Η Αθήνα και ο Υμηττός κάτω από σύννεφα· υδατογραφία του Τσαρλς Κόκερελ, 1811-1814, Βρετανικό Μουσείο.
*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ
~.~
Το φετινό φθινόπωρο παρουσιάζει μια απρόσμενη κανονικότητα, με τη θερμοκρασία να υποχωρεί ομαλά, με πολλές συννεφιασμένες μέρες, με συχνές βροχές και με τα πρώτα δέντρα να αποχωρίζονται τα φύλλα τους. Για τους περισσότερους κατοίκους της γιγαντωμένης Αθήνας, οι φθινοπωρινές βροχοπτώσεις μοιάζουν με κακό μπελά που τους γεμίζει γκρίνια και εκνευρισμό. Μικροί και μεγάλοι δρόμοι πλημμυρίζουν, αυτοκίνητα ακινητοποιούνται, τα διαλυμένα πεζοδρόμια γίνονται εφιάλτης για τους πεζούς, ενώ οι όμβροι —κατά την ποιητική γλώσσα της μετεωρολογίας— δεν έχουν τη δύναμη να ξεπλύνουν τη μόνιμη πλέον βρωμιά της πόλης.
Οι βροχές του φθινοπώρου απασχολούσαν πάντοτε τους Αθηναίους, ανεξαρτήτως ιστορικού χρόνου και κοινωνικής θέσης. Επί Όθωνος, όταν πολλοί ήταν ακόμη αγρότες, τα πρώτα νερά της εποχής ήταν ευεργετικά για τις καλλιέργειές τους, οι οποίες άρχιζαν αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια της πόλης — ακόμη και μέσα στο τείχος της, που έκτισε το 1778 ο Χατζή Αλή Χασεκής. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος γράφει σχετικά σε επιστολή του από την Αθήνα, στις 6/18 Οκτωβρίου 1832:
«Εδώ και δυο χρόνια, ποτέ δεν έπεσε τόση βροχή στην Αττική όσο τούτο το φθινόπωρο, αρχίζοντας από τον Σεπτέμβρη — πράγμα που υπόσχεται μια ασυνήθιστα πλούσια σοδειά… Γύρω απ’ την πόλη και στα χωράφια που κλείνουν τα τείχη της, νέοι και γέροι χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να επωφεληθούν από τον ευνοϊκό καιρό, για τις σπορές δημητριακών».
Ήδη είχε τελειώσει ο τρύγος και η συγκομιδή των ελιών, με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα:
«Ταυτόχρονα ο αγρότης ασχολείται με το λάδι και το κρασί. Παρ’ όλο που βρίσκεται στο τέλος αυτή η δουλειά των λιοτριβιών και του τρύγου, φέτος έχει αποδώσει. Έτσι οι Αθηναίοι με μεγάλη τους ευχαρίστηση δεν περιμένουν τίποτ’ άλλο από το νέο ότι η Αντιβασιλεία θα καταπλεύσει και θα ορίσει την Αθήνα για πρωτεύουσα»
Στο αττικό φθινόπωρο δεν έλειπαν οι ξαφνικές καταιγίδες, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπορούσαν να αλλάξουν άρδην το τοπίο του καιρού και να αναστατώσουν όσους βρίσκονταν έξω. Ένα τέτοιο επεισόδιο αφηγείται η βασίλισσα Αμαλία σε γράμμα προς τον πατέρα της, στις 14/26 Νοεμβρίου 1837. Η Αμαλία και ο Όθων, μαζί με την ακολουθία τους, έκαναν μια εκδρομή σε μοναστήρι των περιχώρων της Αθήνας. Αν και δεν κατανομάζεται, επρόκειτο μάλλον για τη μονή της Πεντέλης. Λάτρις της ελληνικής φύσης, που μόλις ανακάλυπτε, η δεκαεννιάχρονη βασίλισσα περιγράφει με λεπτομέρεια το περιβάλλον του βουνού και την καταιγίδα που τους βρήκε στην επιστροφή:
«Στις 27 Νοεμβρίου πήγαμε μια εκδρομή σ’ ένα μοναστήρι. Τον μισό δρόμο τον κάναμε με την άμαξα και τον άλλο μισό με το άλογο. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως είναι στα δικά μας μέρη το καλοκαίρι, και είχαμε τον πιο όμορφο γαλανό ουρανό που μπορεί να φανταστεί κανείς. Φάγαμε στη σκιά ενός πλατάνου και μετά κάναμε έναν περίπατο. Το μοναστήρι βρίσκεται μέσα σε μια χαράδρα όπου ρέει νερό. Έχει εκεί πολλά δέντρα, καθώς επίσης και εκτάσεις με γρασίδι, κάτι το σπάνιο εδώ. Χαριτωμένο θέαμα αποτελεί ιδιαίτερα η κουμαριά, ένας ψηλός θάμνος γεμάτος κόκκινους καρπούς που μοιάζουν με φράουλες και έχουν πολύ ωραία γεύση. Ο ίδιος θάμνος έχει συγχρόνως άνθη και καρπούς. Διασκεδάσαμε πολύ και μείναμε μέχρι τις πέντε και μισή, οπότε ανεβήκαμε στα άλογα και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Καθώς επιστρέφαμε μας αιφνιδίασε μια φοβερή καταιγίδα, με τρομερούς κεραυνούς, θυελλώδη άνεμο και δυνατή βροχή. Ήταν απελπισία. Όλοι κατέφυγαν στις άμαξες. Δεν φαντάζεσαι τί μπέρδεμα δημιουργήθηκε, δεν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι για να αναλάβουν τα άλογα και είχε πέσει βαθύ σκοτάδι που το φώτιζαν μόνο μεμονωμένοι κεραυνοί. Μερικά άλογα γύρισαν μόνα τους στο σπίτι.» (περισσότερα…)
