Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας.

Έμαθα, όμως, από κάποιον θείο μου, ότι υπήρχε κι ένας άλλος χωριανός μας που είχε ακούσει τη φωνή του Θεού – ο χαζο-Ζήνος ο Φσιότσανος. Αυτός, όταν ήτανε μικρός, είχε ζήσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον ζωντανό θάνατο: τον έπιασε ο πατέρας του να ξεκρεμάει, κρυφά, το τσεκούρι του, απ’ το καρφί στο κουμάσι και τον έδειρε, ο άτιμος, άσχημα – τον ξάπλωσε κάτω με γροθιά στο κεφάλι. Κι από κείνη τη μέρα, ο Ζήνος άρχισε να νιώθει μέσα του μια μυστηριώδη, αστραποβόλα οπή να μεγαλώνει, στο σχήμα της κλειδαρότρυπας, που όποτε του βούιζε —συνήθως τη νύχτα όταν φυσά παράξενα— συσπώταν ολόκληρη, εκστατικά, σαν στόμα αγγελικού θηρίου.

Εντέλει, η οπή αυτή, τον κατάπιε εντελώς, πέρασε όλος από μέσα της. Τρελάθηκε. Και πήγαν και τον έκλεισαν τότε πάνω στο Καρακόλι, στο ψυχιατρείο της Πέτρας, γιατί το πράγμα χειροτέρευε: π.χ. μια Κυριακή μπούκαρε μες στην εκκλησία, με πέντε-έξι τσιγάρα στο στόμα του, ρωτώντας έναν-έναν τους πιστούς απεγνωσμένα για φωτιά. Ή, μιαν άλλη φορά, τον βρήκαν μέσα στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου να ανακατεύει τα κόκκαλα των πεθαμένων· άλλα να τα πετάει στο πάτωμα σπάζοντας τα και άλλα να τα βγάζει και να τα βάζει αλλού, σε διαφορετικά κιβώτια. Κι όταν τον πιάσανε: «Τι κάνεις αυτού, ρε διάολε;».

«Νηστεύω νεκρούς», τους απάντησε.

Εντούτοις, κι αφού τον είχαν ήδη μαντρώσει με τη βούλα, εκείνος, πώς το κατάφερνε, πάντα έβρισκε τρόπο να δραπετεύει, να το σκάει, μαζί με άλλους συντρόφιμους ή και μόνος του, μέσα απ’ τα φαράγγια και τα δασώματα. Κι ένα βράδυ, λοιπόν, βρέθηκε στην Μπάρα, έξω απ’ τον ναό του Αϊ Γιώργη – την ίδια ώρα, που καμιά εκατοσταριά μέτρα πιο πέρα, ο Νίκος ο Βρούντος πότιζε αμέριμνος το χωράφι του. Αυτός δε, βλέποντας κάποια στιγμή μπροστά του, αίφνης, το λάστιχο να λιγοψυχά, τον έπιασε τρέμουλο, απελπίστηκε – κατάλαβε ότι του κόψανε πάλι, επίτηδες, το νερό. Παράτησε αμέσως το λάστιχο κι άρχισε φουρκισμένος να προχωράει προς τον Αϊ Γιώργη – ήθελε να βρει τον γείτονα του, που είχε τα καπνά του απ’ την άλλη μεριά του ναού, με τον οποίο, μάλιστα, χρησιμοποιούσανε κρυφά και το αγιονέρι, με δική τους πατέντα, για να μπορούν να ποτίζουνε πιο γρήγορα. Ωστόσο, φτάνοντας κάτω από τη βάγια, ένιωσε μέσα του κάπως να μαλακώνει· φοβόταν κιόλας να τσακωθεί μέσα στα σκοτάδια. Και κοιτάζοντας ασυναίσθητα, ψηλά, τις χλωμές καμάρες του ναού με τις αλλόκοτες επιγραφές να σεληνιάζονται, κοντοστάθηκε ξύνοντας την κεφάλα του, κι άρχισε να μουρμουράει μόνος του, εκ βαθέων, με παράπονο:

«Να, τώρα πού ’σαι να με ιδείς; Έξι τσιούτσανα έχω να ταΐσω. Κατέβα, Θεέ μου και βόηθα. Τάχα τι ζητώ, γαμώ το στανιό μου; Λίγο νερό. Νεράκι. Κι άντε, πες, θα βρέξει – αλλά πότε; Δυο μήνες, τώρα, μας έχεις ταράξει. Όλο ζέστα, ζέστα… Πού είσαι; Γιατί δεν κατεβαίνεις;

Και τότε, μέσα σε εκείνο το παλιακό σκοτάδι, ακούστηκε μια καθάρια, κοφτή και τετραγωνισμένη φωνή – ήταν ο Ζήνος, που είχε σκαρφαλώσει ακριβώς από πάνω του, στη βάγια:

«Εδώ, είμαι».

Ο Νίκος, τα ’χασε. Πάνιασε. Έδωσε μία κι εκτοπίστηκε από προσώπου, άρχισε να τρέχει αλαφιασμένος, αήρ-πατήρ, προς το χωριό. Ενώ, σε λίγο, ο άλλος, κατεβαίνοντας από το δέντρο, παρατήρησε ξαφνικά με φρίκη αλλά και με ευλογημένο απ’ το φεγγάρι μάτι, τις επιγραφές του ναού που καθρεφτίζονταν ανάποδα μες στα νερά της κρήνης. Κι έκλαψε.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΜΗΝΙΚ

*

*