*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
~.~
Κάποιοι ποιητές, δεν ανήκουν στη χορεία των θορυβοποιών· είναι τρυφερά ολιγοσέλιδοι, είναι οι της μελαγχολικής εγκαρτέρησης, οι της λησμονιάς γραμμένοι, οι μονίμως θλιμμένοι, οι έχοντες σχεδόν καταραμένου τύχη —τύχη φυματικού—, και πέρασαν από το σινάφι, μα κυρίως από τη ζωή, σαν σιγανή, ψιλή βροχούλα. Μια λυρική φωνή, που δεν πρόλαβε να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητές της, ήταν και ο Κώστας Κουκής.
Στα μυστικά της μοίρας μου, που κρύβουν η σελίδες η σφραγιστές ακόμα
νάναι γραμμένο αληθινές να βγούνε η ελπίδες,
που τρέφω, πριν και μένανε να με σκεπάση χώμα;
Ή μη και τούτες, σαν κι αυτές που έθρεψα ως τώρα,
μια μέρα θα σβυστούνε;
Ω! τι γλυκός ο θάνατος για μάτια που,
ως την ώρα εκείνη,
δεν αντίκρυσαν ελπίδες των να ζούνε!
Γεννήθηκε το 1903 στους Καλημεριάνους Ευβοίας. Ήταν το μοναχοπαίδι του Ιωάννη Κουκή και της Αθηνάς, το γένος Κόκκινη. Το 1909 γράφτηκε στο Δημοτικό Σχολείο και αποφοίτησε τέσσερα χρόνια αργότερα όταν και έμεινε ορφανός από πατέρα. Συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Κύμης απ’ όπου αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1922.
Σ’ όλα αν τη λήθη απλόχερα σκορπά ο χρόνος σαν περνά
μονάχα σας αξέχαστα, μικρά μου χρόνι’ αφήνει
κι η θύμηση μου πάντοτε νοσταλγικά σε σας γυρνά
και θα γυρνά ως τη στιγμή που η ζήση μου θα σβύνει
Τον πόνο δεν εγνώριζα· κάθε βραδειά και κάθε αυγή
κοιμώμουνα και ξύπναγα χωρίς φροντίδα κι έννοια
χαρές και γέλια ‒ νάματα, ’πο μιαν αστείρευτη πηγή
αχόρταστα τα έπινα, καθάρια, κρουσταλλένια.
*

*
Έναν χρόνο νωρίτερα, τύπωσε στη Χαλκίδα μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Κυμαϊκές Ιστορίες-Πηνελόπη, από το τυπογραφείο του Ευθυμίου Αθανασιάδη σε 15 σελίδες (4 χωρίς αρίθμηση και 11 με αρίθμηση) με τον υπότιτλο: «Ευλογία πατρός στηρίζει… μητρός εκριζοί αυτά».
Τι όμορφα που περνούσαμε τα βράδυα στο χωριό
κάθε φορά που ντύνουνταν τα άσπρα της η πλάση
στο κούτσουρο, που σπίθαγε, τριγύρω το βαρειό
στην παραστιά ανάβοντας! — Ω! ζήση σ’ έχω χάσει.
Στη μια γωνιά καθότουνα σκυμμένη η γιαγιά
—πηγή πολλών παραμυθιών π’ όλο για δράκους λέγαν—
ο καμπουράκος ο παππούς στην άλλη τη γωνιά
καπνίζοντας ενώ στον νου τα νειάτα του
επλέγαν.
Δίπλα στο γέρο ο κύρης μου· η μάννα μου κοντά
μ’ εμέ «το γυιο» της στην ποδιά. — Ω! του τζακιού η γλύκα,
που για τους δράκους κράταγα τ’ αυτιά μου τεντωτά
ενώ στη θράκα ψήνουνταν ζαχαρωμένα σύκα.
Γλεικιά ζωή, που χάθηκες σαν κάθε τι φθαρτό,
πότε ξανά θα σε γευθώ και με τη μάνα μόνο
που μούμεινε; — Έτσ’ ήτανε σε μένανε γραφτό!
Πότε ω! Πότε κι ηδονή να νοιώσω όλο τον πόνο!
*

*
Στην οικονομική στήριξη μητέρας και γιου φαίνεται να συνέβαλε ο Ευστάθιος Λέρτας, με καταγωγή από τους Καλημεριάνους, ανεψιός και συνεταίρος του καπνοβιομήχανου Κωνσταντίνου Βάρκα που έκανε την πρώτη εισαγωγή μηχανής κατασκευής τσιγάρων στην Ελλάδα. Με την οικονομική βοήθεια του Λέρτα, ο οποίος δήλωσε κηδεμόνας του Κωνσταντίνου, ο Κουκής έκανε δήλωση εγγραφής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και έγινε δεκτός.
Σκυμένοι κι εδιαβάζαμε μαζί του Οβιδίου
τη Θίσβη και τον Πύραμο, που θάνατο κακό
ευρύκανε· με κύτταζες κρυφά και του βιβλίου
τα λόγια πιο σου τώκαναν το βλέμμα ερωτικό.
Και μια στιγμή σηκώνοντας τ’ ολόξανθο κεφάλι
γελώντας μ’ ανερώτησες δειλά και βιαστικά:
—Για μένα συ θα πέθαινες;
κι εγέλασες και πάλι
Μα πριν προλάβω να σ’ το πω
—συ τόξερες!— με φίλησες γλυκά.
*

*
Η καθηγήτρια και συγγραφέας Μαρία Κοκκινάκη, στο σχετικό βιβλίο της για τον ποιητή, μας πληροφορεί ότι ως φοιτητής εκφώνησε στον Σύνδεσμο Ευβοέων φοιτητών μια ομιλία για τον Σκιαθίτη λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και απόσπασμα της ομιλίας εκείνης δημοσιεύτηκε στην Πεντανησιακή Επετηρίδα το 1925 με τίτλο «Ο διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραιτΐδης».
Κατά την παραμονή του στην Αθήνα έμενε στο καπνοπωλείο του Κωνσταντίνου Βάρκα στην οδό Διδυμοτείχου 22 στον Κολωνό και ίσως εργαζόταν εκεί για να καλύψει κάποια από τα έξοδα των σπουδών του.
Νοσταλγικά η σκέψη μου στα περασμένα σα γυρνά
μέσα σ’ τα που σκορπίσανε για μένα κάποιο μύρο,
κι ένα νησάκι, θύμηση βουβή μπροστά μου να περνά
θωρώ ‒ εσένα Σκύρο
…Και να: παιδί στην Λιναργιά με κάποιο πλοίο ’γω ξανά
να νοιώσω του πατέρα μου την συντροφιά να φτάνω
και μ’ ένα ζώο πιο στερνά, και «να! ερ μαδάτσι, να!»
τον αγωγιάτη ακούγοντας, να αναβαίνω απάνω.
Κι από μακρύ’ αντικρίζοντας τ’ ωραίο χωριό, το μαγικό,
σαν από γλάρους στην πλαγιά κοπάδι ή περιστέρια
ολόασπρα, απ’ την ηδονή της θέας ν’ αρχίσω να χτυπώ
τα δυο μικρά μου χέρια…
Στις αρχές του 1923 και ενώ διαρκούσε ακόμη ο νόμος περί επιστρατεύσεως, κλήθηκε για κατάταξη στο Δ΄ Σώμα Στρατού, στον Δ΄ Λόχο Τηλεγραφητών στην Καβάλα. Απολύθηκε λίγο αργότερα με την υποσημείωση στο απολυτήριό του «…κατά τον χρόνον της παρ’ ημών υπηρεσίας του, επεδείξατο διαγωγήν εξαίρετον».
*

*
Του μισεμιού μου η ώρα φτάνει
κι είναι η ψυχή μου, αγαπημένη,
βαρειά, θολή, συγνεφιασμένη,
γιατί ξανά η φτωχή σε χάνει.
Πάλι θα ζούμε χωρισμένοι:
συ στο χωριό και γω στα ξένα
μα ο νους μου πάντοτε σε σένα,
όπως και πρώτα θε να μένη.
«Κέινος που μένει δεν ξεχνάει»·
ο ποιητής μας τραγουδάει
Μ’ αν τύχη συ να λησμονήσης
και για να το δικαιολογήσης
«κείνος που φεύγει λησμονάει»,
αν πης για μένα, θ’ αμαρτήσης…
*

*
Τη μοναδική του ποιητική συλλογή, Στρατουλιάσματα, την εξέδωσε στη Χαλκίδα το 1925, με τέσσερις ξυλογραφίες του χαράκτη Γιώργου Οικονομίδη ‒ τρεις συνοδεύουν τα ποιήματα και μία κοσμεί το οπισθόφυλλο, καθώς υπάρχει κι ένα πορτραίτο του συγγραφέα.
Η συλλογή αποτελείται από 31 άτιτλα ποιήματα, χωρισμένα σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα φέρει τον τίτλο «Αλήθειες» και περιλαμβάνει εννέα ποιήματα («Όσο κι αν ζήσης, άνθρωπε, / κι όσο ψηλά κι αν φτάσης / κι όσες, πουν τώρα χίμαιρες, / τις βρης, τις αγκαλιάσης, / πάντα μια μέρα θα σφαλούν / τα μάτια σου, το στόμα / και μι’ άλλη κόκκαλα από σε / θα μένουνε στο χώμα»), η δεύτερη «Παληές αγάπες» έχει χωρέσει δέκα («Κάποιο χαμόμηλο κρατάει / και μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά / τα φυλλαράκια του μαδάει / και στον αγέρα τα πετά. / Μην αρχινώντας όπως πρέπει / για νάβγη “ναι” καμιά φορά, / γυρίζει τότε και με βλέπει, / σαν κάτι τι να μου ζητά. / Δεν την ακούει τη λέξη “ψέμμα” / που περιμένει να της πω, / μα στο δικό μου μέσα βλέμμα / διαβάζει πως την αγαπώ»), η τρίτη που ονοματίζεται «Κρυφές αγάπες» αποτελείται από οκτώ ποιήματα («[] Και μας μην κλαις / η μοίρα μας σκληρόκαρδα / μια θάλασσα χωρίστρα αν μας απλώνη / μεγάλη και βουνά και κάμπους κάποτε / γελούμενη ξανά θα μας ενώνη») και η τέταρτη με τίτλο «Σκύρο», περιλαμβάνει τέσσερα ποιήματα.
Χρόνια και χρόνια αν είν’ να ρθώ, Σκύρο φιλόξενη γωνιά,
στα χώματά σου πάλι,
δεν είσαι κάτι που μπορεί να το σκεπάσει η λησμονιά,
μα κάτι ωραίο που πάντα ζει, στου νου μου την αγκάλη.
Κι έτσι όταν απ’ ακρογυαλιά, γι’ απ’ την κορφή ενός βουνού
της Κύμης σ’ αντικρίζω
το συγνεφάκι που περνά θάθελα νάμουν
τ’ ουρανού
με του μαΐστρου την πνοή για σένα
ν’ αρμενίζω.
Την αρχή του βιβλίου την κάνει ένα αγαπητικό σημείωμα που υποδέχεται τα ποιήματα που ακολουθούν. Η επιστολή είναι του ποιητή Στυλιανού Αυγουστάκη και απευθύνεται στον «πνευματικό του φίλο»:
Με μεγάλη μου προσοχή εδιάβασα τα πρωτόβγαλτα ποιήματά σου, τα οποία, χωρίς να σε κολακεύσω, με ενθουσίασαν τόσο πολύ, ώστε εξακολουθώ να τα διαβάζω ακόμα. Και με τον ενθουσιασμό μου αυτόν, και με την παρούσαν κριτική μου, έρχομαι να σου συστήσω, αφ΄ ου πρώτα πρώτα σε συγχαρώ, να μη πάψης ποτέ να γράφης, γιατί το δημιουργικό σου πνεύμα, υπόσχεται εις τον διανοούμενον κόσμον πως πολύ γρήγορα θα του παρουσιάση αριστουργήματα.
*

*
Με σταφυλάκια αυτή γιομίζει
κάποιο κοφίνι πλουμιστό
κι εγώ, όταν κατ’ αλλού γυρίζη,
κρυφά ρογούλες της πετώ.
—Θα με λερώσεις!
—Δε με νοιάζει!
—Πώς είπες;
—Ούτε μια σταλιά!
Και το κοφίνι κάτω βάζει
Και πέρνοντας στην αγκαλιά
Κάποια κουντούρα ξεκινάει
κι αρχίζει το κυνηγητό:
πίσω μου αυτή να μου πετάη
κι εγώ να τρέχω να κρυφτώ.
Δεν βρίσκω τίποτε! όλο σκόλλοι!
πίσω κανείς δεν με χωρεί!
Μα να: η κουντούρα πάει όλη
χωρίς μια ράγα να με βρη!
Όμως, αδέξια αν τα χέρια
να σημαδέψουν κάτι τι,
από τα δυο της λαμπραστέρια
έχω κατακομματιαστή.
Η ασταθής κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής, αλλά και το γεγονός ότι οι στρατεύσιμοι ήταν στη διάθεση της Πολιτείας και μετά την απόλυσή τους, επηρέασαν τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο γιατί κάθε χρόνο, έως και το έτος 1926, έκανε αίτηση επανεγγραφής στη Φιλοσοφική Σχολή, καταβάλλοντας ταυτόχρονα σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις το αντίστοιχο χρηματικό ποσό για τα δίδακτρα που προέβλεπε ο τότε κανονισμός.
Η διακοπή των αιτήσεων ανανέωσης της εγγραφής του, που σταμάτησαν στο ακαδημαϊκό έτος 1926-27, η απουσία αποτελέσματος πτυχιακών εξετάσεων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατέστη πτυχιούχος λόγω, προφανώς, της ασθενείας του, αφού νόσησε από φυματίωση.
*

*
Έκτοτε, συγγραφική του δραστηριότητα περιορίστηκε σε λίγα νέα ποιήματα: «Τρίστιχα», «Στροφές 1», «Στροφές 2» και «Πορτραίτο ΙΙ», που μαζί με κάποια παλαιότερα τα εξέδωσε σχεδόν ταυτόχρονα, σε δύο νέες μικρές συλλογές.
Δεν είδα χθες πως βράδυασεν ακούοντας τη λαλιά σου,
σήμερα η μέρα ατέλειωτη χωρίς τη συντροφιά σου,
μακρυά σου ώρες οι στιγμές, κι οι ώρες στιγμές κοντά σου.
*

*
Η πρώτη με τίτλο Λίγοι στίχοι περιλάμβανε πέντε ποιήματα και η δεύτερη ήταν τα Δυο ματάκια λυπημένα. Και στις δύο αυτές συλλογές επαναλαμβάνονταν ποιήματα από τα Στρατουλιάσματα.
Ερωτόλογα, χάδια, φιλιά κι αγκαλιές
σ’ ακρογυάλια νερά φωτισμένα
και σε κρυφές γωνιές, σε γαλήνιες βραδυές
‒ περασμένα, παλιά, ξεχασμένα…
Μαραμμένοι ανθοί, διαλυμένοι καπνοί,
με καιρό κάποιο πούσβυσε χρώμα,
με βαριά συγνεφιά πλακωμένοι ουρανοί
μια ζωή σκεπασμένη με χώμα.
Το ποίημά του «Πορτραίτο», το είχε συμπεριλάβει κι ο Ηρακλής Αποστολίδης στην Ανθολογία Ποιήσεως.
Άυλο ένα χέρι πάντοτε μπροστά μου λες σ’ ανιστορεί
και δεν ξεχνώ, μα ούτε στιγμή: δυο γαλανά ματάκια,
δυο χείλη ρόδινα, λεπτά, κι ένα φεγγάρι που φορεί
στεφάνι, από κατάξανθα, μεταξωτά μαλλάκια.
Νικημένος από τη φυματίωση, άφησε την τελευταία του πνοή στα 26 του χρόνια, στις 15 Ιουλίου του 1929. Θάφτηκε στο Κοιμητήριο των Καλημεριάνων.
*

*
Κι αν λάτρης σου την νειότη μου λαμπάδα την εκαίω
μπροστά στην αγγελόμορφη την προσωποθωριά σου
στου πόνου μου το πέλαγο να πάψω πεια να πλέω
ως τώρα δεν το έστερξε ποτέ της η καρδιά σου.
Μα κάποια μέρα, που θα ζης εσύ κι εγώ σε μι’ άκρη
θα λυώνω ενός κοιμητηρίου, μιας απονιάς το θύμα,
σαν μάθης πως απέθανα για σένανε, ένα δάκρυ
να χύσης θα καταδεχθής στο μαύρο μου το μνήμα;
*

*
Πολλές ευχαριστίες στην Αντωνία Γουναροπούλου για το δώρισμά της· το βιβλιαράκι ετούτο που μου χαρίστηκε, υπήρχε στη συλλογή της και άνηκε σε κάποιον γυμνασιάρχη από την Κύμη, φίλο του ποιητή· κυρίως την ευχαριστώ για εκείνο το «…στα χέρια σου και στα μάτια σου…». Έτσι επιβιώνουν οι λέξεις μας κι η ποίηση, ούτως ή άλλως. Πάνω στην μια παλάμη όταν βρέχει, από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει.
///
Πηγές -Αναφορές
Στρατουλιάσματα, Χαλκίδα 1925.
Μαρία Κοκκινάκη, Κώστας Ι. Κουκής ‒ Ένας άγνωστος ποιητής του Μεσοπολέμου, 2023.
Σωτήρης Λάμπρου, Ευβοείς συγγραφείς (1-1-2020).
Ανθολογία Περάνθη, τόμ. Δ΄, σ. 517.
Ανθολογία Ευβοέων Ποιητών, (επιμ.: Ανδρέας Ιωάννου), 1958.
*
**
