*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
~.~
40 χρόνια Σωτήρης Δημητρίου: Μια ιστορία παρανάγνωσης
Ο Σωτήρης Δημητρίου ξεχώρισε στη Μεταπολίτευση για τους αποκλίνοντες ψυχικά και σεξουαλικά διηγηματικούς του τύπους και την πρωτοποριακή στα πλαίσια της περιόδου εισαγωγή του στην αφήγηση του ηπειρώτικου ιδιώματος.[1] Ελκύοντας αυξανόμενα την πανεπιστημιακή έρευνα σε διεθνή περιοδικά με κριτές, με συλλογικό επιστέγασμα τον πρώτο σύμμεικτο τόμο που εξεδόθη πρόσφατα για το σύνολο της εργογραφίας του,[2] έχοντας περαιτέρω απασχολήσει σωρευτικά το ενδιαφέρον της περιοδικής κριτικής άμα τη εκδόσει του βιβλίου του Ουρανός απ’ άλλους τόπους (2021),[3] το οποίο, εκτός από το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, οδήγησε και στη συγκαταβατική αποδοχή του από κύκλους που τον αντιμετώπιζαν πρότερα με κριτική αμφιθυμία, ο Δημητρίου τιμήθηκε επίσης από την Περιφέρεια Θεσσαλίας με το βαρυσήμαντο Βραβείο Παπαδιαμάντη (2025), το οποίο συμπίπτει με την τεσσαρακονταετή παρουσία του στα ελληνικά γράμματα, η οποία, επιπλέον, διασταυρώνεται με τα εικαστικά, το θέατρο και τον κινηματογράφο κατά τρόπο που δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο σύγχρονο λογοτέχνη.
Παρά ταύτα, και σε αντίθεση με την κριτική επιτυχία του Ουρανού απ’ άλλους τόπους, το τελευταίο αφήγημά του, με τίτλο Αντιπαθητικές λέξεις (2024),[4] όπως και η αμέσως προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του, Μια Μαρίνα Τζάφου (2023),[5] δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κριτική, ενώ οι υπάρχουσες γι’ αυτό αναγνώσεις περιορίζονται σε ευσύνοπτες παρουσιάσεις, χωρίς να θίγουν το ευκρινές πολιτικό του σκέλος.[6]
Ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρεί τα διηγηματικά και τα αφηγηματικά του βιβλία υποτιμημένα σε σχέση με τα μυθιστορηματικά του έργα,[7] ενώ νύξεις σε ατυχείς κριτικές που έχει δεχτεί απαντούν συχνά στο έργο και σε συνεντεύξεις του,[8] γεγονός που καλεί ευκρινώς όχι μόνο στην ανάδειξη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ειδολογικών κατηγοριών που διαχρονικά υπηρετεί, αλλά και σε μια ολιστική προσέγγιση της λογοτεχνικής του παραγωγής, η οποία, όπως επιθυμώ να καταδείξω, συγκροτεί ένα ενιαίο ερμηνευτικό πεδίο με αλληλεξαρτώμενους ψυχικούς, γλωσσικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς, πολιτικούς και υπαρξιακούς τόπους.
Κριτικές και γραμματολογικές προσεγγίσεις στο έργο του Δημητρίου περιορίζουν ενίοτε την ερμηνευτική του εμβέλεια σε «ηθογραφική καταγραφή» και «νατουραλιστική περιγραφή», πέρα από την οποία «δεν υπάρχει τίποτε άλλο» (Κοτζιά 1990),[9] υιοθετώντας μια τυπολογική κριτική γλώσσα, απογυμνωμένη από ερμηνευτική διάθεση, ή ακόμα σε «νεοηθογραφία»[10] ή και «ηθογραφία»,[11] κατηγορία που αποτυγχάνει να περιλάβει τη διειδολογική προσέγγιση του Δημητρίου (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, σατιρικό αφήγημα), αφενός, αφετέρου τη λειτουργικότητα της δημώδους γλώσσας και παράδοσης ακόμα και στα μη θεματικά αντλημένα από την ελληνική ύπαιθρο ή/και γραμμένα (και) στην Κοινή έργα του.[12] Συναφώς, το έργο του Δημητρίου κατηγοριοποιείται γραμματολογικά στον «νατουραλισμό», με τους διηγηματικούς του ήρωες να εκπίπτουν απλώς σε «εκδήλωση του απόλυτου κακού»[13] ή σε «εξατομικευμένο νεορεαλισμό»[14] και ατομικιστικό εγκλεισμό «μπροστά στα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα»,[15] τη στιγμή ακριβώς που τα εκπορθεί σωρευτικά.[16] Τόσο ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός όσο και η ηθογραφία, με αναφορά σε προσδιορισμένα ιστορικώς αισθητικά ρεύματα και παγιωμένες στην εποχή τους αρχές, αποτυγχάνουν, περαιτέρω, να περιλάβουν ερμηνευτικά τον μεταλογοτεχνικό στοχασμό του Δημητρίου, που είναι κυρίαρχος τόσο στα αφηγήματα όσο και σε διηγηματικές του συλλογές, αποστρέφοντας το πρόσωπο στην αναπαράσταση και την αληθοφάνεια με τεχνικές κατεξοχήν μεταμοντέρνες, που οι ως άνω γραμματολογικές κατηγορίες προϋποθέτουν.
Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί πως η «τοπικότητα» στον Δημητρίου δηλοί μια «μετακίνηση από την εθνική κοινότητα στην τοπική κοινότητα […] χωρίς άμεσες αναγωγές σε κάποια οριοθετημένη εθνική ιδιοπροσωπία»,[17] παραβλέποντας τη συγκλονιστική παρέμβαση του πεζογράφου στο θέμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, όπως και της Βορείου Ηπείρου, ως μείζονα συμβολή σε καταρχήν εθνικά ιστορικά ζητήματα, με κέντρο αναφοράς την ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα και τη συνταρακτική μετοχή της στο ιστορικό χωνευτήρι του 20ού αιώνα: «Για τούτη την πατρίδα, μαύρη μου, γιόμισαν τους λάκκους νιες και νιοι, γυναίκες και παιδιά».[18]
Στις αφηγήσεις της Αλέξως το έθνος, με αναφορά στην εμφυλιακή έριδα, προσδιορίζεται, μάλιστα, από τον Δημητρίου στη βάση μιας όμαιμης υλικοσυμβολικής συνθήκης («Το μαύρο το αίμα το δικό μας, μας πήραν την μάνα, μας πήραν και το βιο»[19]). Από τις ανωτέρω κριτικο-γραμματολογικές διατυπώσεις εκφεύγει ακόμη η σατιρική προσέγγιση του Δημητρίου στα αφηγήματα Η σιωπή του ξερόχορτου (2011),[20] Κοντά στην κοιλιά (2014)[21] και Αντιπαθητικές λέξεις (2024), όπου το έθνος, ως θέμα και ως διατύπωση, επανέρχεται αναπολόγητα, προσδιορίζοντας επαγωγικά τον συλλογικό ορίζοντα της νεοελληνικής κατάστασης στον 21ο αιώνα.
Περαιτέρω, η ευαισθησία με την οποία ο πεζογράφος παρέστησε διαχρονικά στα βιβλία του ανθρώπινους τύπους όπως μετανάστες, οδοκαθαριστές, γυναίκες ή ομοφυλοφίλους, όπως και η οξύτατη κριτική του απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού και ευρύτερα κοινωνικών διακρίσεων εντός της ελληνικής κοινωνίας προσδιόρισαν σχεδόν αποκλειστικά την ακαδημαϊκή, αλλά και τη διακαλλιτεχνική του πρόσληψη, ως επίσης και τη μεταφραστική του τύχη, κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στη σύνθετη από μέρους του πραγμάτευση κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και εν γένει της σύγχρονης ιστορικής πορείας της Ελλάδας, απέναντι στην οποία λαμβάνει τολμηρό λόγο και θέση.[22]
Η μεγάλη διάχυση της οποίας έτυχε ειδικά η κριτική του μεταναστευτικού φαινομένου στο έργο του, κατά τρόπο που αποκλείει τη συμπερίληψη και άλλων θεματικών και ιστορικογενών και ιδιοσυγκρασιακών του πυρήνων, θα μπορούσε να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην κινηματογραφική μεταφορά μέρους του μυθιστορήματός του Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (1993) από τον διεθνούς φήμη σκηνοθέτη Σωτήρη Γκορίτσα με τίτλο Απ’ το χιόνι (1993).[23] Η ταινία, όντας η πρώτη του μεγάλου μήκους, συνιστά τομή στη φιλμογραφία του Γκορίτσα, αλλά και του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε παράλληλα η πρώτη χρονολογικά μεγάλου μήκους ταινία που έθιξε το θέμα της μετανάστευσης από την Αλβανία[24] και απέσπασε, ανάμεσα σε άλλα, το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το αντίστοιχο Licorne d’Or στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αμιέν, ενώ προβλήθηκε στο περίφημο τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών «La Quinzaine des Réalisateurs» το 1994.
Η ταινία βασίστηκε, ωστόσο, μόνο στο τρίτο από τα τρία συνολικά μέρη του μυθιστορήματος του Δημητρίου, αποσυνδέοντάς το από τις αφηγήσεις της Κατοχής και της βάναυσης καταπίεσης των δικαιωμάτων των Ηπειρωτών στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα, μετατοπίζοντας το βάρος από το ιστορικό καθεστώς των (Βορειο)Ηπειρωτών στο συγχρονικό ζήτημα της μεταναστευτικής κρίσης του ’90. Απέναντι δε στον κατηγορηματικό από μέρους του ήρωα του Δημητρίου Σπετίμ αυτοπροσδιορισμό του ως Έλληνα,[25] όπου οι «άλλοι» και ριζικά διάφοροι απέναντι στους οποίους εγείρει τον εαυτό του είναι οι Αλβανοί,[26] στον Γκορίτσα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών παρουσιάζεται ως υβριδική.[27] Τεκμηριώνοντας την ελευθερία που έλαβε ο σκηνοθέτης στη γραφή του σεναρίου, ο ίδιος δηλοί πως αυτή βασίστηκε μεν στο βιβλίο του Δημητρίου, αλλά εμβολιάστηκε από τη δική του οπτική στο μεταναστευτικό φαινόμενο και σχετικές μαρτυρίες που έλαβε στη βάση προσωπικής έρευνας:
Δεν ήταν αυτός ο στόχος μου, να κάνω μια μαρτυρία για τα προβλήματα των Βορειοηπειρωτών, ήθελα να ακουμπήσω εξίσου –και περισσότερο ίσως– το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας όσον αφορά στην αντιμετώπισή μας προς αυτούς, αυτούς και όλους όσους δεν είναι ενταγμένοι στον κοινωνικό κορμό της ελληνικής κοινωνίας.[28]
Συγκριτικές, μάλιστα, προσεγγίσεις της σχέσης ανάμεσα στο μυθιστόρημα και την κινηματογραφική του μεταφορά, σαφώς προδιατεθειμένες από τη δεύτερη, τείνουν ενίοτε να ταυτίζουν αυθαίρετα την οπτική του Δημητρίου με εκείνην του Γκορίτσα, όταν για παράδειγμα ο θάνατος του μυθιστορηματικού Φιλίππη δίνει το έναυσμα ερμηνείας της έννοιας της πατρίδας στον Δημητρίου ως ρευστής ή και εναλλάξιμης ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία.[29] Μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου φανερώνει πως ο αφηγητής του Δημητρίου εκφράζει, εν προκειμένω, την επιθυμία του να μεταναστεύσει στην Αυστραλία ή την προσπάθειά του να καταφύγει στην Αμερική και όχι στην Αλβανία, ενώ ο μόνος λόγος που σκέφτεται την επιστροφή στην Αλβανία αφορά αποκλειστικά στη νοσταλγία προσώπων της οικογένειάς του, χωρίς η Αλβανία να ανάγεται ποτέ σε «πατρίδα». Ο δε ήρωας του Γκορίτσα επιστρέφει οριστικά «ως Αλβανός στην Αλβανία»,[30] σε αντίθεση με εκείνον του Δημητρίου, ο οποίος αφήνει εντέχνως το τέλος της αφήγησης και το μέλλον του ήρωα ολωσδιόλου ανοιχτό. Περισσότερο από την όποια υβριδοποίηση των ταυτοτήτων, την καταγγελία του ρατσισμού ή την αποδόμηση του εθνικού εαυτού, τον Δημητρίου απασχολεί διαχρονικά η τραγική απώλεια της ενιαίας ηπειρώτικης πατρίδας και η μοίρα του εν γένει ανυπεράσπιστου ανθρώπου που πέφτει στο δόκανο της ιστορίας.
Συχνό είναι επίσης το φαινόμενο επιβολής στο έργο του Δημητρίου, αλλά και αρκετών νέων συγγραφέων, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος ή και ο Χρίστος Οικονόμου, ορισμένης ιδεολογικής ατζέντας, προερχόμενης κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, όπου ο ρατσισμός παρουσιάζεται ως εγγενές σχεδόν χαρακτηριστικό των Ελλήνων, όπως επίσης το δημοκρατικό έλλειμμα, η ομοφοβία, ο σεξισμός και ο παθογενής εθνικισμός, μετατοπίζοντας το έργο της κριτικής στο πεδίο της ηθικής αξιολόγησης, διά της οικειοποίησης, ηρωοοποίησης και κανονικοποίησης, περαιτέρω, επιλεκτικά κειμένων και συγγραφέων προς όφελος μιας νέας πρότασης για το μέλλον:
Οι καιροί απαιτούν μια νέα ατζέντα και το κλειδί είναι μια νέα ετερότητα. Είναι τώρα οι Άλλοι αυτοί για τους οποίους οι συγγραφείς κατά κύριο λόγο ενδιαφέρονται, αυτοί οι άλλοι οι οποίοι δεν διαφέρουν μόνο ή συγκρούονται με το στάτους κβο, αλλά που γενικά καταγγέλλουν το υπάρχον πολιτικό και αξιακό σύστημα και που ερωτούν, υπονομεύουν και απαξιώνουν το κατεστημένο κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο.[31]
Κατά παρόμοιο τρόπο, Τουρκάλα ακαδημαϊκός σε έγκριτο, κατά τα άλλα, περιοδικό κρίσης Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, αφότου σχολιάσει την «αυθαίρετη εθνικοποίηση»[32] του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’Εurope,[33] από την Κυπριακή Δημοκρατία, εγγίζοντας αφενός τη μεταφυσική των σιροπιαστών, αφετέρου τη γεωπολιτική της αμφισβήτησης της ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τέτοιας, υποστηρίζει πως τα διηγήματα του Δημητρίου «αποδομούν την ιδέα του έθνους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ως γενεαλογικής ένωσης, καταστρέφοντας την οικογένεια και τις αξίες της εκ των έσω».[34]
Ομοίως, σε κείμενο προερχόμενο από το πεδίο των μεταναστευτικών σπουδών, η ροπή του συγγραφέα προς την «περιφερειακότητα» (regionality), αλλά και η χρήση του ηπειρώτικου ιδιώματος –το οποίο καλείται εσφαλμένα «διάλεκτος», όπως και σε άλλες περί τον Δημητρίου αναλύσεις–[35] αναγιγνώσκεται «ως στρατηγική αμφισβήτησης των προτύπων του “εθνικού”».[36] Διατυπώνεται επίσης η άποψη ότι η επιλογή του ιδιώματος στο μυθιστόρημα Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου αντιστοιχεί σε νόστο του αφηγητή Σπετίμ για τη «γενέθλια» Αλβανία, ή ακόμη σε «ενδιαφέρον […] προς την απεικόνιση των Βαλκάνιων μεταναστών, τη συνάντηση και αλληλεπίδραση ντόπιων και ξένων, το άνοιγμα στον Άλλο, την ξενοφοβία ή την υπεράσπιση του ξένου» και τη «σταδιακή συμφιλίωση των Ελλήνων με την πολυπολιτισμική κοινωνία στην οποία ζουν».[37]
Κανονιστικά φορτισμένη υπήρξε και η πρόσληψη του Δημητρίου στο γαλλικό κοινό, με κείμενα που αρθρώνουν φιλομεταναστευτική στάση, παρουσιάζοντας τη μετάβαση από τη φιλοξενία στη ξενοφοβία ως φαινόμενο καθολικής οπισθοδρόμησης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.[38] Η χρήση του ιδιώματος στον Δημητρίου ερμηνεύεται εν προκειμένω με ηθικολογικούς όρους, παράγοντας, για τον αρθρογράφο, μια «δυσκολία που προέρχεται από την ηθική ιδιαιτερότητα, που οφείλουμε, ως αναγνώστες, να επιδείξουμε, προκειμένου να πετύχουμε την ενσυναίσθηση απέναντι σε αυτούς τους χαρακτήρες και την εμπειρία τους».[39]
Συναφώς, εγχώριες κριτικές προσεγγίζουν τη γλώσσα του Δημητρίου ως «ετερότητα, που διαμορφώνει μαζί με τα σύνορα μια ματιά ανήσυχη γύρω από τα όρια και τα σχήματα»[40] ή ως «τάση απομάκρυνσης από […] το έθνος»[41] και όχι ως οργανικό κομμάτι μιας ενιαίας γλωσσικής παράδοσης στις ποικίλες εντόπιες εκφάνσεις της, όπως την προσδιορίζει, εξάλλου, και ο ίδιος ο Δημητρίου:
Πρόκειται για την πανελλαδική, δημώδη γλώσσα που συναντάμε στην Κύπρο, την Κρήτη, την Ήπειρο κ.ά. Διαφέρει ίσως η εκφορά της αλλά μιλιέται ακόμα από τους Βορειοηπειρώτες, γιατί δεν έχει αλλοιωθεί εντελώς το γλωσσικό τους στοιχείο.[42]
Μα δεν μιλάμε για εθνική γραφίδα αλλά για εθνική γλώσσα.[43]
Η δε νουβέλα του Η σιωπή του ξερόχορτου έτυχε ανάλυσης στο πλαίσιο συνεδρίου και στρογγυλής τραπέζης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για το μέλλον των Νεοελληνικών Σπουδών ως προβληματισμός γύρω από την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα, τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, αλλά και γύρω από την αποκατάσταση του όρου «μετανάστης» ως «ενός από τα καθήκοντα των σύγχρονων μελετητών της νεοελληνικής πραγματικότητας στον 21ο αιώνα», με φόντο την ούτω καλούμενη «κατασκευή» του «θετικού», ως αποκαλείται, αξιολογικά προσδιορισμού της «προσφυγικότητας» στην περίπτωση της Κύπρου.[44] Πέρα από τη χρήση της προβληματικής έννοιας της «κατασκευής» στο μεταδομιστικό υπόδειγμα, η οποία, ανάμεσα σε άλλα, παρέχει μια ντετερμινιστική ερμηνεία των διαδικασιών υποκειμενοποίησης, απονευρώνοντας τα δικαιώματα του σώματος, ως και τις έννοιες της ατομικής ευθύνης και της εμπρόθετης δράσης, πέρα ακόμα από τη συστηματική απο-οντολογικοποίηση της καθ’ όλα ιστορικής –με υλικό αντίκτυπο σε σώματα, ζωές και χώρο– εμπειρίας της βίας στην κυπριακή περίπτωση, η οποία, σε τέτοιου είδους αναλύσεις, εκπίπτει σε αποτέλεσμα λόγων, αφηγημάτων και αναπαραστάσεων, παρέχοντας τροφή στον ιστορικό αναθεωρητισμό, προσπερνώντας, ακόμα, τη συγκριτική εξίσωση ανόμοιων μεταξύ τους καταστάσεων και γεωγραφιών (προσφύγων της τουρκικής εισβολής και αιτητών πολιτικού ασύλου, Βορειοηπειρωτών και οικονομικών μεταναστών, παλιννοστούντων και λαθρομεταναστών ή φαινομένων υβριδικού πολέμου που διεξάγει το τουρκικό κράτος στον Έβρο και την κατεχόμενη Κύπρο), συνυπολογισμού χρήζει εν προκειμένω η σαρωτική –ου μην προκλητική– στις Αντιπαθητικές λέξεις απόρριψη από τον Δημητρίου της κλιματικής αλλαγής ως φαινομένου αποκλειστικά ανθρωπογενούς, αλλά και η ενσωμάτωση από μέρους του της οικολογίας σε πλέγματα πολιτικής σημασιοδότησης με εγγύτητα στην ακρότητα του εθνομηδενισμού:
Στην αναμπουμπούλα χώνονταν και κάτι εναλλακτικοί οικολόγοι. Αυτοί έχαναν το όποιο δίκιο τους γιατί πίστευαν πως η λεγόμενη αλλαγή κλίματος οφείλεται αποκλειστικά σε ανθρωπογενείς λόγους. Αν τους έλεγες πως πριν πέντε χιλιάδες χρόνια η Σαχάρα ήταν ζούγκλα, θα σε κοιτούσαν αλά Μαντ. Ομοίαζαν κάπως με τους εθνομηδενιστές, που ισχυρίζονταν πως για όλα τα δεινά του κόσμου φταίνε ο πατριωτισμός και οι Έλληνες.
Κατηγορηματικές προσεγγίσεις του είδους, ειδικά σε ό,τι αφορά την ενθουσιώδη πρόσληψη του Δημητρίου από νεοκυπριακούς λογοτεχνικούς κύκλους, προσκείμενους στην Αριστερά,[45] απαντούν αυξανόμενα και στη Μεγαλόνησο, άμεσα συνδεδεμένες με την προαγωγή μιας ανιστορικής, ιθαγενούς, ούτως ειπείν, «κυπριακής» ταυτότητας, σχετικής με την πολιτικά επιβεβλημένη θεσμοποίηση της διαλέκτου σε γλώσσα, εν είδει ορισμένης ιδεολογικής αντίληψης περί της επαναπροσέγγισης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και τη μορφή επίλυσης του κυπριακού προβλήματος.[46]
Το μεταδομιστικό παράδειγμα, καίτοι κατά περιπτώσεις νομιμοποιημένο, υποβαθμίζει, στο πλαίσιο μιας ολιστικής ανάλυσης του Δημητρίου, τη δριμύτατη κριτική του πεζογράφου στην εμφυλιακή Αριστερά, απέναντι στην οποία εκφράζεται αιχμηρά ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, το 1993.[47] Χρήζει, ακόμα, προσοχής ότι στα μυθιστορήματα του Δημητρίου, σε αντίθεση, επί παραδείγματι, με τα διηγήματα της κοντοχωριανής του Τασίας Βενέτη,[48] δεν κυριαρχούν αναφορές γύρω από τη γερμανική κατοχή, αλλά σχετικά με τα μαρτύρια των Ηπειρωτών στα χέρια των ανταρτών,[49] στο ισοδύναμο, ως περιγράφεται, αυτών κακό των Τσάμηδων (μουσουλμάνων, καλουμένων και «Τούρκων», «Τουρκοτσάμηδων» και «Τσιετών»),[50] αλλά και σε μεγάλο βαθμό στο κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και της ολοκληρωτικής από μέρους του αντιμετώπισης της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας. Διωγμοί, εκτοπίσεις, εκτελέσεις, αυθαίρετες φυλακίσεις, βασανιστήρια, τάγματα εργασίας, χωρισμός οικογενειών, κρατική τρομοκρατία και άλλα δεινά αποτελούν το κυρίως σώμα των μυθιστορηματικών αφηγήσεων του Δημητρίου (1993, 2002, 2021), καίτοι περνούν σχεδόν ασχολίαστα από τις μεταναστευτικές προσεγγίσεις στο έργο του, και κορυφώνονται σε ριζική κριτική της κομμουνιστικής ιδεολογίας, με έμφαση σε ό,τι προσεγγίζεται από τον συγγραφέα ως ανακολουθία ρητορικής και πράξεων:
Άφηκαν νά ’ρθουν οι κοπέλες και τ’ αγγόνια για την κηδεία. Η μαυρο-Κασσιανή αποξενώθηκε. […] Της έδειχναν σέβας οι υπεύθυνοι στο χωριό […], σωστή γυναίκα της πολιτείας. […]
«Πού ’ναι η αδερφοσύνη;», της λέγω.[51]
*
Ηύραμαν με τη θειάκω μου έναν από ταύτους […]
«Ω παιδάκι μου», του λέει η θειάκω.
«Τι παιδάκι μου και παιδάκι μου λες», την φοβέρισε. […] Ή σύντροφε ή τίποτα».[52]
*
«Τι δικαιοσύνη είναι αυτή που λέτε αράδα; Πού ’ν’ τη, διαόλοι.»
«Έννοια σου, φασίστρια, έχε χάρη που έχεις παιδιά, αλλιώς ξέραμαν τη δουλειά μας. Ράφ’ το, δεν σ’ ωφελάει το στόμα σου».[53]
Παράλληλα, στις κριτικές αυτές παραγνωρίζεται ερμηνευτικά, πριμοδοτώντας τη θυματοποίηση του «άλλου», η αναγνώριση από μέρους του Δημητρίου των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που προκύπτουν από το μεταναστευτικό φαινόμενο, τα οποία εκφράζονται μάλιστα συχνά μέσα από το στόμα του ίδιου του Σπετίμ:
Σαν τα μικρά παιδιά ήμασταν, τα καρτεράγαμε όλα από τους ντόπιους. […] Ως κι οι μαυρογυναίκες άπραγες· γύριζαν σαν τις κολοκύθες στη βίρα.[54]
«Καλά μο’ βρικολάκοι», μας λέει, «στο κατώι σας είχαν κλεισμένους; Δεν μου αφήκαταν τίποτα. Παλιοτσίγκια, σύρματα, ως και την κορίτα που πίνουν νερό τα ζώα πήραταν. Καλά, μήνα το θέλαταν εσείς. Εκεί σας έφτακαν. […] Να φυλαγόσταστε απ’ τους χωριάτες», μας είπε. «Είναι εξαγριωμένοι όλοι, με το δίκιο. Έχουν όπλα και ρίνουν».[55]
Έπρεπε να φύγω κι εγώ από εκεί, ο τόπος ήταν μικρός. Δεν σήκωνε άλλα ψυχώματα.[56]
«Μας παίρετε τη χαψιά μέσα απ’ το στόμα. Ανάθεμα την κατάρα που σας έφερε» […] Δίκιο είχαν κι αυτοί, δίκιο κι εμείς. Αλλά πού να το βρούμε; Ποιο κλαρί το κάνει;[57]
Συνυπολογισμού, ταυτόχρονα, για μια πληρέστερη ανάγνωση του πεζογράφου, χρήζει, πρωτίστως, η απονομιμοποιητική της απόλυτης θυματοποίησης των μεταναστών προσέγγισή του, δηλώνοντας μάλιστα, σε αντίθεση με την προβληματική γενίκευση του ρατσισμού ως καθολικού γνωρίσματος της ελληνικής κοινωνίας από κριτικές που έχει λάβει, ότι η κοινωνία των Ελλήνων πολιτών στέκεται αλληλέγγυα απέναντι στους δυσπραγούντες μεταναστευτικούς πληθυσμούς:
Είμαι αγανακτισμένος με την πολιτική.Θα έπρεπε να έχουν πάρει τα μέτρα τους. Στην Ηγουμενίτσα είναι χιλιάδες οι μετανάστες. Τι συμβαίνει όμως; Οι νοικοκυρές, πέρα από τον δήμο και το κράτος, κρεμάνε στους κάδους φαγητά και πάνε τα παιδιά και τρώνε. Δεν είναι καθόλου ρατσιστικός λαός οι Έλληνες, είναι ένας μύθος τρομερός αυτός. Θα πω κάτι παρακινδυνευμένο, που πιστεύω ότι είναι αλήθεια: μέχρι το ’50 στα χωριά μας κανείς δεν πέθανε από πείνα […]. Μετά το ’50 οι χωριάτες ανακάλυψαν τη φτώχια; Επί ελευθερίας είδαν τη φτώχια και πήγαν στη Γερμανία; […] Όχι, πήγαν για τα μπιχλιμπίδια. Όπως κι η πλειονότητα των σημερινών μεταναστών. Κάθε τόπος, αν τον δουλέψεις, σε ζει.[58]
Το [μεταναστευτικό] θέμα είναι πλέον τόσο πολύπλοκο ώστε είναι δύσκολο να εκφέρει κανείς άποψη.[59]
Μπορεί επιφανειακά, οικονομικίστικα, οι μετανάστες να προσέφεραν αλλά η παρουσία τους επέτεινε τον ατομισμό και το αίσθημα φόβου και απομονώσεως στους ντόπιους. Ενώ η πρώτη γενιά μεταναστών εφέρετο με ψευδοταπεινό φόβο μίσους, η δεύτερη γενιά που μιλούσε την γλώσσα και είχε διαποτιστεί με το άγχος των γονιών τους εφέρετο με ψυχική αγριότητα. Στα λεωφορεία κάθονταν με τα πόδια ανοιχτά […] αναγκάζοντάς σε να καθίσεις στο ένα κωλομέρι. […] Έκαναν μονόζυγο στις οριζόντιες σωληνώσεις, φωνασκούσαν, γελούσαν. Μια φορά μια ηλικιωμένη ζήτησε ευγενικά να παραμερίσουν […] και χύθηκαν να την φάνε.[60]
Ξενίζουν, παράλληλα, αναφορές από τον φιλελεύθερο αγγλοσαξονικό χώρο, με ευκρινή προσέγγιση του μεταναστευτικού ως ζητήματος που αφορά αμιγώς την ανθρωπινότητα, οι οποίες προσδιορίζουν το εντόπιο και προνεωτερικό υπόδειγμα στον Δημητρίου ως «προεθνικιστικό»,[61] αν ιδωθούν υπό το φως της σπαραχτικής φωνής των αποκομμένων από τον εθνικό κορμό Ελλήνων ηρώων του της Βορείου Ηπείρου:
Στα βαφτίσια ζήτησε ο άντρας μου την άδεια να κάνομε γλέντι. Μας την έδωκαν, […] άρχεψε να λέει την «Δεροπολίτισσα» κι άλλα τραγούδια που δεν άφηναν […], λες και δεν τον ήκουσαν οι σπιούνοι.
«Αφήστε με, γαμώ τον Θεουλάρη σας», έλεγε το μαυρόνομα. […] Γύρισε κατόπι στο Περδικάρι, στα πέρα χωριά της Μουργκάνας πούηταν λεύτερα κι άρχισε να κλαίει και να φωνάζει, «Γιατί μας εχάσατε, ωρ’ αδέρφια. Δεν δουρούμε άλλο οι μαύροι».[62]
Εκκινώντας από το «μαυρόνομα» του Βορειοηπειρώτη του παραθέματος, το οποίο υποκαθιστά το όνομα «Φώτος», η ονοματοδοσία στον Δημητρίου προδίδει το σημαινόμενο («φωτεινός») και η γλώσσα μαρτυρεί, με ειρωνική αντιστροφή («μαύρος»), την ήττα του ανυπεράσπιστου απέναντι στην τύχη και την ιστορία.
Ταυτόχρονα, εφιστώ την προσοχή στον αφελληνισμό της εθνικής μειονότητας, ως περιγράφεται στο βιβλίο, υπό το καθεστώς τρόμου και εκφοβισμού, αρχής γενομένης από τη βίαιη αλλαγή των ονομάτων, καταρχήν δεικτών εθνοτικής ταυτότητας, εξαιτίας της οποίας ο εγγονός της Ποβλιώτισσας Σοφιάς λαμβάνει το αλβανικό όνομα Σπετίμ:
Τους έδωσε αλβανικά ονόματα, ν’ απαλύνει την κατάρα του Έλληνα. […] Αλλά δεν μας χρωστάει καλό ο Θεός.[63]
Ο δε τίτλος του αφηγήματος Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ο οποίος προκύπτει από την τελευταία σκηνή του βιβλίου και τον διάλογο ανάμεσα στον Σπετίμ και τον Δημήτρη, λειτουργεί ως πράξη γλωσσικής αναγνώρισης, όπου το όνομα συγκροτεί το πρόσωπο σε καταρχήν διαπροσωπική διάδραση και με όρους ανθρώπινης σχέσης. Δοκιμάζεται, περαιτέρω, ακουστικά και αισθητηριακά («ν’ ακούω καλά»), άνευ των αποταυτοτικών πρακτικών του αλβανικού, ως ειπώθηκε, καθεστώτος, προκειμένου να αρθρωθεί στον λόγο και, ως τέτοιο, να υπάρξει μέσα στον κόσμο. Ο Σπετίμ, ως φορέας ονόματος και (εθνικής) ταυτότητας, την οποία στερήθηκε τόσο εκτός όσο και εντός Ελλάδας, τυγχάνει αναγνώρισης και νοηματοδότησης στην αφήγηση μόνο φαντασιακά, μέσα από το συνεκτικό βλέμμα της μητρικής μορφής, πρόσφορο σε ψυχαναλυτικού τύπου αναλύσεις γύρω από τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης: «Ω μάνα, έρθε, έρθε ο Σπετίμ».[64] Το ίδιο το βιβλίο του Δημητρίου αποτελεί συναφώς μετασχόλιο της αφήγησης, δίνοντας στον ήρωα χώρο και φωνή για να αρθρώσει την προσωπική και συλλογική, καθ’ όλα εθνική του (προ)ϊστορία.
Καθίσταται συνεπώς φανερό πως τα βιβλία του Δημητρίου ελκύουν γύρω τους συχνά ερμηνείες αυθαίρετες, παρότι σχολαστικά, ορισμένες, θεμελιωμένες σε θεωρητικά κριτικά πλαίσια, που χαρακτηρίζονται από τη συναισθηματική πλάνη (affective fallacy) του κριτικού, έναντι του κειμένου, του ιστορικού του πλαισίου και του δημιουργού του. Κριτική, περαιτέρω, στην αγγλική μετάφραση του έργου του Δημητρίου αφενός αφαιρεί από αυτό τον πολιτικό του χαρακτήρα –σημείο τομής, ως αναλύεται ανωτέρω, στη μεταπολιτευτική πεζογραφία–,[65] αφετέρου το προσλαμβάνει μέσα από ένα συγκινησιακό και ηθικοπολιτικό πρίσμα, που αφορά σε οικείες στη συντάκτρια της κριτικής τοποθετήσεις:
Σε μία χώρα παραδοσιακής μετανάστευσης στο εξωτερικό, περίπου το ένα δέκατο του πληθυσμού είναι τώρα νέοι μετανάστες. Οι προκύπτουσες εντάσεις δεν μετριάσθηκαν από το γεγονός ότι η εργασία των νεοαφιχθέντων συνέβαλε καθοριστικά στην ένταξη της χώρας στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Σε αυτό το πλαίσιο το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου είναι μία υπαινικτική πρόκληση στις ελληνικές προκαταλήψεις.[66]
Η Çelik φτάνει μάλιστα στο σημείο να συνδέσει τα διηγήματα του Δημητρίου με την υπόθεση της Κωνσταντίνας Κούνεβα,[67] πρώην ευρωβουλευτή του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), τις ταραχές του Δεκεμβρίου του 2008,[68] αλλά και με την από μέρους της αρθρογράφου πρόθεση καταγγελίας συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών, που παραμένουν –πέρα από την όποια εκπεφρασμένη ή υπόρρητη κριτική του Δημητρίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση– έξω από την αναφορική σφαίρα του συγγραφέα:
Ένα παράδειγμα τέτοιων «εναλλακτικών δικτύων αλληλεγγύης» εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των ταραχών του 2008-2009 στην Ελλάδα, όταν φοιτητές διαδηλώνοντας έδειξαν την αλληλεγγύη τους προς τη μετανάστρια εργάτρια Κωνσταντίνα Κούνεβα. […] Τα κείμενα του Δημητρίου […] αντιστοιχούν σε αυτό για το οποίο διαμαρτύρονταν οι νεαροί διαδηλωτές στην Ελλάδα: το δημογραφικό άγχος που παράγει πολιτικές που υποστηρίζουν την «ιθαγενή» αναπαραγωγή δεν έχει κανένα νόημα σε μια εποχή που οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές υπονομεύουν την κοινωνική αναπαραγωγή με περικοπές στην εργασία, τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, τη χρηματοδότηση του δημόσιου σχολείου, τις συντάξεις και τους μισθούς.[69]
Λαμβάνοντας υπόψη την ευκρινή κριτική του Δημητρίου, τόσο σε διηγήματα όσο και στα αφηγήματα και τα μυθιστορήματά του, απέναντι στη μελανή ιστορία της εμφυλιακής Αριστεράς,[70] η παρούσα μελέτη αναδεικνύει, εστιάζοντας στις Αντιπαθητικές λέξεις, την ενίοτε επιλεκτική, στρεβλωτική και ιδεοληπτική διαχρονικά ανάγνωση του συγγραφέα, δεδομένου ότι ο ίδιος διατυπώνει ανοιχτά, τόσο στα βιβλία όσο και σε δημόσιες παρεμβάσεις του, μια πολιτική ταυτότητα προσδιορισμένη, αφενός, στον χώρο του κέντρου, η οποία επικρίνει σφόδρα, αφετέρου, την πολιτική των άκρων, και δη τη ρητορική η οποία εκφράζεται από τον αριστερό πολιτικό χώρο, αλλά και τον διττά φιλελεύθερο και προοδευτικό χώρο διεκδίκησης των πολιτικών ταυτότητας.
Αξίζει να σημειωθεί πως η παρέμβαση του Δημητρίου υπήρξε από τις πρώτες στη Μεταπολίτευση και ίσως η σημαντικότερη μετά από εκείνη του συντοπίτη του Νίκου Γκατζογιάννη[71] –και αρκετά αργότερα του Θανάση Βαλτινού,[72] καίτοι αυτή προβάλλεται ως η πρώτη και σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα– που τόλμησαν να κινηθούν εκτός του κυρίαρχου στη δημόσια και τη λογοτεχνική σφαίρα λόγου περί του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς,[73] πέρα από τη διακριτή κριτική αμφισβήτηση των κομματικών πρακτικών, ως διαπιστώνεται, στο λογοτεχνικό πεδίο,[74] προερχόμενη κατά κύριο λόγο από το εσωτερικό της Αριστεράς.
Όχι τυχαία, ο ίδιος ο Γκατζογιάννης, επίσης απών από τις υπάρχουσες γραμματολογικές προσεγγίσεις,[75] παρά τις οξύτατες αντιδράσεις που προκάλεσε ειδικά η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του το 1985, σε βαρυσήμαντη και ασχολίαστη μέχρι στιγμής κριτική του για τον Ουρανό απ’ άλλους τόπους επισημαίνει εύστοχα πως οι εγκωμιαστικές, κατά τα άλλα, κριτικές γύρω από το βιβλίο παρέκαμψαν συνειδητά το ακανθώδες θέμα της πολιτικής αιχμής του:
Υπάρχει μια πολιτισμική εμμονή στην Ελλάδα να ρίχνουν στο πηγάδι της λήθης τα βίαια γεγονότα του Εμφυλίου και ιδιαίτερα τη βαρβαρότητα των κομμουνιστών σε περιοχές που ήλεγχαν. […] Είναι σημαντικό να θυμόμαστε [….] [τ]η Μακρόνησο. Είναι εξίσου σημαντικό όμως, να μην ξεχάσουμε τη σφαγή των 120 στρατιωτών στον Τσαμαντά […] ή των άμοιρων γυναικών, όπως η Μηλιά και η μητέρα μου, Ελένη Χαϊδή Γκατζογιάννη, που εκτελέστηκαν στα χωριά που κατείχε ο Δημοκρατικός Στρατός. Αξίζουν συγχαρητήρια στον Σωτήρη Δημητρίου, όχι μόνο για το έξοχο λογοτεχνικό του κείμενο που αναφέρεται σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, αλλά και γιατί έγραψε για αυτό με ειλικρίνεια και χωρίς φόβο. […] Είναι ένα από τα σπάνια βιβλία στα οποία η δύναμη της τέχνης επαναδημιουργεί την πλήρη ιστορική αλήθεια.[76]
Παρόμοια ενόχληση από μέρους της Αριστεράς απέναντι σε βιβλία του, άκρως επικριτικά, όπως και εκείνα του Δημητρίου, του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, εκφράζει εξάλλου και ο παλιννοστών συγγραφέας από τη Βόρειο Ήπειρο Τηλέμαχος Κώτσιας, καίτοι και ο ίδιος υποστηρικτής του Κομμουνιστικού Κόμματος στο παρελθόν,[77] ο οποίος τίθεται εξίσου συχνά υπό τον φακό εξομοιωτικών των Ελλήνων της Αλβανίας και αλλοδαπών μεταναστών προσεγγίσεων.
Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, οι Αντιπαθητικές λέξεις, παρά τις προκλητικές ενίοτε τοποθετήσεις τους και τη θάλλουσα ποσοτική επιτυχία και τη μεταφραστική και διακαλλιτεχνική τύχη του συγγραφέα, δεν τέθηκαν, ως θα τους άρμοζε, υπό τον ερευνητικό φακό της σύγχρονης ελλαδικής διανόησης, η οποία αντιμετωπίζει μάλλον αμήχανα, ως προς το πολιτικό σκέλος, τη λογοτεχνία που προέρχεται από την Ήπειρο ή και την Κύπρο.
Δεδομένης και της πρόσφατης έκδοσης της Ιθάκης (2025) του Αλέξη Τσίπρα,[78] η οποία ανακίνησε πάθη και συζητήσεις γύρω από την κρίσιμη περίοδο του 2015, έπειτα της ίδρυσης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) και της αμφιλεγόμενης επιστροφής του πρώην Πρωθυπουργού στην πολιτική ζωή της χώρας, οι Αντιπαθητικές λέξεις αποκτούν μια νέα επικαιρότητα, ενώ παρέχουν ενδιαφέρουσα σατιρική οπτική στα γεγονότα της οικονομικής κρίσης, με ιδιαίτερη αναφορά στον αριστερό πολιτικό λόγο, το πρόσωπο του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα και τις πολιτικές που οδήγησαν στο δημοψήφισμα του 2015, τα μνημόνια, τη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την απρόσβλητη διείσδυση του δυτικού υποδείγματος βίου στον ελληνικό κόσμο. Το βιβλίο αυτό του Δημητρίου, όπως επιθυμώ να καταδείξω, εντάσσεται σε μία σειρά έργων του που διασυνδέουν ευθέως το πολιτικό με το γλωσσικό και το εθνικό με το εντόπιο, μέσα από τη σατιρική προσέγγισή του, πρώτον, της ρητορικής της Αριστεράς, με ιδιαίτερη αναφορά στις μυθικές δομές του πολιτικού της λόγου, τη συζήτηση περί πολιτικών ταυτοτήτων και της πολιτιστικής της ηγεμονίας στο συμβολικό πεδίο της μεταπολιτευτικής περιόδου και, δεύτερον, της γλώσσας των Βρυξελλών, των τεχνοκρατών, του ορθολογικού παραδείγματος και εν γένει του ατομικιστικού και κοσμικού προτύπου της νεωτερικότητας. Ως τέτοιο, το εν λόγω βιβλίο δεν υστερεί ειδολογικά από τα υπόλοιπα είδη που ο συγγραφέας έχει διαχρονικά καλλιεργήσει, ενώ χρήζει ειδικά κριτικής προσοχής ως αναπόσπαστο μέρος μιας παραγωγής που συνέχεται και εξελίσσεται οργανικά, καλώντας σε ολιστικότερες και πιο προσεκτικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
///
[1] Ενδ., με αναφορά σε κριτικές για τα πρώτα του βιβλία: Κώστας Τσαούσης, «14 ιστορίες που δεν σηκώνουν αντιρρήσεις», Έθνος, 30 Σεπτεμβρίου 1987, 26. Κώστας Σταματίου, «Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ’ ιμ Χριστάκη», Τα Νέα, 16 Ιανουαρίου 1988, 32. Νίκος Χειλαδάκης, «Ένα παιδί απ’ τη Θεσσαλονίκη», Ριζοσπάστης, 12 Απριλίου 1990, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 12 Ιανουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/17362/files/npa-2005-16850.pdf. Ελισάβετ Κοτζιά, «Καθαρότητα αφήγησης», Η Καθημερινή, 21 Νοεμβρίου 1993, ένθετο Επτά ημέρες, 37. Χρίστος Παπαγεωργίου, «Τρεις γενιές», Η Αυγή, 12 Δεκεμβρίου 1993, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 12 Ιανουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/12999/files/npa-2005-12621.pdf. Γιώργος Αράγης, «Σωτήρη Δημητρίου: Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου», Πλανόδιον, τχ. 20 (Ιούνιος 1994), 435–439. Δ. Ν. Μαρωνίτης, «Παραμεθόριος πεζογραφία: Το παράδειγμα του Σωτήρη Δημητρίου» [1995/1996], στο Κειμενοφιλικά, Κέδρος, Αθήνα 1997, 69–78. Παντελής Μπουκάλας, «Ιδιωματική εξιστόρηση μιας διπλής προσφυγιάς», Η Καθημερινή, 30 Νοεμβρίου 1993, 14. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Αναζήτηση πατρίδας», Τα Νέα, 12 Ιουλίου 1994, 28. Κώστας Ι. Τσαούσης, «Κόλαση χωρίς καθαρτήριο», Έθνος, 17 Ιανουαρίου 1994, ημ. ημερ. τελευτ. πρόσβ. 12 Ιανουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/11193/files/npa-2004-10856.pdf. Νίκος Ντόκας, «Οι ακρίτες», Ελευθεροτυπία, 2 Οκτωβρίου 1994, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 12 Ιανουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/11860/files/npa-2004-11500.pdf. Η πρόσφατη απόδοση πρωτοπορίας σε κατά πολύ νεότερους συγγραφείς, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (Τίνα Μανδηλαρά, «Ένας νέος συγγραφέας, μια νέα προοπτική για το βιβλίο», Lifo, 14 Αυγούστου 2026, https://www.lifo.gr/culture/vivlio/enas-neos-syggrafeas-enas-neos-ekdotikos-oikos-mia-nea-prooptiki-gia-biblio), και η πρωτοφανής ομογενοποίηση διαφορετικών εντός του ελληνικού κόσμου τάσεων ως προς τη λογοτεχνική χρήση ιδιωματικής γλώσσας γραμματολογικά δεν ευσταθεί και ευλόγως προκάλεσε αντιδράσεις σε κριτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους, με προεξάρχοντα τον καταξιωμένο Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη· από μια τέτοια προσέγγιση εξαιρείται περαιτέρω η θαλερή κυπριακή διαλεκτική παράδοση από τον Μεσαίωνα στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή. Το ζήτημα εκφεύγει των ορίων διερεύνησης της παρούσας μελέτης, αποτελεί ωστόσο πάγιο αντικείμενο ερευνητικής ενασχόλησης, πέραν ενός αριθμού οικείων επιστημονικών δημοσιεύσεων, στο οποίο θα επανέλθουμε.
[2] Ευάγγελος Αυδίκος και Κώστας Καραβίδας (επιμ.), Η πεζογραφία του Σωτήρη Δημητρίου, Αιγόκερως, Αθήνα 2025.
[3] Σωτήρης Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους, Πατάκης, Αθήνα 2021.
[4] Σωτήρης Δημητρίου, Αντιπαθητικές λέξεις, Πατάκης, Αθήνα 2024. Εφεξής, οι αναφορές στο βιβλίο τίθενται με τον αριθμό της σελίδας εντός παρενθέσεως.
[5] Σωτήρης Δημητρίου, Μια Μαρίνα Τζάφου, Πατάκης, Αθήνα 2023.
[6] Καταγράφονται, μέχρι στιγμής, μόνο οι εξής κριτικές: Λίνα Πανταλέων, «Γελοία γλώσσα», Η Καθημερινή, 16 Ιουνίου 2024, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 20 Φεβρουαρίου 2026, https://www.kathimerini.gr/culture/563081362/geloia-glossa/. Τούλα Ρεπαπή, «Σωτήρης Δημητρίου, Αντιπαθητικές λέξεις», 17 Σεπτεμβρίου 2024, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 20 Φεβρουαρίου 2026, https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/23072-antipathitikes-lexis. Μαρία Μοίρα, «Το νόημα των λέξεων», Η Αυγή, 30 Ιουλίου 2024, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 18 Ιανουαρίου 2026, https://www.avgi.gr/entheta/anagnoseis/491096_noima-ton-lexeon. Ως επίσης και η σύντομη τηλεοπτική αναφορά στο Μανώλης Πιμπλής και Σταυρούλα Παπασπύρου, «Βιβλιοβούλιο: Καρίλ Φερέ (06/07/2024)», Βουλή TV, 6 Ιουλίου 2024, αναρτήθηκε στο Hellenic Parliament TV [YouTube], 8 Ιουλίου 2024, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 21 Ιανουαρίου 2026, https://www.youtube.com/watch?v=NZi1MZyixxY.
[7] Με αναφορά στο πρώτο του μυθιστόρημα, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (Κέδρος, Αθήνα 1993), βλ. «Σωτήρης Δημητρίου», Παρασκήνιο, Αρχείο ΕΡΤ, 2002, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 16 Φεβρουαρίου 2026, https://archive.ert.gr/6613/: «Δεν το βάζω μπροστά απ’ τα διηγήματα που έχω γράψει. Το λέω αυτό διότι πολλοί αναγνώστες λένε πως είναι το καλύτερο βιβλίο μου». Βλ. επ. Σωτήρης Δημητρίου και Έμυ Ντούρου, «Ο Σωτήρης Δημητρίου στο Documento: “Χρησιμοποιούμε μια γλώσσα που προκαλεί βαθιά χασμουρητά”», Documento, 20 Μαΐου 2025, https://www.documentonews.gr/article/o-sotiris-dimitrioy-sto-documento-xrisimopoioyme-mia-glossa-poy-prokalei-vathia-xasmoyrita/: «Σήμερα δεν μου λένε για τη “Μαρίνα Τζάφου” ή για τις “Αντιπαθητικές λέξεις” που τα θεωρώ σπουδαία για μένα. Μου λένε για το “Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη”».
[8] Σωτήρης Δημητρίου και Μάνια Στάικου, «Να γιατί οι ήρωές μου είναι ακραίοι», Επενδυτής, 31 Ιουλίου–1 Αυγούστου 1999, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 21 Ιανουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/5878/files/npa-2004-5650.pdf: «Υπάρχει ο κίνδυνος ν’ ακούσει κάποιος τη γνώμη ενός κριτικού και η κριτική αυτή να δράσει ως παραμορφωτικός καθρέφτης στο έργο του». Βλ. επ. «Σωτήρης Δημητρίου», ό.π. (σημ. 7): «Λίγες φορές όμως οι κριτικοί πλησιάζουν μ’ ανοιχτές όλες τις κεραίες τους». Βλ. επ. τα σχόλια του Δημητρίου γύρω από κριτικές που έχει δεχθεί από το αθηναϊκό κέντρο στο Σωτήρης Δημητρίου, Δήμητρα Δημητρίου και Αντώνης Γεωργίου, «Γλώσσα απ’ άλλους τόπους», Βιβλιοτρόπιο, Λεμεσός, 9 Νοεμβρίου 2022, αναρτήθηκε στο Vivliotropio [YouTube], 2 Δεκεμβρίου 2022, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 16 Ιανουαρίου 2026, https://www.youtube.com/watch?v=s1M6IcJ4WnE: «Η ηθογραφία είναι κατάταξη των γραμματολόγων. […] Και, χωρίς να το θέλεις, βγαίνεις με μια περικεφαλαία στο κεφάλι σου που λέει “ηθογράφος”, “νατουραλιστής”»· «Ποιος δεν καταλαβαίνει; Οι χθεσινές βοσκοπούλες και τα χθεσινά αγροτόπαιδα η Ελλάδα –η Ελλάδα διακόσια χρόνια βίο έχει– στα βουνά και στους κάμπους ήταν. Δεν καταλαβαίνουν τις χθεσινές βοσκοπούλες, λες και έχουν την καταγωγή από τις Βερσαλλίες!». Παρόμοιου τύπου αιχμές σε εμφανώς συγκεκριμένες κριτικές και κατηγοριοποιήσεις που έχει δεχθεί και στα λογοτεχνικά του βιβλία: Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, Πατάκης, Αθήνα 2023 (α΄ έκδ. 2005), 84: «Άλλοι ομιλούν για σχολές, για τεχνοτροπίες, ακόμα και για γενεές. Αλλά ακόμα και τα λογοτεχνικά είδη διαχωρίζουν και κατατάσσουν τη γραφή με, εν πολλοίς, γραμματολογικό τρόπο που αντί να ελευθερώσουν τον συγγραφέα τον οριοθετούν. Άλλοι σαν να μην φτάνει που τις όρισαν απαγορεύουν ορισμένες τεχνοτροπίες. Άλλες φορές τις θέτουν ως προμετωπίδες στους συγγραφείς για να τους λοιδορήσουν». Σωτήρης Δημητρίου, Η σιωπή του ξερόχορτου, Πατάκης, Αθήνα 2011, 49: «Και οι εν γένει γραμματολόγοι –ιδιαιτέρως οι κάθε είδους ξενιστές στο σώμα της λογοτεχνίας– έπαψαν να υφίστανται»· Δημητρίου, Αντιπαθητικές λέξεις, ό.π. (σημ. 4), 70–71: «Μάλλον αντανακλαστική έπαρση, εκ των γραμματολόγων που την επινόησαν. […] Κατ’ εξαίρεσιν επίσης ας κρύψουμε στο καλάθι και την κατασυκοφαντημένη ηθογραφία. […] Καλά να λένε πως άλλαξαν την Ευρώπη, άλλαξαν την υφήλιο, άντε άλλαξαν και το είδος. Αλλά να πουν ότι άλλαξαν και το γραμματολογικό είδος του αφηγήματος; Τόση πια δύναμη αλλαγής; Αυτό δεν αντεχόταν».
[9] Ελισάβετ Κοτζιά, «Φτωχοί και άρρωστοι», Η Καθημερινή, 11 Φεβρουαρίου 1990, 24.
[10] Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, «Ουρανός απ’ άλλους τόπους, του Σωτήρη Δημητρίου», Bookpress, 21 Οκτωβρίου 2021, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 20 Ιανουαρίου 2026, https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/14272-dimitriou-sotiris-pezografos-patakis-ouranos-ap-allous-topous-perantonakis. Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, «“Λογοτεχνία της μεθορίου”: σύνορα, ταυτότητες, ιθαγένεια», στο Αυδίκος και Καραβίδας, ό.π. (σημ. 2), 197–208.
[11] Μανδηλαρά, ό.π. (σημ. 1).
[12] Βλ. και Γιώργος Κορδομενίδης, «Ιστορίες από τη μεθόριο της ζωής», Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 4 Απριλίου 1999, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 25 Φεβρουαρίου 2026, https://digital.lib.auth.gr/record/4818/files/npa-2004-4649.pdf: «Αυτό ίσως παρασύρει τον αναγνώστη, που μπορεί να εκλάβει τον αφηγηματικό λόγο του ως ηθογραφία […]. Η προσεκτικότερη ανάγνωση των διηγημάτων του όμως αποδεικνύει ότι το ηθογραφικό πλαίσιο είναι όχι μόνον προσχηματικό αλλά και εύθραυστο».
[13] Ελισάβετ Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία 1974-2010: Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις, Αθήνα 2020, 180.
[14] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς: Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974–2017, Πόλις, Αθήνα 2018, 287.
[15] Βλ. επ. Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία, ό.π. (σημ. 13), 449: «Στα πρώτα κείμενα η ματιά του συγγραφέα ήταν νατουραλιστική, χωρίς ωστόσο να συστήνει έναν κοινωνικό πεζογράφο».
[16] Για τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα των διηγηματικών συλλογών και των μυθιστορημάτων του Δημητρίου, βλ. ενδ. Dimitris Tziovas, «Introduction», στο Sotiris Dimitriou, May Your Name Be Blessed, μτφ. Leo Marshall, University of Birmingham: Centre for Byzantine, Ottoman & Modern Greek Studies, Μπέρμιγχαμ 2000, ix-xxiv· και Ipek Azime Çelik, «Re-Imagining Union in Europe: The Politics of Body, Family, and Reproduction in Sotiris Dimitriou’s Short Stories», Journal of Modern Greek Studies 32 (2014), 417–442. Ενώ ο πρώτος παρατηρεί πως το πέρασμα του πεζογράφου από το διήγημα στο μυθιστόρημα περνά από τη μεμονωμένη ατομική περίπτωση σε γενικότερες και συλλογικές καταστάσεις, αποκτώντας συναφώς πολιτική και ιστορική διάσταση, η δεύτερη υποστηρίζει ότι ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας είναι έκδηλος και στα διηγήματα του συγγραφέα, με αναφορά στην κοινωνική βία η οποία εγγράφεται στο (ατομικό) σώμα. Βλ. επ. σειρά αναλύσεων γύρω από τις κοινωνικές πτυχές του έργου του Δημητρίου στο Αυδίκος και Καραβίδας, ό.π. (σημ. 2), 67–194. Βλ. επ. Venetia Apostolidou, «From the Underworld to Other Worlds: Political Attitudes in Contemporary Greek Fiction», στο Contemporary Greek Fiction in a United Europe: From Local History to the Global Individual, επιμ. Peter Mackridge και Eleni Yannakakis, Legenda, European Humanities Research Centre, Οξφόρδη 2004, 94–102.
[17] Δημοσθένης Κούρτοβικ, Η ελιά και η φλαμουριά. Ελλάδα και κόσμος, άτομο και ιστορία στην ελληνική πεζογραφία: 1974-2020, Πατάκης, Αθήνα 2021, 339–340.
[18] Σωτήρης Δημητρίου, Σαν το λίγο το νερό, Πατάκης, Αθήνα 2017 (α΄ έκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008), 183.
[19] Ό.π., 42.
[20] Δημητρίου, Η σιωπή του ξερόχορτου, ό.π. (σημ. 8).
[21] Σωτήρης Δημητρίου, Κοντά στην κοιλιά, Πατάκης, Αθήνα 2014.
[22] Βλ. σχετ. Δήμητρα Δημητρίου, «Ο τόπος του Ουρανού: Γλώσσα, γυναίκα και μεταφυσική στον Σωτήρη Δημητρίου», στο Αυδίκος και Καραβίδας, ό.π. (σημ. 2), 355–378: 356, 362–363.
[23] Σωτήρης Γκορίτσας, σκηνοθ., Απ’ το χιόνι, Hyperion Productions-Greek Film Center, 1993. Για προσεγγίσεις γύρω από την κινηματογραφική μεταφορά, βλ. Vangelis Calotychos, The Balkan Prospect: Identity, Culture, and Polities in Greece, Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη 2013, 165–173. Νίκη Μίγγα, «Σωτήρης Δημητρίου, Σωτήρης Γκορίτσας: από τη λογοτεχνική στην κινηματογραφική αφήγηση», Φρέαρ, 2 Φεβρουαρίου 2020, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 19 Ιανουαρίου 2026, https://frear.gr/?p=26932. Παρασκευή Δαμάλα, «Χιόνι… στην πόλη, αναπαραστάσεις μεταναστών στον ελληνικό κινηματογράφο», Open Journal of Animation, Film and Interactive Media in Education and Culture, 4 τχ. 1 (2023), https://doi.org/10.12681/afiinmec.34153.
[24] Calotychos, The Balkan Prospect, ό.π. (σημ. 23), 166.
[25] Πρβλ. Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 82, 84, 100, 107: «Μια φορά μας ζήτηξαν να ψηφίσομε, αν θέλομε να στείλομε κάτι φορτώματα καλαμπόκι στην Ελλάδα. Είπαμαν όλοι ναι, γιατί πονάγαμαν την πατρίδα»· «Λέγαμαν τραγούδια για την Ελλάδα, παλιά ή που πλάθαμαν εμείς»· «Είμαστε καλοί άνθρωποι, Έλληνες»· «Σε παρακαλώ, πατριώτη, Έλληνας είμαι».
[26] Πρβλ. Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 82, 92, 96, 105: «Οι Αλβανοί τα δικά τους τα καλάιζαν και για την Ελλάδα ήλεγαν μονάχα τα πλην πράγματα»· «Σκίσαμαν ό,τι χαρτί αλβανικό είχαμαν»· «Βρήκαμαν αιτία και δαρθήκαμαν με κάμποσους Αλβανούς»· «Μου ’ρθε να δώκω σε κάτι Αλβανούς από ένα πεντοχίλιαρο να του γκρεμίσουν τα τζάμια».
[27] Πρβλ. Δαμάλα, ό.π. (σημ. 23): «Οι δύο πρωταγωνιστές, ο Αχιλλέας και ο Θωμάς, φέρουν διπλή ταυτότητα[,] είναι τόσο Αλβανοί όσο και Έλληνες. […] Ο Αχιλλέας αποδέχεται το ρόλο του Αλβανού στην Ελλάδα, βιώνοντας την ίδια κατάσταση που βίωνε ως Έλληνας στην Αλβανία. Η μόνη διέξοδος είναι η επιστροφή στην Αλβανία και η ελπίδα να ζήσει εκεί ως Αλβανός».
[28] Σωτήρης Γκορίτσας και Γιάννης Φραγκούλης, «Η ταινία να γίνεται όταν πρέπει», Film and Theater [1994], 27 Ιουλίου 2025, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 10 Ιανουαρίου 2026, https://www.filmandtheater.gr/sotiris-goritsas/.
[29] Βλ. Μίγγα, ό.π. (σημ. 23): «Ο τραγικός θάνατός του λειτουργεί καταλυτικά και αξιοποιείται τόσο από τον Δημητρίου όσο και από τον Γκορίτσα ως ένα σημείο καμπής στην αφήγηση, καθώς η απώλεια μεταφράζεται τελικά από τον βασικό ήρωα ως προμήνυμα της δεύτερης και οριστικής απώλειας της πατρίδας Ελλάδας και προβάλλεται ως το έναυσμα για την επιστροφή στην πατρίδα Αλβανία. Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της πατρίδας συνδυάζεται και στις δύο περιπτώσεις με το γράμμα της μάνας του νεκρού πια συντρόφου, το οποίο φτάνει από την Αλβανία στα χέρια του πρωταγωνιστή μετά τον θάνατο του φίλου του. Η μητέρα ως φυσικό πρόσωπο ταυτίζεται έτσι με τη μάνα-πατρίδα Αλβανία που ως τότε έπαιζε τον ρόλο της μητριάς».
[30] Δαμάλα, ό.π. (σημ. 23), 7.
[31] Mikela Chartoulari, «The Representation of the Other in Recent Greek Fiction», στο Natasha Lemos και Eleni Yannakakis (επιμ.), Critical Times, Critical Thoughts: Contemporary Greek Writers Discuss Facts and Fiction, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle-upon Tyne 2015, 63–91. Όπου δεν αναφέρεται το αντίθετο, οι μεταφράσεις είναι δικές μου.
[32] Çelik, ό.π. (σημ. 16), 418.
[33] Café d’Europe: Πολιτιστική πρωτοβουλία της αυστριακής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έλαβε χώρα για τον εορτασμό της Ημέρας της Ευρώπης (9 Μαΐου 2006), όπου τα κράτη-μέλη παρουσίασαν παραδοσιακά τους γλυκά και εδέσματα.
[34] Çelik, ό.π. (σημ. 16), 432.
[35] Ενδ. Calotychos, The Balkan Prospect, ό.π. (σημ. 23), 166. Περαντωνάκης, «Ουρανός απ’ άλλους τόπους», ό.π. (σημ. 10). Περαντωνάκης, «“Λογοτεχνία της μεθορίου”», ό.π. (σημ. 10), 198, 201.
[36] Maria Oikonomou, «Learning New Languages: A Literature of Migration in Greece», στο Wiebke Sievers και Sandra Vlasta (επιμ.), Immigrant and Ethnic-Minority Writers Since 1945: Fourteen National Contexts in Europe and Beyond, Brill, Λέιντεν 2018, 259–287: 264: «εφόσον ο ορισμός και η ταύτιση με το έθνος δεν φαίνονται πλέον εφικτά, το κείμενο εισάγει περιφερειακές ενότητες –ανταποκρινόμενες στις ενδεχομενικές δομές του κράτους με μια υποτιθέμενα “νοηματοδοτημένη” συνάφεια προς τη φύση και την τοπική κοινότητα […]. Η διαδικασία αυτή έχει το αντίστοιχό της στη γλώσσα του κειμένου: η ροπή προς το αυτόχθον φαίνεται να απαιτεί τη χρήση της λαϊκής ποίησης και της “αυθεντικής” ηπειρώτικης διαλέκτου».
[37] Σοφία Κόκκινου, «Οι έννοιες “πατρίδα” και “ξενιτιά” σε έργα των Σωτήρη Δημητρίου και Τηλέμαχου Κώτσια», στον τ. Περάσματα, μεταβάσεις, διελεύσεις: Όψεις μιας λογοτεχνίας εν κινήσει. Πρακτικά ΙΕ΄ Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης 1-4 Μαρτίου 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2018, 256: «Τέλος, διαφαίνεται ότι η επιλογή του Δημητρίου να γράψει το έργο του αξιοποιώντας το ιδίωμα φαίνεται ότι δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά δημιουργεί πληρέστερους και αμεσότερους χαρακτήρες, οι οποίοι, όσο και να προσπαθούν να βρουν μια νέα πατρίδα στην ξενιτιά, πάντα θα φέρουν μέσα τους την πατρίδα που τους γέννησε και τους μεγάλωσε».
[38] Βλ. ενδ. Clio Mavroeidakos, «D’ un xénos à l’autre», Desmos, τχ. 28 (2008), 19–21. Vangelis Calotychos, «L’emigré et l’immigrant dans Τους τα λέει ο Θεός (Dieu leur dit), un roman de Sotiris Dimitriou», Desmos, τχ. 28 (2008), 23–36.
[39] Calotychos, «L’emigré et l’ immigrant», ό.π. (σημ. 38), 35.
[40] Τιτίκα Δημητρούλια, «Σαν απολογισμός ποιητικής ηθικής» [2013], στο Τιτίκα Δημητρούλια: Αρθρογραφία-Έρευνα-Κριτικές-Ενημέρωση [blog], χ.χ., ημερ. τελευτ. πρόσβ. 8 Φεβρουαρίου 2026, https://www.dimitroulia.gr/san_apologismos_poiitikis_ithikis-article-273.html?category_id=65.
[41] Περαντωνάκης, «“Λογοτεχνία της μεθορίου”», ό.π. (σημ. 10), 204.
[42] Σωτήρης Δημητρίου και Μάνια Στάικου, «Γράφω για έναν κόσμο που χάνεται», Ο κόσμος του επενδυτή, 30 Μαρτίου 2003.
[43] Δημητρίου, Σαν το λίγο το νερό, ό.π. (σημ. 18), 121.
[44] Evelyn Mineur, «Reflections on “Modern Greek Studies in the 21st Century”», TORCH | The Oxford Research Centre in the Humanities, 6 Ιουνίου 2020, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.torch.ox.ac.uk/article/reflections-on-modern-greek-studies-in-the-21st-century [υπογράμμιση δική μου]. Βλ. επ. Μarissia Fragkou, Daniel Knight και Evelyn Mineur, «Greek and Green? Eco-turn in Modern Greek Studies», 21 Οκτωβρίου 2021, Greek Studies Now: Cultural Analysis Network, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 25 Φεβρουαρίου 2026, https://gc.fairead.net/video-greek-and-green.
[45] Βλ. ενδ. τις συζητήσεις στην εκδήλωση με τον Σωτήρη Δημητρίου που είχα την τιμή να συντονίσω, στο Σ. Δημητρίου, Δ. Δημητρίου και Γεωργίου, ό.π. (σημ. 8), με ενδεικτική αναφορά στις παρεμβάσεις των πεζογράφων Κωνσταντίας Σωτηρίου και Αντώνη Γεωργίου, αλλά και του πολιτιστικού συντάκτη της Καθημερινής Κύπρου Αποστόλη Κουρουπάκη. Η ευρύτατη επίδραση της ένθετης παράθεσης αποσπασμάτων δημοτικών τραγουδιών και λαϊκών ρήσεων από τον Δημητρίου είναι εμφανής στην «κυπριακή» τριλογία της Κωνσταντίας Σωτηρίου (Η Αϊσέ πάει διακοπές, Φωνές από χώμα, Πικρία χώρα).
[46] Ευρύτερα για τον νεοκυπριωτισμό στη σύγχρονη κυπριακή κουλτoύρα: Παναγιώτης Κ. Περσιάνης, Η νομιμοποίηση του κυπριακού κράτους, Κυπροέπεια, Λευκωσία 2004, 142–145, 174–176. Γιώργος Κεχαγιόγλου και Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2010, 575. Παντελής Βουτουρής, Η ιδεολογική κατασκευή μιας νεοκυπριακής λογοτεχνίας, ανάτυπο από το περ. Πλανόδιον, τόμ. ΙΒ΄, τχ. 51, Αθήνα 2011. Σάββας Παύλου, Η καταπίεση της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο, Αιγαίον, Λευκωσία 2023. Σάββας Παύλου, «Η κυπριακή ιδιαιτερότητα και οι ιδεολογικές χρήσεις της», Άρδην-Ρήξη, 16 Οκτωβρίου 2011, https://ardin-rixi.gr/archives/195767. Demetra Demetriou, «Identity Politics and the Cyprus Issue», Eastern Mediterranean Policy Note, τχ. 49 (Απρίλιος 2020), 1-6, https://cceia.unic.ac.cy/wp-content/uploads/EMPN_49.pdf. Δήμητρα Δημητρίου, «“Το πνευματικό νυστέρι”. Κυπριακή διάλεκτος, ιδεολογία και το εθνικό δίλημμα: Η περίπτωση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη», Νέα Ευθύνη, τχ. 56–57 (Ιανουάριος–Ιούλιος 2022): 40–56. Δήμητρα Δημητρίου, «“Εγίνηκα, μανά”: Το Βουνί, Λουίζας Παπαλοΐζου», Ο Αναγνώστης, 25 Μαρτίου 2023, https://www.oanagnostis.gr/eginika-mana-to-voyni-loyizas-papalo-zoy-tis-dimitras-dimitrioy/. Δήμητρα Δημητρίου, «Ο Αγώνας στη σύγχρονη πεζογραφία: Από την ιδεολογία στην Ένωση», ανακοίνωση στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «70 Χρόνια από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ: Απόηχοι, αναλύσεις, επανεκτιμήσεις», Ίδρυμα Απελευθερωτικού Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959, Συμβούλιο Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959, Σύνδεσμοι Αγωνιστών ΕΟΚΑ 1955-1959, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Κέντρο Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος, Ένωση Προφορικής Ιστορίας Κύπρου, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 1 Νοεμβρίου 2025, αναρτήθηκε στο Ίδρυμα ΕΟΚΑ [YouTube], 13 Νοεμβρίου 2025, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 15 Ιανουαρίου 2026, https://www.youtube.com/watch?v=jW8QP7s0ht4. Δήμητρα Δημητρίου, «Άγιος ή προδότης; Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών» [μελέτη σε 12 μέρη], μέρος α΄: «Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία», Νέο Πλανόδιον, 13 Σεπτεμβρίου 2025, https://neoplanodion.gr/2025/09/13/sampson-1/#more-34560. Μάριος Κωνσταντίνου, Ειρωνικοί παρτιζάνοι: Ενωτικό πένθος και εξέγερση. Aπό τον Κώστα Μόντη στον Σάββα Παύλου, Κουκκίδα, Αθήνα 2026, 24–37, 114–119.
[47] Πρβλ. την κλοπή των πολύτιμων για την επιβίωση της κοινότητας προμηθειών από τους αντάρτες, στο Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 9–10, 43–44, όπως και τη συστηματική αναφορά του συγγραφέα στη δολοφονία αιχμαλώτων και γυναικών από τον ΔΣΕ στον Τσαμαντά (ό.π., 59, 78), που στο πρώτο του μυθιστόρημα δεν διατυπώνεται ακόμα ανοιχτά, παρά μόνο μέσα από κενά και αποσιωπήσεις. Βλ. επ. Σωτήρης Δημητρίου, Τους τα λέει ο Θεός, Πατάκης, Αθήνα 2016 (α΄ έκδ. 2002), 159: «Παραπίσω τα εχτέλεσαν τα παιδιά και κατόπι τα σβάρισαν απ’ τα ποδάρια και στους ασβεστόλακκους. Ήβραν από μια σφαίρα σε κάθε κρανίο». Στα μυθιστορήματα Σαν το λίγο το νερό και Ουρανός απ’ άλλους τόπους, οι αφηγήσεις της Αλέξως αφορούν κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν στα εμφυλιακά εγκλήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στα χωριά της Μουργκάνας, ενώ οι αφηγήσεις ενισχύονται και δοκιμιακά από τον συγγραφέα στο Σαν το λίγο το νερό, ό.π. (σημ. 18), 125: «Ισχυρότατο πλήγμα στα χωριά κατάφερε και η μαξιμαλιστική επιδίωξις των ιδεολογικόληπτων κομμουνιστών. Τουλάχιστον στα χωριά της Μουργκάνας που εγώ ξέρω από πρώτο χέρι αφηγήσεων, τρομοκράτησαν και εξουθένωσαν τον κόσμο. […] Οι χωρικοί αντάρτες, που πλείστοι εξ αυτών είχαν προσωπικά συμπλέγματα απ’ την ανυποληψία τους στην κοινότητα, εφάρμοσαν κατά γράμμα την μισερή επαναστατική θεωρία, η βία είναι η μαμή της Ιστορίας. […] Καθημαγμένος […] ο κόσμος των χωριών μετά την κατοχή, μόλις που πήγε να πάρει ανάσα […] επέπεσαν πάνω του σαν λαίλαπα οι αυτόκλητοι σωτήρες».
[48] Για τη Βενέτη, βλ. Δήμητρα Δημητρίου, «“Έτσι χορεύουν τα βουνά”: Η γυναικεία αισθητική της Ηπείρου στο έργο της Τασίας Βενέτη». Byzantion Nea Hellas, τχ. 40 (2021): 207–232.
[49] Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 14–15: «[Π]αρουσιάστηκαν μπροστά μας, σαν διάολοι, […] με γένεια και ντουφέκια. […] Έλληνες ήταντοι, σβησμοί, αντίχριστοι». Δημητρίου, Σαν το λίγο το νερό, ό.π. (σημ. 18), 43: «Διάβηκαν μπροστά από ταύτους Τούρκοι, Γερμανοί και Ιταλοί, […] αλλά σαν τους αντάρτες δεν πέρασε άλλο βρωμασκέρι τέτοιο». Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους, ό.π. (σημ. 3), 388: «Απ’ τους αντάρτες φύγαμανε. Δεν είχε φύγομε απ’ τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Ούδε απ’ τους Τούρκους».
[50] Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 9–10, 33: «[Δ]ιάβηκαν απ’ το χωριό Τουρκοτσάμηδες, μας φοβέρισαν και μας πήραν τα ρούχα […] Κατόπι έκαψαν το χωριό. […] “Πού ’ν’ το βιο;” μας είπαν. “Το πήραν οι αντάρτες, αφέντη”, τούειπε ο μουχτάρης. […] // Έφυγαν αυτοί, έρθαν κατόπι οι αντάρτες […] Λέγαμαν ότι δεν είχαμε και ζωντανοβιό, το πήραν οι Τουρκοτσάμηδες. […] Γκρέμισαν κι αυτοί ό,τι άφηκε η φωτιά»· «[Μ]ας έφτακαν ένα ασκέρι Τσιέτες, καβάλα στ’ άλογα. Μας σταμάτησαν, “μην πάτε το καλαμπόκι στον ΕΔΕΣ;”, μας είπαν». Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους, ό.π. (σημ. 3), 191, 194–195: «Κείνοι οι παλιοί Έλληνες πολέμαγαν τους Τούρκους με τα χέρια και με μαχαίρια. […] Δεν ηλέγανε να ζήσομε, αλλά ν’ απελευθερωθούμε. […] Μονάχα η δολιο Θεσπρωτία, τούτος μαυρότοπος, είχε τους Τούρκους προσκεφάλι ως τα τώρε. […] Οι Τούρκοι ήβραν την ώρα τους με τους Γερμανούς. Μόλις έλαβαν την ευκαιρία με ταύτους, σκότωσαν πολύ κόσμο». Bλ. επ., ενδ., τις εκτενέστατες αφηγήσεις για τους βιασμούς γυναικών από τους Τουρκοτσάμηδες στο Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους, ό.π. (σημ. 3), 275–293.
[51] Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 74–75.
[52] Ό.π., 54.
[53] Ό.π., 70.
[54] Ό.π., 98.
[55] Ό.π., 100–101.
[56] Ό.π., 103.
[57] Ό.π., 108–109.
[58] Πρβλ. Σωτήρης Δημητρίου και Σταύρος Διοσκουρίδης, «Σωτήρης Δημητρίου, ο Αθηναίος της εβδομάδας», 13 Αυγούστου 2016, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 16 Ιανουαρίου 2026, https://www.lifo.gr/proswpa/athenians/sotiris-dimitrioy-o-athinaios-tis-ebdomadas.
[59] Δημητρίου και Στάικου, «“Να γιατί οι ήρωές μου είναι ακραίοι”», ό.π. (σημ. 8).
[60] Δημητρίου, Σαν το λίγο το νερό, ό.π. (σημ. 18), 150.
[61] Calotychos, «L’emigré et l’immigrant», ό.π. (σημ. 38), 31. Calotychos, The Balkan Prospect, ό.π. (σημ. 23), 167.
[62] Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, ό.π. (σημ. 7), 68–69.
[63] Ό.π., 74.
[64] Όπ., 117.
[65] Βλ. Maria Margaronis, «Either Side of the Barbed-Wire Border», The London Review of Books, 24 τχ. 8 (25 Απριλίου 2002), https://www.lrb.co.uk/the-paper/v24/n08/maria-margaronis/either-side-of-the-barbed-wire-border: «Όπως και η διηγηματογραφία του Δημητρίου, το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου δεν παρουσιάζεται ως ένα πολιτικό έργο, αλλά ως μια ιστορία για την αναντιστοιχία της ιστορίας και του ανήκειν».
[66] Ό.π.
[67] Κωνσταντίνα Κούνεβα (1964– ): Μετανάστρια βουλγαρικής καταγωγής και συνδικαλίστρια στον κλάδο των καθαριστριών, η οποία έτυχε δολοφονικής επίθεσης με βιτριόλι το 2008. Εξελέγη ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ (2014–2019) και κατέστη σύμβολο του συνδικαλισμού και του οικείου κομματικού χώρου. Το 2023 υπήρξε υποψήφια βουλευτής στην Α΄ Αθήνας με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), στο οποίο και προσχώρησε.
[68] Κατόπιν της δολοφονίας του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008 στην Αθήνα, οι ταραχές έλαβαν πανελλαδική έκταση με κινητοποιήσεις, καταλήψεις, βανδαλισμούς, πλιάτσικο, πυρπόληση κτιρίων και τυφλή βία, στην οποία πρωταγωνίστησε ο αντιεξουσιαστικός χώρος. Κατά τον Kostis Kornetis, «“Grèce Générale”? Exploring the Boundaries Between Past and Present, the Local and the Transnational in the December 2008 Events in Greece», Revue belge de philologie et d’histoire, τχ. 89 (2011), 1351–1363: 136, το μόνο κόμμα το οποίο υποστήριξε τους διαδηλωτές υπήρξε το ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που οδήγησε στην πτώση των ποσοστών του, από το αναμενόμενο 15% στο 3%, «δεικνύοντας ότι από μέχρι την τρίτη εβδομάδα οι διαδηλωτές είχαν χάσει επαφή με το σύνολο της κοινωνίας». Βλ. και Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός: Από την αντιπολίτευση στην εξουσία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2013. Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013: Από την «εξέγερση» του Δεκέμβρη, τους «αγανακτισμένους» και τις εκλογές του 2012 μέχρι το νέο κυπριακό ζήτημα, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2013.
[69] Çelik, ό.π. (σημ. 16), 436–437.
[70] Δημητρίου, «Ο τόπος του Ουρανού», ό.π. (σημ. 22), 355–378.
[71] Nicholas Gage, Eleni, Random House, Νέα Υόρκη 1983. Νίκος Γκατζογιάννης, Ελένη, μτφ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1983.
[72] Θανάσης Βαλτινός, Ορθοκωστά, Άγρα, Αθήνα 1993.
[73] Δημητρίου, «Ο τόπος του Ουρανού», ό.π. (σημ. 22), 361–363.
[74] Βλ. σχετ. Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία, ό.π. (σημ. 13), 112–117. Κούρτοβικ, Η ελιά και η φλαμουριά, ό.π. (σημ. 16), 41–50. Δημήτρης Τζιόβας, Ιστορία, έθνος και μυθιστόρημα στη Μεταπολίτευση: Τραύμα, μνήμη και μεταφορά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024, 184–191.
[75] Εξαιρείται αυτή του Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς, ό.π. (σημ. 14), 788, η οποία ωστόσο υιοθετεί μια κανονιστική κριτική στάση, προβάλλοντας προγραμματικές θέσεις γύρω από τη συγγραφή ως θεραπαινίδα της ετερότητας: «Το αφόρητο προσωπικό βίωμα δεν επιτρέπει στον Γκατζογιάννη να κάνει την μικρή παραχώρηση στον Άλλο, ο οποίος εμφανίζεται στις σελίδες της Ελένης με τη μορφή του τερατώδους χασάπη. […] Το οξύ πνεύμα της καταγγελίας και η άτεγκτη ιδεολογικοπολιτική του γραμμή δεν το κάνουν ποτέ αποδεκτό».
[76] Νίκος Γκατζογιάννης, «Τι σόι αντάρτικο σκότωνε Έλληνες;», Η Καθημερινή, 26 Ιανουαρίου 2022, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 20 Ιανουαρίου 2026, https://www.kathimerini.gr/culture/books/561682024/nikos-gkatzogiannis-ti-soi-antartiko-skotone-ellines/.
[77] Τηλέμαχος Κώτσιας και Χαρίλαος Τρουβάς, «Τηλέμαχος Κώτσιας: “Με τόσα που έχω υποφέρει, δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο”», Lifo.gr, 5 Μαΐου 2021, ημερ. τελευτ. πρόσβ. 7 Φεβρουαρίου 2026, https://www.lifo.gr/culture/vivlio/tilemahos-kotsias-me-tosa-poy-eho-ypoferei-den-xero-axize-ton-kopo.
[78] Αλέξης Τσίπρας, Ιθάκη, Gutenberg, Αθήνα 2025.
///
*
**
