Νάγια Οικονομοπούλου, Ο μάγος

*

O ΜΑΓΟΣ

Ο μάγος πέρασε κι απ’ την δική μας γειτονιά. Μαζωχτήκαν οι γυναίκες γύρω του σαν το μελίσσι. Μυρμηγκιά μαυροφορούσα, πρόσφυγες από την Μικρασία όλες, απ’ τα χωριά τής Προύσας εμείς.

Στάθηκε κείνος ανάμεσα στις γυναίκες, τις κοίταξε καλά-καλά, αναμετρήθηκε με τις συφορές τους, ζύγισε τα μάτια τους, τα φρύδια τους, που βάραιναν απ’ τις ρυτίδες τους στο μέτωπο.

Οι γριές οι μαντιλοδεμένες σκέπασαν το στόμα τους με την άκρια του τσεμπεριού που πέρσευε από το δέσιμο το χαλαρό κάτ’ από το σαγόνι.

Μια-δυο, πιο νέες, ήρθανε με τα χέρια τους βρεμένα, με τις ποδιές τους μουσκεμένες απ’ τα νερά τής σκάφης.

Η μάνα μου πήγ’ από τις πρώτες, τάχα να κοροϊδέψει, μα ήτανε τα μέσα της σφιγμένα, μπερδεμένα.

Οι γυναίκες άρχισαν σιγά-σιγά να στενεύουν γύρω του τον κύκλο. Τράβηξαν τα παιδιά τους πίσω, τα  ’διωξαν πέρα, να παν να παίξουν, τα ’σπρωχναν άγρια σαν να ‘ταν ξένα.

Εγώ να ’μουνα έξι, καν επτά. Βγήκε η μάνα μου και κράταγε στο χέρι της ακόμη το βελόνι. Με κέντησε στο μπράτσο να φύγω μακριά. Μετά, πέρασε το βελόνι στο φουστάνι, εκεί που τελείωνε η μύτη τού γιακά, πάνω στο στήθος. Είχε μια πράσινη κλωστή ακόμη περασμένη. Την έπαιρνε ο αέρας και την χόρευε.

Το μόνο παιδί που ’μεινε ήταν εκείνο που ’χε έρθει με τον μάγο. Άνοιξε αυτό μια τσάντα πάνινη μεγάλη και από μέσα έβγαλε ένα σινί μπακιρένιο.

Γνώριζαν οι γυναίκες τι έπρεπε να κάνουν. Ο μάγος γυρνούσε καιρό τώρα τις γειτονιές. Η μία με την άλλη ήτανε οι γυναίκες δασκαλεμένες.

Ψάξαν τις τσέπες τους, μπήκανε-βγήκανε στα σπίτια τους αθόρυβα, ο κύκλος, λες, δεν σάλεψε καθόλου. Όλες βρεθήκαν με μολύβι και χαρτί στο χέρι.

Όποια ήξερε έγραφε μονάχη της, σαλιώνοντας την μύτη τού μολυβιού. Οι άλλες στραφήκαν στα παιδιά τους που τα ’χανε πρωτύτερα αποδιώξει. Κείνα δεν θέλαν να γυρίσουν, τις κοίταζαν ανταριασμένα. Μια βγήκ’ από τον κύκλο και άρπαξε τον γιο της απ’ τον σβέρκο. Μια άρπαξε την κόρη της από τ’ αυτί, της έγδαρε το μάγουλο στην βιάση την μεγάλη.

Κάτσανε τα παιδιά να γράψουν. Τ’ όνομα το βαφτιστικό τής μάνας τους πρώτα, τ’ όνομα το μεγάλο τού κύρη τους, και, μετά, εκείνη την ερώτηση που, χρόνια τώρα, οι μανάδες τους την είχαν κάνει σβώλο που ’παιζαν νευρικά ανάμεσα στα δάχτυλα και την παλάμη τού χεριού τ’ αριστερού.

Η μάνα μου έγραψε για τον πατέρα της, που είχε χαθεί απ’ το ’42. Ρολογάς. Βρέθηκε σπίτι του ένα όπλο. Κείνος είπε πως του το είχε δώσει ένας περαστικός, να το κοιτάξει. Τον πήρανε από το σπίτι μέσα. Δεν ξανακούσαμε ποτέ. Κάτι μάθαμε για ένα στρατόπεδο στην Λάρισα. Ψάξαμε κάτι να βρούμε, χρόνια μετά. Τίποτα. Έγραψε η μάνα μου για τον πατέρα της, πού να ’ναι, αν θα τον ξαναδεί.

Τέλειωσαν όλες. Σπρώξανε τα παιδιά τους πάλι μακριά.

Το παιδί με το σινί το περιέφερε στις γυναίκες ανάμεσα, σαν δίσκο στην εκκλησία. Η κάθε μία έριχνε μέσα το χαρτί της διπλωμένο, άλλη με κίνηση βιαστική, άλλη αβέβαιη, άλλη σαν να μην ήθελε από τα δάχτυλά της μέσα να το αφήσει να πέσει. Η θεια-Μινιώ το σταύρωσε πρώτα. Κάποια το έριξε τσαλακωμένο, σαν σκουπίδι.

Ο μάγος έβγαλ’ απ’ την τσέπη το τσακμάκι. Έπιασε έν’ απ’ τα χαρτιά και του ’βαλε φωτιά. Το ’να με τ’ άλλο, αρπάξαν όλα. Αποκαΐδια. Έσκυψαν οι γυναίκες από πάνω, να μην αφήσουν τ’ αεράκι να τα σκορπίσει.

Ο μάγος έχωσε τα χέρια του στις στάχτες μέσα. Τις ανακάτεψε. Τις πήρε κι έβαλε στο πρόσωπό του, το ’τριψε με τα χέρια του λες και νιβόταν. Μετά, στα χέρια του, ως τους αγκώνες, σαν να τα ξέπλενε από αμαρτίες.

Στράφηκε στις γυναίκες. Τις κοίταξε ξανά.

— Ελένη Ιωάννου, στην θάλασσα μην ψάχνεις.

— Κατίνα Νεοχωρίτη, φύγαν όλοι.

— Θανασούλα Ισπυρίδου, στα δέντρα, στα δέντρα.

— Ανθίτσα…, Ανθίτσα…, είναι καμμιά Ανθίτσα; Να πας παπά να λειτουργήσει στο διλείτουργο.

— Αθηνά Σταυρουλακού, δεν θα τον ματαειδείς.

Η μάνα μου ετούτη. Χάθηκ’ η γη κάτ’ απ’ τα πόδια της.

Ο μάγος τέλειωσε τις μαγγανείες του. Όποια κατάλαβε, κατάλαβε.

Τα ονόματα, πού τα ήξερε;

Τι να απαντήσει, πού το ήξερε;

Σταχτιάρης, με μάτι θολό, λες πια πως τράνευε το μπόι του κατά τον ουρανό. Αγερικός. Τον σκιάζονταν τώρα οι γυναίκες.

Του γύρισαν την πλάτη. Το παιδί με το σινί έτρεχε ανάμεσά τους, άπλωνε τα χέρια του με το σινί κατά το μέρος τους, να ρίξουν τις δραχμές τους για τον μάγο.

Ακούστηκαν τα μεταλλίκια να σκαν απάνω στο μπακίρι. Κάθε που ταραζόταν το σινί, όση απ’ την στάχτη είχ’ απομείνει μέσα σηκωνόταν, κολλούσ’ επάνω τους. Κείνη που ’χε τραβήξει την κόρη της από τ’ αυτί, την άρπαξε τώρα απ’ το κοτσίδι, την έσυρε στο σπίτι. Η μάνα μου, αν το μπορούσε, αν ήτανε ο χρόνος τόπι πανί, εκείνο το κομμάτι που ήτανε όσο η ώρα που ’ρθε ο μάγος στην γειτονιά, θα το ’κοβε, θα το ’χε κάμει ξέφτια, και το άλλο θα το μάτιζε μ’ εκείνη την πράσινη κλωστή που έπαιζε με τον αέρα.

Μετά από καιρό, μάθαμε ότι ο μάγος σκοτώθηκε από αδέσποτη. Ινδός, λέει, ήταν.

ΝΑΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ

*