Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. Παρδαλόχρωμοι κάδοι παντού, λεπτομερείς οδηγίες, καμπάνιες ενημέρωσης, καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης υποτίθεται, και μεγάλα λόγια από τους πολιτικάντηδες και τους διαφημιστές. Τη στιγμή που το ποσοστό της πραγματικής ανακύκλωσης πρώτων υλών στην Ελλάδα ήταν 3,4% το 2024, και σε όλη την ΕΕ μόλις 12,2%, περίπου όσο και το 2015, που ήταν 11,2%… Οι καταναλωτικές μας κοινωνίες παράγουν όλο και περισσότερα σκουπίδια, μολύνουν όλο και πιο ανήκεστα τον πλανήτη, τα μικροπλαστικά ιδίως έχουν κατακλύσει τα πάντα και πλέον ανευρίσκονται ώς και στον εγκέφαλο των εμβρύων, στις κορυφογραμμές των ορέων και στις αβύσσους των ωκεανών.

Η απαρίθμηση αυτή μπορεί να συνεχιστεί σχεδόν κατά βούληση. Διαφάνεια των κρατικών προμηθειών, αντιμετώπιση της διαφθοράς, περιφρούρηση της δημόσιας υγείας; Περίπου τίποτα από αυτά που πιστεύουμε ότι προστατεύουμε με τις εθνικές νομοθεσίες και τους ευρωπϊκούς μας κανονισμούς δεν προστατεύεται στην πραγματικότητα. Ακριβώς το αντίθετο, ο κυκεώνας των νομικών κειμένων μαρτυρεί το ουσιαστικό αδιέξοδο.

Όμως το μεγάλο ζήτημα δεν είναι καν αυτό το αδιέξοδο. Είναι η ευπιστία του μέσου πολίτη και η βιάση των ΜΜΕ να αποκρύψουν την αλήθεια και να προβάλλουν την προπαγάνδα. Πλέον πρόσφατο παράδειγμα; Στις 20 Οκτωβρίου το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε ειδική έκθεση για την διαχείριση του πακτωλού των κονδυλίων που διατέθηκαν στη διάρκεια του κορωνοϊού, σχεδόν 50 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, στα μέλη της ΕΕ. Οι ελεγκτές πραγματοποίησαν επιτόπιες έρευνες σε 15 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Ποια ήταν τα βασικά συμπεράσματα; Μόλις το ένα τρίτο (33%) των μέτρων που ολοκληρώθηκαν βελτίωσε κάπως την καθημερινή λειτουργία του κράτους. Αντιθέτως, τα κράτη-μέλη ξόδεψαν το 71% των χρημάτων που τους διατέθηκαν σε… «ψηφιακά εργαλεία», γεμίζοντας τις γνωστές τσέπες και αφήνοντας άθικτα τα χρόνια γραφειοκρατικά προβλήματα. Το ΕΕΣ τώρα προειδοποιεί ότι πολλά από αυτά τα έργα κινδυνεύουν να μείνουν ημιτελή ή χρηματοδοτικώς μετέωρα μετά τη λήξη του Μηχανισμού το 2026… Κατά τα λοιπά, οι συνομωσιολόγοι μάς μάραναν…

///

1. Παλαμάς και Σοστακόβιτς

Το ποίημα «Εμπρός» το γράφει ο Παλαμάς στις «28 του Τρυγητή [=Σεπτεμβρίου] 1912». Ήταν ποίημα κατά παραγγελία, όπως σημειώνει, «Ζητημένο από το μουσικό Καλομοίρη για να βαλθεί στη μουσική του». Μελοποιήθηκε όμως και από τον συνθέτη Αλέκο Ξένο, σε χρόνια δύσκολα, το 1944. Αυτή την μελοποίηση είχε υπ’ όψιν ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς και την χρησιμοποίησε στον κύκλο των τεσσάρων «Ελληνικών τραγουδιών» του που έγιναν γνωστά μόλις τη δεκαετία του 1980, δέκα και περισσότερα χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο Σοστακόβιτς υποτιτλίζει το παλαμικό άσμα ως «Τραγούδι της Ελληνικής Αντίστασης». Τα υπόλοιπα τρία τραγούδια του κύκλου διασκευάζουν παραδοσιακούς σκοπούς και τον Ύμνο του ΕΛΑΣ.

*

*

2. Παλαμάς και Λάγιος

Στη συλλογή του «Μουζικούλες» (1997, σήμερα Ποιήματα, σ. 447), ο Ηλίας Λάγιος περιέλαβε ένα άτιτλο ποίημα που ξεκινάει από τον στίχο «Όχι πλέον τέχνη μολυσμένη από τη διακόσμηση». Το ποίημα είναι άκρως σκωπτικό. Ο Λάγιος και εδώ και αλλού κοροϊδεύει την χαμηλόφωνη και χαμηλοβλεπούσα, απαλλαγμένη δήθεν από τα «ρητορικά στολίδια», ποίηση – ιδίως εκείνην της Γενιάς του 1970, την οποία (Γενιά) ο ίδιος ανοιχτά περιφρονούσε. Στο Αλέξη Φωκά: Ασκήσεις το λέει όσο πιο απερίστροφα γίνεται:

«Μα αν σέβομαι τους εβδομηντάχρονους,
αυτούς της γενιάς του ’70
τους έχω χεσμένους.»

(Ποιήματα, σελ. 118).

Το σκώμμα του Λάγιου δηλώνεται διά της αντίθεσης: ενώ το μήνυμα, υποτίθεται, είναι υπέρ της απλότητας του λόγου, το ποίημα εκφραστικά γελοιοποιεί αυτό το μήνυμα παρενείροντας σπάνιες δημώδεις και λόγιες λέξεις και τύπους (αλγηρός, αλλόπους, ψένονται, σωφιλιάζονται κ.ά.). Διόλου τυχαία, η ευρύτερη σύνθεση απ’ όπου προέρχονται αυτοί οι στίχοι, το «Δωδεκάμνημος» είναι αφιερωμένο «Στη βαριά σκιά του Κωστή Παλαμά» και γραμμένο πάνω στην δομή του Δωδεκάλογου του Γύφτου. Ώς γνωστόν, κάμποσοι ποιητές της Γενιάς του ’70 μίλησαν υποτιμητικά για τον Παλαμά. Απεναντίας, όπως έδειξα σε παλαιότερο δοκίμιό μου, όλο το μεγαλεπήβολο ποιητικό εγχείρημα του Λάγιου εδράζεται ολοφάνερα και δεδηλωμένα πάνω στο παλαμικό παράδειγμα.

Ενδιαφέρον έχει ότι στο ίδιο ποίημα, ο Λάγιος τα βάζει και με τα ξέφτια του μοντερνισμού. Η καταδίκη της «διακόσμησης» είναι χαρακτηριστικό σλόγκαν κάμποσων ρευμάτων του μοντερνισμού, όχι μόνο στην ποίηση αλλά και σε άλλες τέχνες (βλ. λ.χ. τη γνωστή παμφλέτα του αρχιτέκτονα Adolf Loos, «Ornament und Verbrechen», «Διάκοσμος και Έγκλημα», 1910), με τα γνωστά σε όλους μας αποτελέσματα… Το ποίημα του Λάγιου κοροϊδεύει συν τοις άλλοις και αυτούς τους «βασικούς κανόνες της αρχιτεκτονικής» που επικαλέστηκαν οι οπαδοί της χρησιμοθηρίας στην τέχνη.

Παραθέτω τους τελευταίους στίχους του Λάγιου:

«Εδώ να σταματήσω.
Ezra Pound, T. S. Faber, τα μάθαμε.
Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.
Αλλά αυτό είναι άλλου καστανά κάστανα.»

(Ποιήματα, σ. 126)

///

Γι’ αυτούς που κάπως γνωρίζουν (στη δική μου περίπτωση θα προσέθετα: και αγαπούν) αυτή την παράδοξη χώρα στο κέντρο της Γηραίας Ηπείρου μας, η σημερινή πολιτική κατάντια της δεν είναι καμιά τρομερή έκπληξη. Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε προβλέψει ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 την ανικανότητα του Βερολίνου να κινηθεί στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο.

Από το 2022 και εντεύθεν, η Γερμανία πέταξε κυριολεκτικά στα σκουπίδια τις δύο μεγάλες παρακαταθήκες του κορυφαίου πολιτικού που ανέδειξε τους τελευταίους αιώνες, του καγκελαρίου Όττο φον Μπίσμαρκ: από τη μια τη ρωσσογερμανική συννενόηση («Το μυστικό της πολιτικής; Κλείσε μια καλή συμφωνία με τη Ρωσσία», είχε πει ο σιδηρούς καγκελάριος το 1863), που ανανεωμένη ως Ostpolitik υπό τον Μπραντ είχε ανοίξει τον δρόμο στην Επανέωση του 1991. Και από την άλλη, την διά της κεντρικής κρατικής καθοδήγησης εκβιομηχάνιση της χώρας που την ανέσυρε από την ένδεια και την εγκαθίδρυσε με αξιώσεις στη χορεία των Μεγάλων Δυνάμεων. Προϋπόθεση του δεύτερου ήταν, όπως αποδείχθηκε εκ νέου, το πρώτο…

Ο Κονδύλης φαίνεται όμως να λάθεψε σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη του προς την γαλλική ιθύνουσα τάξη, για την οποία αισιοδοξούσε ότι, σε διαδοχή της στιβαρής γκωλικής παράδοσης, μπορεί να υπερασπιστεί αξιοπρεπώς τα μείζονα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Αντ’ αυτού είδαμε την τυφλή πρόσδεση της Γαλλίας στο ΝΑΤΟ και την Ουάσιγκτον, και την καθήλωση της οικονομίας της μετά την μοιραία απόφαση των Μιττερράν και Ντελόρ να θυσιάσουν το φράγκο χάριν του ευρώ και της, γερμανικών προδιαγραφών, ΕΚΤ. Αντί της «ευρωπαϊκής Ευρώπης», όπως την προσδοκούσε ο Στρατηγός, έχουμε σήμερα μια Ευρώπη πλήρως εξαμερικανισμένη πολιτικά και οικονομικά υποχείριο της «γερμανικής μυωπίας» (ο χαρακτηρισμός του Κονδύλη).
Αναδρομικά κοιτώντας, οι τελευταίοι άξιοι του ονόματος πολιτικοί που είχαν οι δύο αυτές χώρες ήταν ο Σιράκ και ο Σραίντερ. Διόλου τυχαία και οι δυο τους αντιτάχθηκαν σθεναρά στην εισβολή των Αμερικανών του Μπους του Νεώτερου στο Ιράκ. Και διόλου τυχαία, ο κυριότερος σύμμαχός τους τότε, άκουγε στο όνομα Βλαντιμίρ Πούτιν.

Κλείνω παραθέτοντας και πάλι Κονδύλη. Δεν ξέρω τι προκαλεί μεγαλύτερο δέος: το μέγεθος της ιστορικής ευκαιρίας που χάθηκε ή της πολιτικής ευθήθειας που μας οδηγεί έκτοτε στον γκρεμό;

«Η ευρωπαϊκή, και προπαντός γερμανική μυωπία, όπως φαίνεται με την υποστήριξη του αμερικάνικου σχεδίου για την επέκταση του ΝΑΤΟ ίσαμε τα ρωσικά σύνορα, δεν μπορεί παρά να δώσει τροφή σε μία απολύτως θεμιτή δυσπιστία της Ρωσσίας και να σπρώξει τη γιγαντιαία ευρασιατική χώρα στην επιθετική απομόνωση ή στην αγκαλιά της Κίνας. Όποιος είναι έστω κι επιφανειακά εξοικειωμένος με τη ρωσική ιστορία, θα πρέπει να γνωρίζει ότι καμία entente cordiale με τη Ρωσσία δεν είναι δυνατή, αν δεν της αναγνωρισθεί εξ υπαρχής το δικαίωμα να τηρεί την τάξη στην Καυκασία, στην κεντρική Ασία και σε ολόκληρο τον σιβηρικό χώρο. Η Ευρώπη δεν θα είχε να χάσει τίποτε, αν η Ρωσσία επιτελούσε με επιτυχία το έργο αυτό, το αντίθετο μάλιστα. Και δεν θα υπήρχε κίνδυνος ρωσικής ηγεμονίας πάνω σε μία πλούσια κι ενωμένη Ευρώπη, ικανή να δρα πολιτικά με ενιαίο τρόπο. Μία τέτοια Ευρώπη δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτε από την Ρωσσία, ενώ η Ρωσσία θα είχε να ελπίζει τα πάντα από μία τέτοια Ευρώπη. Συνάμα, στο πλαίσιο μίας μεγαλεπήβολης γεωπολιτικής αναδιάταξης της Ευρασίας θα λύνονταν από μόνα τους ζητήματα όπως η ρωσσική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη και οι αντίστοιχοι φόβοι των λαών της.

Ώστε η μεγάλη πλανητική και κοσμοϊστορική δυνατότητα μίας Ενωμένης Ευρώπης θα ήταν η Ευρασία. Κατ’ αρχήν βέβαια υπό την απτή έννοια της διασφάλισης ενεργειακών πηγών και απαραίτητων πρώτων υλών σε εποχή όπου εδώ διαφαίνεται στενότητα και οξύνονται οι συναφείς ανταγωνισμοί. Αλλά επιπλέον και υπό την έννοια μίας αποστολής, η οποία διευρύνει τους ορίζοντες και κινητοποιεί δυνάμεις.»

///

Από το 1998 και τη λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών» που εγκαινίασαν οι Σημίτης-Παπανδρέου, για είκοσι χρόνια η εθνική μας στρατηγική ήταν ο… εξευρωπαϊσμός της Άγκυρας. Ήραμε το βέτο, χαιρετίσαμε τον Ερντογάν περίπου ως εκπολιτιστή του μουσουλμανικού κόσμου, του στρώσαμε το κόκκινο χαλί παντού μόνοι μας. Και κάναμε μια τρύπα στο νερό. Ούτε την θεολογική σχολή της Χάλκης, για την οποία ξοδέψαμε τόσο διπλωματικό κεφάλαιο, δεν κατόρθωσαμε να ξανανοίξουμε

Αντιθέτως, είδαμε την αποχαλίνωση των τουρκικών απαιτήσεων, που ιδίως επί θητείας της παρούσας κυβέρνησης (και αυτό δεν είναι βέβαια τυχαίο…) ξεπέρασαν κάθε όριο: τουρκολιβυκό μνημόνιο, υπερπτήσεις στον Έβρο, τζαμί η Αγία Σοφία, έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, υβριδική εισβολή στη μεθόριο, ιταμές δηλώσεις των Τούρκων σε καθημερινή βάση που καμιά χώρα στον κόσμο με στοιχειώδη αίσθηση αξιοπρέπειας δεν θα άφηνε αναπάντητες, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Για να έχεις «σχέδιο» και «εθνική στρατηγική» εν προκειμένω πρέπει να έχεις κάνει πρώτα την ανάλυσή σου και βάσει αυτής να έχεις μια μεσομακροπρόθεσμη πρόβλεψη για την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ποια είναι αυτή η πρόβλεψη της κυβέρνησης, την έχει καταλάβει κανείς; Ποια είναι η μεσομακροπρόθεσμη εκτίμηση του Μαξίμου για τις τουρκικές επιδιώξεις; Πότε θα παραδεχτεί επιτέλους κάποιος απ’ αυτούς ότι είναι πάγιες και αμετάθετες, ότι δεν έχουν να κάνουν με τον Ερντογάν, ότι δεν έχουν να κάνουν με τα πετρέλαια και τα αέρια του βυθού, ότι όλα αυτά είναι αφορμές απλώς, φύλλα συκής του σταθερού τουρκικού (κεμαλικού ή νεοθωμανικού, αδιάφορο) ιμπεριαλισμού.

Η δική μου απάντηση είναι: ποτέ. Ποτέ το υπάρχον πολιτικό προσωπικό δεν πρόκειται να παραδεχτεί την υπαρξιακή απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα από τους Τούρκους. Και αυτό για έναν απλούστατο λόγο: αν το έπραττε, τότε θα έπρεπε αυτομάτως να αλλάξει ρότα και σε όλα τα άλλα ζητήματα, στην οικονομική όσο και στην εκπαιδευτική του πολιτική λ.χ. Δεν αντιμετωπίζεται ένας τέτοιος κίνδυνος χωρίς μακρόπνοη συστράτευση, κινητοποίηση όλης της ελληνικής κοινωνίας.

Τι να τα κάνεις τα Ραφάλ ή την Ασπίδα του Αχιλλέα όταν η οικονομική σου πολιτική είναι μια μερίδα από τα ίδια, τουρισμός και τουρισμός; Ο Ερντογάν έχει στα σκαριά μια τεχνολογική και βιομηχανική επανάσταση στη χώρα του, κι εμείς μοιράζουμε αναδρομικά στους συνταξιούχους. Ενώ οι Τούρκοι ενισχύουν μεθοδικά την ανώτατη τεχνική και επιστημονική εκπαίδευση, εμείς εδώ ανωτατοποιούμε τα ΤΕΙ και τα ιδιωτικά φροντιστήρια.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Ούτε σχέδιο υπάρχει, ούτε εθνική στρατηγική, ούτε τίποτα. Τακτικισμούς παρακολουθούμε, μπαράζ «επικοινωνίας» με όργανο τον ελεγχόμενο τύπο, σπασμωδικές αντιδράσεις, εκποιήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων σε «φίλους» και «συμμάχους» που εκμεταλλεύονται την ανάγκη μας (όλοι σχεδόν οι εταίροι μας στις περίφημες τριγωνικές «συμμαχίες» τα βρήκαν με την Άγκυρα), διαρκείς υποχωρήσεις από τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές με την ελπίδα για μια ακόμη φορά ότι οι άλλοι (οι Αμερικανοί, οι Ευρωπαίοι, οι Γάλλοι, οι Ισραηλινοί, ο Θεός της Ελλάδος) θα μας σώσουν.

Φυσικά, τα ΜΜΕ θα επευφημήσουν και πάλι τον Μητσοτάκη, όπως το κάνουν τυφλά στα πάντα. Και δεν είναι μόνο οι καναλάρχες και οι εκδότες που ξέρουν ότι αν δεν το κάνουν, τα λίαν γενναία κρατικά «πετσώματα» θα κοπούν μαχαίρι. Είναι και ο κόσμος εκεί έξω. Με φούμαρα έχει μάθει να ζει, τα φούμαρα έχει ανάγκη. Αν η ελληνική πολιτική έκανε στοιχειωδώς το πατριωτικό της χρέος και ενημέρωνε τον λαό για την οριακή κατάσταση στην οποία είναι η χώρα, οι Έλληνες θα έχαναν τον ύπνο τους. Και αυτό, ακόμη και τώρα, στο παραπέντε, δεν το θέλουν. Σαν τον πρωθυπουργό τους σκέφτονται κι αυτοί, γι’ αυτό τον ψηφίζουν. Οι ίδιοι να μη στερηθούν τα αναδρομικούλια και τα επιδοματάκια τους. Κι όσο για τη χώρα και το μέλλον της, ας πάει και το παλιάμπελο. Αύριο ποιος ζει, ποιος πεθαίνει…

[Σκέψεις πρωτογραμμένες το 2020 και το 2021, εδώ ελαφρώς ενημερωμένες. Τώρα μου φαίνονται ολότελα ανούσιες. Η τουρκική πολιτική, ίσως από ένα αίσθημα σεβασμού σε αυτό που υπήρξαμε κάποτε, είναι ιδιαίτερα προσεκτική απέναντί μας. Εφαρμόζει την τακτική του σταδιακού βρασμού για να αποναρκώσει τον βάτραχο. Και το χειρότερο είναι ότι μάλλον υπερεκτιμά τις όποιες δυνάμεις μας…]

///

Τα μάτια πικραμύγδαλα, τα χείλια καραμέλες﮲
εσύ ’σαι ανθός των κοριτσιών, ρήγαινα στις κοπέλες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Τη μαντινάδα αυτή την είχε γράψει ο Γιώργος Μπλάνας για την κόρη μου, τον καλοκαίρι του 2021, όταν τον φιλοξενήσαμε στα Χανιά για τις «Νύχτες του Ιουλίου». Τη θυμήθηκα αυτόν τον Οκτώβρη που η Μαρία-Βασιλική συμπλήρωσε τα 9 της χρόνια.

///

Τώρα έχουμε και την αριθμητική επιβεβαίωση. Οι μηχανές έχουν προσπεράσει τους ανθρώπους όχι μόνο στη δημιουργία ψηφιακού υλικού (αυτό που βλέπουμε σήμερα στο Διαδίκτυο είναι κατά το μέγιστο μέρος του μηχανογενές), αλλά και στον αριθμό των επισκεπτών στους διάφορους ιστοτόπους. Όπως γράφει η FAZ:

«Στους διακομιστές της Cloudflare, εταιρεία που εξυπηρετεί το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διαδικτυακής κίνησης, οι μηχανές, υπό τη μορφή πράκτορων τεχνητής νοημοσύνης ή bots, έχουν ξεπεράσει τους ανθρώπους. Ο Μάθιου Πρινς, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, το ανακοίνωσε δημόσια στις αρχές Ιουνίου σε μια επιστολή: το 57% των επισκέψεων σε ιστότοπους στο δίκτυό του δεν προέρχονταν πλέον από ανθρώπους. […] Οι μη ανθρώπινοι χρήστες διαβάζουν χιλιάδες σελίδες, αλλά τις συνοψίζουν και απαντούν στον εαυτό τους ή σε άλλους, με αποτέλεσμα να στέλνουν πλέον ελάχιστους ανθρώπους στην αρχική πηγή. Και δεν κάνουν κλικ στις διαφημίσεις. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, σε πέντε χρόνια οι άνθρωποι θ’ αποτελούν ένα σφάλμα στρογγυλοποίησης στο Διαδίκτυο.»

Σε πέντε χρόνια, δηλαδή, η παρουσία των ανθρώπων θα είναι αμελητέα, ένα ασήμαντο δεκαδικό ψηφίο. Το κωμικό; Πάντα κατά την FAZ:

«Σε πλατφόρμες όπως το X, το Facebook και το TikTok, τα bots ήδη είναι περισσότερα από ό,τι οι άνθρωποι, ωστόσο οι πολιτικοί τα βλέπουν ως… αντανάκλαση του εκλογικού σώματος.»

Και αυτά είναι απλώς τα αποδείξιμα στοιχεία. Στα ΜΚΔ, τα μηχανογενή κείμενα που φέρουν ανθρώπινη, και γνωστή ενίοτε, υπογραφή είναι κανονική πλημμυρίδα. Και χωρίς καμία σήμανση εννοείται. Να πάμε στα άρθρα των δημοσιογράφων, στους λόγους των πολιτικών, στις αγωγές των δικηγόρων και τις αποφάσεις των δικαστών, στις συνεντεύξεις των αστέρων ή αστερίσκων του συρμού, στα κηρύγματα των ιερέων, στις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων, στις γνωματεύσεις των γιατρών, στις μελέτες των πανεπιστημιακών, στα τραγούδια του spotify, στα φιλμάκια του YouTube, στα «λογοτεχνικά» κείμενα που εκδίδονται κατά κόρον, στις μεταφράσεις κάθε είδους; Σε όλες αυτές τις κατηγορίες, η μηχανή έχει πάρει ήδη το προβάδισμα, μικρό ή μεγάλο. Τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, όχι αύριο, ή σε πέντε χρόνια. Οι άνθρωποι που γράφουμε και διαβάζουμε είμαστε ήδη μειοψηφία, και μειοψηφία φθίνουσα με ραγδαίο ρυθμό.

///

Μόλις το 46% των ερωτηθέντων Αμερικανών σε σχετική δημοσκοπική έρευνα, πιστεύουν ότι η καταμέτρηση των ψήφων στις επικείμενες εκλογές του Νοεμβρίου θα είναι αδιάβλητη. Δείγμα κι αυτό της διάβρωσης της εμπιστοσύνης προς το πολίτευμα ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού. Κι αυτό χωρίς να τίθεται καν το πραγματικό ερώτημα: αν νοείται δημοκρατία υπό συνθήκες της τεράστιας οικονομικής ανισότητας που οι δυτικές κυβερνήσεις εκκόλαψαν τα τελευταία 40-50 χρόνια.

Από το 1980 έως το 2025, ο λόγος του πλούτου προς το εισόδημα σε ΗΠΑ και ΕΕ διπλασιάστηκε, εκτινασσόμενος από το 300% στο 600% περίπου. Ο πλούτος δηλαδή αναπτύσσεται πολύ πιο γρήγορα από την πραγματική οικονομία, ευνοώντας όσους κατέχουν ήδη μετοχές, ακίνητα και επιχειρηματικά κεφάλαια (δηλαδή το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού εις βάρος του φτωχότερου 50%, που δεν διαθέτει τέτοιον πλούτο).

Και φυσικά, ο οικονομικός πλούτος μεταφράζεται ευθέως σε πολιτική και ιδεολογική επιρροή. Αρκεί να δει κανείς την εξιδανίκευση του προτύπου του «λεφτά» στην ποπ κουλτούρα (την τραπ μουσική λ.χ. ή τις ταινίες του Χόλλυγουντ) και την περιφρόνηση προς τον φτωχό που παράλληλα καλλιεργείται. Ο πλούσιος είναι δυναμικός, αυτοδημιούργητος(!), ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός. Ενώ ο φτωχός είναι άξιος της μοίρας του, τεμπέλης, πνευματικά καθυστερημένος, συχνότατα ρατσιστής, μισογύνης ή ομοφοβικός και τα συναφή «προοδευτικά» στερεότυπα…

Αντιθέτως, οι πραγματικά δημώδεις πολιτισμοί του παρελθόντος, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι το δικό μας, λ.χ., υπερασπίζονταν πάντοτε την αξιοπρέπεια του φτωχού και αναδείκνυαν τις αρετές (ευθύτητα, αλληλεγγύη, εργατικότητα, καρτερία) που τον χαρακτήριζαν. Τα ίδια ισχύουν σε μεγάλο βαθμό και στην λογοτεχνία, ιδίως από τότε που τα λαϊκά στρώματα έπαψαν να βρίσκουν συγγραφείς πρόθυμους να μιλήσουν για τις συνθήκες της ζωής τους, όπως τόσοι και τόσοι μεγάλοι συγγραφείς του παρελθόντος (Μπύχνερ, Ντίκενς, Φάλλαντα, Χάμσουν κ.ά.). Η ανάπτυξη του τρέχοντος υπερεκλεπτυσμένου, γλωσσοκεντρικού ή δικαιωματολογικού μεταμοντερνισμού είναι μεταξύ άλλων και ταξικό φαινόμενο.

Το τερατώδες άνοιγμα της ψαλίδας του πλούτου εις βάρος των φτωχότερων στρωμάτων από το 1980 και μετά δεν υποβάθμισε απλώς ραγδαία τις βιοτικές τους συνθήκες. Αλλά τους στέρησε συγχρόνως την πολιτική εκπροσώπηση και την πολιτιστική ταυτότητα. Έτσι, αφενός μεν, είδαμε τα εργατικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να μηδίζουν προς τον ψευδεπίγραφο φιλελευθερισμό και τον ύπουλα ταξικό δικαιωματισμό. Αφετέρου δε, ο λαϊκός πολιτισμός εμπορευματοποιήθηκε πλήρως και μεταλλάχθηκε στο ιδεολογικά αντίθετό του.

///

Το σημαντικότερο ιστορικά μετάφρασμα που εκπονήθηκε ποτέ στην ελληνική γλώσσα, ίσως και σε κάθε γλώσσα κάθε εποχής, είναι η Παλαιά Διαθήκη των Εβδομήκοντα. Αν ήταν να βάλω στο πλάι των Ο΄ κάποιες άλλες σημαντικές μεταφράσεις της δικής μας παράδοσης, θα διάλεγα δύο, μια των Μέσων και μια των Νέων Χρόνων. Η πρώτη είναι του Ιουστινιάνειου Κώδικα. Από τον 6ο ώς τον 9ο αιώνα, από τον αντικήνσορα Θαλλέλαιο ώς τα Βασιλικά των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, μια στρατιά από νομομαθείς του Βυζαντίου, μετέφρασε, σχολίασε και υπομνημάτισε στα ελληνικά το κλασσικό Ρωμαϊκό Δίκαιο. Όπως ειπώθηκε προσφυώς, έκανε την Ρώμη να μιλάει ελληνικά. Μέσω του Αρμενόπουλου όλη αυτή η τεράστια εργασία πέρασε και στο νέο ελληνικό κράτος και αποτελεί ώς σήμερα τη βάση της νομικής και διοικητικής μας γλώσσας.

Το δεύτερο μεταφραστικό εγχείρημα που θέλω να μνημονεύσω είναι των Ελλήνων λογίων του Διαφωτισμού. Από τον Μπεκκαρία του Κοραή ώς την απόδοση του ναπολεόντειου Εμπορικού Νόμου του 1807, που έγινε νόμος και του ελληνικού κράτους το 1835 και εν μέρει ισχύει ακόμη, έχουμε και εδώ μια στρατιά από μεταφραστές (Ρήγας, Κούμας, Καταρτζής, Γαζής, Βούλγαρης κ.ά.) που μετακένωσαν στη γλώσσα μας την κορυφαία ευρωπαϊκή επιστήμη, φιλοσοφία και λογοτεχνία του καιρού τους. Τα ελληνικά που μιλάμε και γράφουμε σήμερα είναι σε τεράστιο βαθμό δημιούργημά τους.

Οι Ο΄, οι Βυζαντινοί νομικοί, οι Έλληνες Διαφωτιστές. Ο αναγνώστης θα πρόσεξε ότι και τα τρία αυτά εγχειρήματα έχουν κάτι κοινό: είναι εργασίες συλλογικές, κάποτε και ανώνυμες. Αυτή όμως δεν είναι και η φύση της μετάφρασης; Ότι είναι δηλαδή εγχείρημα βαθύτατα συλλογικό; Ο Όμηρος του Λουκάνη και ο Όμηρος του Ρουσιάδη και ο Όμηρος του Πολυλά και ο Όμηρος των Καζαντζάκη-Κακριδή και ο Όμηρος του Μαρωνίτη, δεν είναι εργασίες ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Ο Φάουστ του Μάρκαρη δεν καταργεί εκείνον του Προβελέγγιου ή του Χατζόπουλου ή του Στρατήγη ή του Θεοδωρακόπουλου. Κάθε μεταφραστής πατάει στους ώμους των προηγούμενων, συμπληρώνει, ανανεώνει, ενδυναμώνει τη δική τους προσπάθεια.

Όλοι οι μεταφραστές είναι εξυπαρχής «υπηρέτες δύο αφεντάδων» – κι έτσι πρέπει να είναι. Του οθνείου πρωτοτύπου και της οικείας γλώσσας. Και ως τέτοιοι, ως υπηρέτες κειμένων, είναι πάνω απ’ όλα ένα πράγμα – συναγωνιστές και συνάδελφοι.

///

Τα έξι σχέδια εθνικής σωτηρίας που εκπόνησαν και εφάρμοσαν τις τελευταίες δεκαετίες οι νοτιοκορεατικές αρχές για την αντιμετώπιση της δημογραφικής καθίζησης. Κοινό τους γνώρισμα; Όλα απέτυχαν παταγωδώς ή δεν έχουν καμιά ρεαλιστική πιθανότητα να αποδώσουν μελλοντικά. Ο δείκτης των γεννήσεων έπεσε από τα 1,24 το 2015 στα 0,72 παιδιά ανά γυναίκα, το μικρότερο ποσοστό που έχει ποτέ μετρηθεί οπουδήποτε στον κόσμο υπό συνθήκες ειρήνης. Τα 52 εκατομμύρια των Νοτιοκορεατών σήμερα, αν οι δείχτες αυτοί διατηρηθούν, αναμένεται να γίνουν 22 εκατομμύρια το 2100 και …5 εκατομμύρια το 2150. Η δε μεσοσταθμική ηλικία του πληθυσμού αναμένεται ήδη σε μισό αιώνα να περάσει τα 60 χρόνια. Είναι αυτή η εικόνα το μέλλον μας;

*

*