Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς.

Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο είν’ εδώ η ουσία τής απάτης. Για να το πω με πιο απερίφραστο τρόπο: το μοιραίο λάθος είναι ότι έχουμε διαλέξει ως χώρα να κάνουμε «εθνική πολιτική» και όχι αντιιμπεριαλιστική πολιτική. «Εθνική πολιτική» είναι ένας ερμαφρόδιτος όρος που δεν σημαίνει τίποτε απολύτως αν δεν οριστεί το ειδικό ταξικό και κοινωνικό του περιεχόμενο. Ως όρος-κουβέρτα υποβάλλει πονηρά ότι όλοι όσοι απαρτίζουν ένα «έθνος» (εντάσσονται, θέλει να πει αυτό, σε έναν σύγχρονο εθνοκρατικό σχηματισμό) έχουν κοινές ανάγκες και συμφέροντα – πράγμα που εμφανώς δεν συμβαίνει. Το να πούμε ότι ο εθνικισμός είναι μια μικροαστική ιδεολογία με όλα τα αυταρχικά συνακόλουθα (ιδιοτέλεια, μισαλλοδοξία, ρατσισμό) είναι βέβαια κοινός τόπος· υπάρχει ωστόσο πάντα η δυνατότητα ένα κίνημα εθνικής ανεξαρτησίας —εθνικοαπελευθερωτικό, όπως λέμε— να λάβει γνήσια αντικαπιταλιστική μορφή μόνο εφόσον μετατραπεί εγκαίρως σε αντιιμπεριαλιστικό. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ενέχει ταξικά δυναστευτικό χαρακτήρα, που σημαίνει, εργάζεται για την ήττα τού συναινούντος «λαού».

Όταν συνεπώς μιλάμε για ήττες τής «Ελλάδας» στη διεθνοπολιτική σκηνή, αυτό δεν σημαίνει πως θίγονται τα συμφέροντα των ιθυνουσών ελίτ (με το εφοπλιστικό και κατασκευαστικό κεφάλαιο στην κορυφή) και του μισθοδοτούμενου απ’ αυτές πολιτικού της συστήματος (του δικαστικού μη εξαιρουμένου)· τα συμφέροντα αυτά υπηρετούνται θαυμάσια από τέτοιες «ήττες», το βάρος των οποίων καλείται να επωμιστεί το κοινωνικό σώμα – εμείς. Αλλ’ αυτοί που μιλούν στο όνομα του «λαού» ή του «έθνους» —δηλαδή, στο δικό μας όνομα— μη μας πουν ότι δεν καταλαβαίνουν τι είναι εκείνο που ελλοχεύει αδιατύπωτο πίσω από τα «αφελή» ερωτήματά τους. Έχοντας καταπιεί τη στρατιωτική κατοχή τού μεγαλύτερου μέρους τού νησιού τής Κύπρου, σχεδιασμένη από ακριβώς εκείνους στους οποίους προσφεύγουν ακόμα για «βοήθεια», εξεγείρονται επειδή η Τουρκία ροκανίζει τη δυνάμει ελληνική κυριαρχία στη θάλασσα – ή βλέπουν ως το καλύτερο αντίδοτο στην υπάρχουσα κατοχή (τουρκική) μία άλλη κατοχή (την ισραηλινή). Και ρωτώ: πρώτον, γιατί υπονόμευση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι η παρεμπόδιση της πόντισης ενός καλωδίου, αλλά όχι ο «δανεισμός» ελληνικού οπλισμού σε χώρες-πλυντήρια όπως η Σαουδική Αραβία και η Ουκρανία, και ακόμη περισσότερο η κατ’ εντολήν των αφεντικών τους αποστολή μια φρεγάτας και μερικών F-16  στην Κύπρο (και η εξίσου πειθήνια απόσυρσή τους όταν το σήμα συναγερμού έληξε) για να υπερασπίσουν τις αγγλοβρετανικές βάσεις τού νησιού από δικαιολογημένα αντίποινα στον βρώμικο πόλεμο τους κατά τού Ιράν; Και, δεύτερον, τίνος ανάγκη είναι το περίφημο καλώδιο, χάριν τού οποίου η Ελλάδα βρέθηκε στην παρούσα κωμικοτραγική θέση – της ίδιας τής Ελλάδας και της Κύπρου ή μήπως του Ισραήλ, για τη διάσωση του οποίου από την απομόνωση πασχίζουν οι ευρωαμερικανοί «φίλοι» του; Αλλά επίσης: δεν είναι γελοίο η Ελλάδα να επικαλείται το δίκαιο της θάλασσας (εν προκειμένω, τη σύμβαση του Montego Bay, 1982) εκλιπαρώντας τη στήριξή της ακριβώς από τις δυο άλλες χώρες (πέραν της Τουρκίας) που δεν την έχουν υπογράψει, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ; Και ακόμη πιο εξωφρενικό δεν είναι —στα όρια της παλιανθρωπιάς, λέω— να κάνει σπαραξικάρδιες εκκλήσεις στο διεθνές δίκαιο όταν θίγονται τα υποτιθέμενα συμφέροντά της, αλλά να το τσαλαπατά επιδεικτικά όταν αντιβαίνει στα συμφέροντα των κυρίων της (όπως στην φρικτότερη γενοκτονία τού αιώνα από το Ισραήλ και στη διεθνή τρομοκρατική δράση των ΗΠΑ); Ποιος δεν θα ήθελε να τιμωρηθεί σκληρά μια τέτοια χώρα, απεχθής στους εχθρούς της και αξιοπεριφρόνητη στους  «φίλους» της;

Έτσι τώρα θρηνούν για την «προδοσία» τού Χαφτάρ. Όταν όμως ο Χαφτάρ το 2020, τον καιρό που ήταν σ’ εμπόλεμη σχέση με την Τουρκία, ενθαρρυμένος από πρωτοβουλίες τής ίδιας τής ελληνικής κυβέρνησης ήρθε στην Αθήνα για να ζητήσει κάποια πράγματα, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν του σήκωνε το τηλέφωνο… Γιατί άραγε; Επειδή οι Αμερικανοί το απαγόρευσαν, διότι ο Χαφτάρ είχε δεσμούς με τη Ρωσία! Ήλπιζαν οι αυλικοί των ελληνικών υπουργείων ότι μια τέτοια προσβολή θα έμενε δίχως συνέπειες, ή ότι δεν θα «έβρισκαν μπροστά» τους την εκλογή να ταχθούν ανεγκέφαλα στο πλευρό των επιτιθέμενων στη Ρωσία – επιλογή την οποία πληρώνουν και με πολλούς άλλους τρόπους; Και τώρα γιατί οι Αμερικανοί, αυτοί που για πολλοστή φορά τούς χρησιμοποίησαν σαν φτηνό πιόνι, δεν λένε μια λέξη υπέρ τους; Γιατί απλούστατα οι Αμερικανοί (και μαζί μερικοί Ευρωπαίοι) θέλουν επειγόντως την ενοποίηση και ομαλοποίηση της Λιβύης (που οι ίδιοι προηγουμένως κατέστρεψαν) ώστε να ορμήσουν τα  επιχειρηματικά τους αρπακτικά, και γιατί είναι η Τουρκία εκείνη η οποία μπορεί τώρα, με την αυξημένη επιρροή που κέρδισε, να πετύχει κάτι τέτοιο.

Τι γίνεται όμως με τη «φίλη» Αίγυπτο; Θρηνεί η «καθ’ ημάς Ορθοδοξία», η σφιχτά εναγκαλισμένη με το διεφθαρμένο κράτος, για την απώλεια των χιλιόχρονων δικαιωμάτων της Μονής τού Σινά (που υπάγεται στο Πατριαρχείο τής Ιερουσαλήμ, όχι της Αφρικής, μην ξεχνάμε). Θέλει πολλή ευφυΐα για να σκεφτεί κάποιος ότι η Αίγυπτος, παρά τη δική της αιχμαλωσία στη Δυτική γεωπολιτική, έχει μόνιμη και βαθιά ανησυχία πρωτίστως απέναντι στο Ισραήλ, και ότι μια χώρα που εμφανίζεται ως ο στενότερος συνεργάτης τού σιωνιστικού κράτους στην περιοχή θα αντιμετωπιζόταν, αν όχι σαν κίνδυνος, τουλάχιστον με σοβαρή καχυποψία; Ήλπιζαν οι ίδιοι εν λόγω αυλικοί πως η πρόσδεσή τους στο γενοκτονικό κράτος δεν θα είχε ολέθριες συνέπειες στη σχέση τους με όλους τους αραβικούς λαούς τής περιοχής – πλην των σαλαφιστικών συμμοριών τής Συρίας, βέβαια, και των οικογενειακών δικτατοριών τής Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων; Αλλ’ αυτοί είναι οι τελευταίοι προμαχώνες τού «Δυτικού πολιτισμού», για να έρθουμε στα λόγια τού υπασπιστή Ρούμπιο…

Οι Έλληνες[3] δεν χρειάζεται να νιώθουν προδομένοι από κανέναν. Ό,τι τους έχει συμβεί —και θα τους συμβεί— απορρέει με μαθηματική ακρίβεια από την «πλευρά τής ιστορίας» με την οποία διάλεξαν να συνταχθούν. Οι «εθνικές τραγωδίες» τής δακρύβρεχτης πατριωτικής αφήγησης του τελευταίου αιώνα, από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον διαμελισμό τής Κύπρου, ακολουθούν το ίδιο, απαρασάλευτα   επαναλαμβανόμενο πρότυπο: πειθήνια συστράτευση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τής Δύσης, ανόητα τυχοδιωκτικά εγχειρήματα για λογαριασμό εκείνων, οι οποίοι στο τέλος δρέπουν τους καρπούς αφήνοντας στο έλεος των καιρών το άχρηστο πλέον εργαλείο τους, αφού έκανε τη δουλειά του. Σαν να μην έχει υπάρξει παρελθόν, ούτε μνήμη, το ίδιο πρότυπο επαναλαμβάνεται ακόμα σε κάθε τομέα και κλίμακα. Πληρώνουν με αίμα εξοπλισμούς προς χρήση εκείνων απ’ τους οποίους τους αγοράζουν,[4] και γίνονται συνεργοί σε φρικιαστικά εγκλήματα εναντίον λαών που ποτέ δεν τους έχουν βλάψει —στο Λεβάντε, στην Ερυθρά και στον Περσικό— με οπισθοκρουστικά διπλωματικά αποτελέσματα· στη νέα ουκρανική εκστρατεία συντάσσονται ενθουσιωδώς με την ίδια εκείνη «Ευρώπη» που το 2010 τούς επιτέθηκε βάναυσα, με οικονομικά όπλα, αφήνοντας πίσω ρημαγμένη γη· κραυγάζουν πολεμικές ιαχές αδιαφορώντας για τους ελληνικούς κι ελληνόφωνους πληθυσμούς τής Κριμαίας και του Ευξείνου που δρέπουν το τίμημα, και φορτώνοντας δυσθεώρητα βάρη για πολεμικές δαπάνες στον ίδιο τους τον λαό (που παραπονιέται φρικτά για την «ακρίβεια», όχι και πολύ όμως για την «εξωτερική πολιτική»)· προβάλλουν σαν τίτλο τιμής το ν’ ανήκουν στην «ευρωπαϊκή οικογένεια», τη στιγμή που αυτή η Ευρώπη, στα χέρια αδίστακτων καθαρμάτων και πολιτικών νάνων, καταρρέει μπροστά στα μάτια τους από αλυσιδωτές εξεγέρσεις των δεινοπαθούντων λαών της.[5] Και σε ό,τι αφορά το χρονίζον πρόβλημα με την άλλη πλευρά τού Αιγαίου, ψελλίζουν δεκαετίες τώρα: «μα γιατί η Ευρώπη δεν υπερασπίζεται ένα κράτος-μέλος της;»

Η «Ευρώπη» για την οποία μιλούν απλώς δεν υπάρχει. Είναι ένα κλυδωνιζόμενο οικοσύστημα κεφαλαιοκρατικών συνασπισμών και εθνικών εμμονών, που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στους βαθιούς εσωτερικούς του ανταγωνισμούς και την ρήξη συμφερόντων με τον υπερατλαντική δύναμη ελέω της οποίας υφίσταται. Έχοντας συρθεί σ’ έναν πόλεμο (δι’ αντιπροσώπου) κατά τής Ρωσίας, που είχε ως δεύτερο στόχο την ίδια, δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίζει: γιατί ο πόλεμος και οι πολεμικοί εξοπλισμοί είναι πάντα η έσχατη προσφυγή τού απαξιούμενου κεφαλαίου, και γιατί η παροχέτευση της κοινωνικής δυσφορίας στο πρόσωπο ενός υποθετικού «εχθρού» είναι μέσον αποτροπής των επαναστατικών εκρήξεων που μια τέτοια συνθήκη εγκυμονεί. Το πρόβλημα είναι ότι η σημερινή Ευρώπη δεν έχει ούτε την πληθυσμιακή ούτε την παραγωγική βάση για να επαναλάβει τη «λύση» τής δεκαετίας τού 1930. Αυτά ακριβώς είναι που μπορεί να της προσφέρει η Τουρκία, μέλος τού ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα μία επιθετικά αναπτυσσόμενη καπιταλιστική δύναμη με υπέρογκες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Η διπλωματική επιτηδειότητα της τελευταίας, υποβοηθούμενη από τη στρατηγική της θέση ανάμεσα στους μεγάλους πολέμους τής Δύσης, την έχει καταστήσει πολύτιμο εργαλείο για τις επιδιώξεις Ευρωπαίων και Αμερικανών, που παρά τους σκληρούς μεταξύ τους ανταγωνισμούς εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέρος τού ίδιου στρατοπέδου.

Σε αυτό το φως πρέπει να κατανοηθεί και η δημιουργία αυτού που κάποιοι ονόμασαν «ισλαμική πτέρυγα του ΝΑΤΟ». Είναι μια απόπειρα της Ευρωατλαντικής Δύσης να συστήσει μια ζώνη προκεχωρημένης άμυνας έναντι αυτών που αντιλαμβάνεται ως κίνδυνο για την κλονιζόμενη ηγεμονία της: του Άξονα της Αντίστασης στη Μέση Ανατολή και της Ρωσίας στην Κεντρική Ασία. Τον ρόλο αυτόν στην πραγματικότητα καλείται να παίξει το νεοσύστατο Σύμφωνο της Μέκκας, μια στρατηγική συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν (με την Αίγυπτο σε θέση αναμονής). Πρόκειται για μουσουλμανικές (σουννιτικές) χώρες που ελέγχονται από τη Δύση – ή τουλάχιστον η Δύση πιστεύει πως τις ελέγχει, επενδύοντας στη σουννιτική τους ταυτότητα και προσπαθώντας να εκμεταλλευθεί πολιτικά μια ιστορική αντιπαλότητα με το σιιτικό Ισλάμ (όπως ακριβώς μία στιγμή νωρίτερα έκανε με τον ISIS). Από τους προσεκτικότερους αναλυτές δεν πέρασε απαρατήρητη η ομοιότητα με το Σύμφωνο της Βαγδάτης τού 1955 (ανάμεσα στο Ιράν των Παχλεβί, το Χασεμιτικό Ιράκ, το Πακιστάν, την Τουρκία και τη Βρετανία) ως μέσον ανάσχεσης, τότε, της Σοβιετικής Ρωσίας. Από τη δυτική, και κυρίως από την αμερικανική σκοπιά, ύστερ’ από την προβλεπόμενη πτώση του προμαχώνα τής Ουκρανίας και ύστερ’ από το άσχημο ξύπνημα του Προέδρου Τραμπ από την τυχοδιωκτική εμπλοκή του στον Περσικό Κόλπο, είναι ένα εργαλείο διατήρησης του ελέγχου στη Δυτική Ασία και, προπαντός, προστασίας τού σιωνιστικού asset – τόσο περισσότερο όσο οι ίδιες οι ΗΠΑ και η Ευρώπη αδυνατούν να το κάνουν με δικές τους δυνάμεις.

Όσο κρίσιμα και αν είναι τα γεγονότα στην Ουκρανία, το διακύβευμα της Μέσης Ανατολής είναι γιγάντιο. Το πλήγμα που κατάφερε το Ιράν στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι το πιο ελπιδοφόρο παγκόσμιο συμβάν από τα χρόνια τού Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, και δεν μοιάζει αναστρέψιμο. Υπόσχεται ν’ αλλάξει ανέκκλητα τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, γεγονός που θα καθορίσει τη μελλοντική όψη τού πλανήτη. Το πρόσφατο άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου από τους Ανσαράλα στην Υεμένη (που η ίδια η Σαουδική  Αραβία πυροδότησε αυτοκτονικά, προφανώς υποκινημένη από ΗΠΑ-Ισραήλ, με την αιφνίδια επίθεσή της στο αεροδρόμιο της Σανά’α που διέκοψε μία εύθραυστη εκεχειρία) απειλεί τη διάλυση της θεοκρατικής απολυταρχίας που στάθηκε ο πιστότερος υπηρέτης των αμερικανικών συμφερόντων στη  περιοχή, ενώ με τον έλεγχο των Στενών τού Μπαμπ αλ-Μάντεμπ σφίγγει ακόμα πιο πολύ τη θηλιά στον λαιμό τής Δύσης. Ενόψει του εξαντλούμενου αποθέματος της ισχύος τους, και προ του διλήμματος να υπερασπίσουν τους Άραβες υποτελείς τους ή το Ισραήλ, δεν τίθεται ζήτημα εκλογής για τις ΗΠΑ· αυτή όμως η αδυναμία τους αυξάνει τη στρατηγική τους απόγνωση. Δεν ενδιαφέρονται για τους Άραβες «συμμάχους» τους περισσότερο απ’ όσο, ας πούμε, για τους Ουκρανούς, τους Κούρδους, τους Κύπριους ή τους Έλληνες, όμως ένα πιθανό τέλος τού Οίκου των Σαούντ, και των άλλων διεφθαρμένων πετρομοναρχιών τού Κόλπου, κρούει επίσης των κώδωνα για το τέλος τού πετροδολαρίου, όπλου τής αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επιβολής όχι μικρότερης αξίας από τις στρατιωτικές βάσεις. Η πρόσφατη συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για την «απελευθέρωση» ρωσικού πετρελαίου, που εξέπληξε πολλούς, δεν έχει καταφανώς οικονομική στόχευση (ούτε σημαίνει πως οι ΗΠΑ παραιτούνται οριστικά απ’ την Ουκρανία, η οποία χωρίς τη συνεχιζόμενη στήριξή τους, όπως και το Ισραήλ, θα είχε τελειώσει την επόμενη μέρα)· είναι μέρος τής ίδιας διπλωματίας που έχει πυκνώσει τελευταία ανάμεσα στην Προεδρία των ΗΠΑ, τη Μόσχα και την Πεκίνο: εκείνο που ο Πρόεδρος Τραμπ προπαντός ζητάει είναι να εγκαταλείψουν το Ιράν, και είναι διατεθειμένος να δώσει γι’ αυτό πολλά ανταλλάγματα. Δεν έχει καμία ελπίδα ωστόσο να τον βοηθήσουν να βγει από την θανάσιμη παγίδα του.

Για όλους αυτούς τους λόγους οι Αμερικανοί χρειάζονται ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ», είτε αυτό έχει τη μορφή των «Συμφωνιών του Αβραάμ» είτε τη μορφή του Συμφώνου τής Μέκκας· και όσο περισσότερο η Σαουδική Αραβία καταρρέει σαν στήριγμα, τόσο πιο αποφασιστικό ρόλο αποκτά η Τουρκία. Δεν είναι ωστόσο καθόλου βέβαιο πως οι προαναφερθείσες μουσουλμανικές χώρες μπορούν να εκπληρώσουν την προσδοκία. Παγιδευμένες οι ίδιες ανάμεσα σε γεωπολιτικές φιλοδοξίες, αντιζηλίες και ανασφάλειες, έχουν τις δικές τους καιροσκοπικά κυμαινόμενες ατζέντες. Και οι τρεις αντιμετωπίζουν στο εσωτερικό τους εντάσεις που θέτουν διλήμματα ανάμεσα σε μια ορισμένη εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια των καθεστώτων τους· και οι τρεις έχουν σχέσεις αμοιβαίας δυσπιστίας με το Ισραήλ, παρά την de facto συστράτευση με τους προστάτες του· η Σαουδική Αραβία φοβάται τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, με τους οποίους αντίθετα έχουν στενές σχέσεις Τουρκία και Κατάρ, ενώ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχει αντιμαχόμενες επιδιώξεις στο Σουδάν και στην Υεμένη· το Πακιστάν, στο οποίο ασκούνται αντίρροπες δυνάμεις από τις ΗΠΑ και την Κίνα (ενώ είναι σε τεταμένες σχέσεις με το Αφγανιστάν και την Ινδία), δυσκολεύεται να έρθει σε σύγκρουση με συμμάχους τού Ιράν, του οποίου χρειάζεται τη συνεργασία για τον έλεγχο των Μπαλούχων (όπως τη χρειάζεται κι η Τουρκία για τον έλεγχο των Κούρδων), όταν μάλιστα διεκδικεί ρόλο μεσολαβητή μεταξύ τού Ιράν και των ΗΠΑ· και η Τουρκία, πολλαπλώς ευάλωτη λόγω της μιλιταριστικής της υπερέκτασης, οφείλει να εξισορροπεί προσεκτικά το διπλό παιχνίδι ανάμεσα στη Δύση και το αντι-δυτικό στρατόπεδο (Ρωσία και Ιράν) ποριζόμενη και από τις δύο πλευρές οφέλη. Αν σε αυτά προσθέσουμε το κουβάρι των εμπλοκών τής Αιγύπτου με τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα και την Τουρκία σε Λιβύη, Σουδάν, Αιθιοπία και Σομαλία, καταλαβαίνει κανείς σε τι είδους κινούμενη άμμο στηρίζεται η ευροατλαντική γεωπολιτική στη Δυτική Ασία.

Έγινε τουλάχιστο φανερό, ελπίζω, γιατί η Τουρκία είναι τόσο πολύτιμο κεφάλαιο, αμέσως μετά το Ισραήλ, για την ανατολική γεωπολιτική (από τη Μεσόγειο ώς την Κίνα) τής Ευρωατλαντικής Δύσης. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τους αναμενόμενους ανταγωνισμούς, Τουρκία και Ισραήλ είναι υποχρεωμένοι να συμπορεύονται, όσο τουλάχιστον παραμένει σε ισχύ σε αυτή την περιοχή τού κόσμου η αμερικανική ηγεμονία. Και πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι όλα τα δευτερεύοντα εξαρτήματα της ιμπεριαλιστικής μηχανής —Έλληνες, Κύπριοι, Άραβες, Κούρδοι— είναι απλώς αναλώσιμα. Η μοίρα των μοναρχιών τής Αραβικής και του Κόλπου, αν όχι της ίδιας τής Ουκρανίας, θα έπρεπε να είναι για την Ελλάδα οδηγητικός μίτος στην εξωτερική της πολιτική, αν τουλάχιστον δεν μπορεί να διδαχθεί από τη δική της επαναλαμβανόμενη εμπειρία. Η προθυμία της να συνταχθεί με τη διεθνή αφρόκρεμα των δολοφόνων, που ελπίζουμε ότι η ιστορία αρχίζει να κινείται εναντίον τους, την καθιστά άξια της χειρότερης —ήδη δυσοίωνα προδιαγεγραμμένης— μοίρας.

Αλλά δεν είναι η μοίρα αυτής της Ελλάδας που έχει σημασία για τη μορφή την οποία θα πάρει το αύριο – που δεν είναι κανενός «εθνική υπόθεση», αλλά οικουμενικό και πανανθρώπινο. Πελώριες τεκτονικές πλάκες κινούνται αυτή τη στιγμή στον κόσμο μας και ό,τι θεωρούσαμε εδώ και κάποιους αιώνες εδραιωμένο καταλύεται. Ένα νέο επαναστατικό κύμα μοιάζει να σηκώνεται στην καρδιά τού μητροπολιτικού κόσμου ενώ ένας δεύτερος μεγάλος κύκλος αποαποικιοποίησης έχει πιθανότατα ξεκινήσει στο διεθνές στερέωμα. Όποια και αν είναι η έκβαση των επερχομένων, σε οιαδήποτε κόλαση ή παράδεισο κι αν ωθούμαστε συλλογικά, ως φύση και ως ανθρωπότητα, αυτό που η νοσταλγία μας ονομάζει ακόμα «Δυτικό πολιτισμό» καταποντίζεται μέσα στο αίμα και τον τρόμο που το ίδιο έσπειρε.

///

[1] Πού θα πηγαίνει αυτός ο διάδρομος όταν λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία, δεν μας το είπε κανείς. Το ξέρει ίσως η τ. πρέσβειρα-καρτούν Γκιλφόυλ και οι Έλληνες επιχειρηματίες που τυλίγονται σαν περικοκλάδα στον κορμό της – αλλά δεν είναι για όλα ένοχοι οι «ιδιώτες»: αυτό είναι επίσημη, κυβερνητικά επιλεγμένη και με ζήλο ακολουθούμενη «εθνική πολιτική».
[2] Οι οποίοι διακρίνονται όλο και λιγότερο από τη «διαμαρτυρόμενη ακροδεξιά» στην Ευρώπη. Είναι αυτοί που μας βεβαιώνουν πως η διάκριση αριστερά/δεξιά ή κομμουνισμός/αντικομμουνισμός έχει «ξεπεραστεί» και διαβάζουν τη διεθνή πραγματικότητα με όρους αντίθεσης μεταξύ παγκοσμιοποίησης/εθνικού κράτους. Δεν ξέρω αν έχουν επίγνωση πως πρόκειται για τα δύο πρόσωπα του ίδιων κοινωνικών δυνάμεων: δύο εναλλακτικές στρατηγικές τού κεφαλαίου, αναλόγως του αν αυτό βρίσκεται σε φάση επέκτασης ή συρρίκνωσης (ή του ποια εθνικά κεφάλαια βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση μέσα στον διεθνή κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό).
[3] Και με αυτό δεν εννοώ μόνο τις κυβερνήσεις τους – ασήμαντες, διεφθαρμένες ή καιροσκοπικές κατά περίπτωση… Μιλάω συνολικά για νεοελληνικό φαντασιακό και για το νεοελληνικό έθος. Μια ανάλυση της πολιτικής τους ανωριμότητας θα ήταν θέμα μιας ειδικής, πολύ πιο εκτεταμένης μελέτης· ας πω μόνον εδώ, δράττοντας μια επικαιρική αφορμή, ότι μία πρόσφατη σφυγμομέτρηση της GPO έδειξε πως μόλις το 2,4% προτεραιοποιεί, ως κριτήριο της εκλογικής του συμπεριφοράς, την εξωτερική πολιτική. Αναρωτιέμαι ποιο θα ήταν το ποσοστό αν από το 2,4% αφαιρούσαμε ειδικά ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, στα οποία για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων εξαντλείται αυτό που καταλαβαίνουν ως «εξωτερική πολιτική»…
[4] Η Άννα Διαμαντοπούλου, αν δεν κάνω λάθος, σχολιάζοντας τη αποστροφή τού Ρούμπιο ότι «δεν θα επιτρέψουμε πόλεμο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία», αναρωτήθηκε: τότε γιατί μας πουλάνε όπλα; Εύλογο ερώτημα, εάν ερμηνεύσουμε το «δεν θα επιτρέψουμε πόλεμο» ως «θα σας προστατεύσουμε», όπως κατ’ ελπίδα το εξέλαβαν οι ιθαγενείς επαίτες. Δεν σκέφτονται όμως ότι, αν ο κος Ρούμπιο και το τραστ που εκπροσωπεί θέλουν απαραιτήτως να πουλάνε όπλα, όρος για να υπάρχουν αγοραστές είναι ακριβώς το να παραμένουν αυτοί σε ανασφάλεια, που σημαίνει ότι είναι ενάντια στο συμφέρον τού πωλητή να «προστατεύσει» την πελατεία του.
[5] Η εξέγερση που σοβεί τούτη τη στιγμή στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από τη Λισσαβώνα μέχρι τα Τίρανα, δείχνει ένα σημείο βρασμού των κοινωνιών πέραν τού οποίου τίποτα δεν θα είναι ίδιο στις ημέρες που έρχονται. Το ότι το κύμα τής μαζικής λαϊκής οργής μοιάζει προς στιγμήν να καρπούται εκλογικά ακροδεξιές δυνάμεις δεν αλλάζει το διακύβευμα· τα έχουμε ξαναδεί αυτά στον εικοστό αιώνα. Όσοι όμως πιστεύουν πως μία τέτοια δεξιά συνιστά εναλλακτική απέναντι στην κυβερνώσα συναίνεση, ας δουν, πρώτον, πώς πολιτεύονται τ’ ακροδεξιά κόμματα από τη στιγμήν που έρχονται στην εξουσία (η Ιταλία τής Μελόνι είναι το καλύτερο παράδειγμα) και, δεύτερον, πόσο εύκολα, εκείνοι που σείουν το φόβητρο της «ακροδεξιάς» για να εκβιάζουν συναινέσεις, συνασπίζονται μαζί της όταν φανεί στον ορίζοντα «αριστερός» κίνδυνος (οι εκλογές τού ερχόμενου Μαρτίου στη Γαλλία θα είναι πολύ διδακτικές εδώ). Σε κάθε περίπτωση: τίποτε πιο αντιλαϊκό, κτηνώδες και επικίνδυνο δεν μπορούν να κάνουν τα λεγόμενα ακροδεξιά κόμματα που να μην πραγματοποιείται ήδη από τις κυβερνώσες «φιλελεύθερες» ολιγαρχίες – εκτός ίσως από το αντιμεταναστευτικό κρεσέντο που συνδαυλίζει τις πιο παρανοϊκές φαντασιώσεις τις καταχωνιασμένες στο ασυνείδητο της μάζας και μπορούν να μεταμορφώσουν αυτή τη μάζα σε απύθμενα καταστροφικό —και αυτοκαταστροφικό— όχλο. Το μεταναστευτικό είναι όμως ο ανεπίλυτος κόμπος των μεταποικακών κοινωνιών, όπως η σημερινή Ευρώπη και οι δορυφόροι της,  που οδηγεί σε οιονεί ναζιστικές πρακτικές όλο το κατεστημένο πολιτικό φάσμα και, προφανώς, είναι αδύνατο να επιλυθεί με όρους αναπαραγωγής τού κεφαλαίου.

///