο πατήρ Θωμάς μπροστά από την Ωραία Πύλη έλεγε ότι όλοι γιόρταζαν εκείνη τη μέρα.

«Όλοι γιορτάζουμε σήμερα. Όλοι φύγαμε από τον Πατέρα, όλοι μας πλανηθήκαμε.» Πόσο της άρεσε η παραβολή. Ήθελε να τη διαβάσει πολλές φορές από την Καινή Διαθήκη που της χάρισε ο πατήρ Θωμάς.

«Πάτερ», πήγε να δικαιολογηθεί, «οι φτωχοί χάνουν εύκολα τον δρόμο τους».

«Και οι πλούσιοι ακόμη πιο εύκολα».

Πάλι καλά που δεν ήταν η κυρία Μποδοσάκη, γέλασε με τον εαυτό της.

Ο ήχος από την εξώπορτα που έκλεισε με δύναμη τής προξένησε ταραχή.

«Καλέ, σταθείτε, ένα λεπτό! Δεν σας κέρασα ούτε λίγο γλυκό.»

Έτρεξε στην εξώπορτα και μετά στην αυλή. Οι άντρες είχαν μπει ήδη στο άσπρο βανάκι που ήταν παρκαρισμένο πίσω από τον τοίχο της αυλής.

«Δεν σας κέρασα κι ούτε σας πλήρωσα» φώναξε με όλη της τη δύναμη.

«Δεν πειράζει την επόμενη φορά», έβγαλε το κεφάλι έξω από το παράθυρο ο άντρας με τα φουντωτά μαλλιά, καθώς έκανε όπισθεν.

«Ευχαριστώ! Την άλλη φορά να φάτε εδώ, μαζί μου!»

Το αυτοκίνητο πριν απομακρυνθεί, σταμάτησε, και η Λίτσα  είδε τους  άντρες στο αμάξι να βγάζουν τα μπουφάν και τα κασκόλ.

«Και να προσέχετε να μην κρυολογήσετε. Με τέτοιο καιρό, χωρίς μπουφάν», φώναξε.

Κι ύστερα, πήρε μια βαθιά ανάσα και φώναξε ακόμη πιο δυνατά, με όλη της τη φωνή:

«Να είστε ευλογημένοι, που μου ανοίξατε το σπίτι μου!»

Η Ρόξι γάβγιζε δυνατά και η Βάγια που στεκόταν μπροστά από τη μπαλκονόπορτα, βγήκε έξω να ρωτήσει τι συμβαίνει. Σε λίγο εμφανίστηκαν και άλλες γειτόνισσες μπροστά από την αυλή της Λίτσας.

«Ποιοι ήταν αυτοί;»

«Μαραγκοί.»

«Και πήραν το χρηματοκιβώτιο, μαρή;» ρώτησε η Βάγια, βαστώντας τη Ρόξι στην αγκαλιά της. «Τι θα δώσεις, μαρή, στην εγγόνα σου όταν θα ’ρθει κοντά σου;»

«Α, μαρή, τρελάθηκες, καημένη.»

Ο αέρας ήταν παγωμένος. Οι γειτόνισσες γύρω της φώναζαν. Κάποιες έβριζαν τους άντρες. Μερικές γελούσαν που η Λίτσα ευχήθηκε στους κλέφτες να είναι ευλογημένοι. Δυο τρεις γυναίκες χαχάνιζαν δυνατά. Η ίδια  είχε δακρύσει και τα μάτια της έλαμπαν σαν αστέρια.  Όταν θα ερχόταν η εγγονή της, δεν θα έβρισκε τις λίρες και τα κοσμήματα που ήταν κρυμμένα στο χρηματοκιβώτιο. Θα έβρισκε όμως την αγάπη στην καρδιά της και λόγια τρυφερά. Κι αν θα τη ρωτούσε για τα κοσμήματα, τότε θα της έλεγε τις φράσεις από εκείνη την περικοπή στην Καινή Διαθήκη που είχε μάθει απέξω:

«Και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. Δανείζετε μηδέν απελπίζοντες…»

«Μηδέν απελπίζοντες» μουρμούριζε καθώς πλησίαζε την εξώπορτα του σπιτιού της. Και πριν την κλείσει, ευχήθηκε στους γείτονες «καλό μεσημέρι» και έριξε μια ματιά στον ουρανό. Δεν ήταν πια άχρωμος και μουντός. Ένα γαλάζιο σαν μεταξένιο είχε απλωθεί ψηλά πάνω από τα σπίτια της μικρής τους πόλης. Η μέρα δεν ήταν πια άχρωμη. Είχε χρώματα φωτεινά και ζεστά, παρόμοια με τα χρώματα της καρδιάς της. Είχε και κάτι από το άρωμα των Χριστουγέννων, αφού ήταν ήδη Δεκέμβριος.

///

*

**