Οι ζωές των λέξεων και άλλες ιστορίες

*

ΕΠΙΣΗΣ

Το «επίσης» είναι μια λέξη που ποτέ δεν αξιώθηκε το πρωτείο, ποτέ δε βρέθηκε στην αφετηρία, ποτέ δεν όρισε τίποτε. Πάντα ακόλουθος πιστός, πάντα αναμένει την άφιξη του πρώτου νοήματος , για να ορίσει τον εαυτό της σε σχέση μ’ αυτό. Η πιο μεγάλη φιλοδοξία της η μη επανάληψή της. Ο πιο μεγάλος φόβος της μη μείνει να κρέμεται στην άκρη της φράσης σαν τραγούδι που του έκοψαν τις τελευταίες νότες και τρέχει κουτσαίνοντας πάνω στα πλήκτρα , σαν να μη φτάνει η στέγη των λέξεων να την προστατέψει από τη βροχή και να μουλιάζει εκεί αβοήθητη στο απροσδιόριστο, στο ημιτελές.

— . —

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ

Έχει ένα μικρό τραπέζι στην άκρη του καθιστικού. Εκεί ακουμπά τη λίστα με τα ψώνια, τα αποτελέσματα των εξετάσεων (το ζάχαρο στα όρια), το τετράδιο που γράφει κάθε μέρα τις δουλειές (σουπερμάρκετ, τηλέφωνο στον υδραυλικό). Εκεί αφήνει και κάτι χαρτάκια με κομμένα μέλη λέξεων, τραυματίες από πολέμους του σημειωματάριου και ένα κλειδί από ένα γραμματοκιβώτιο από ένα σπίτι όπου έμενε παλιά.

Μερικές φορές ψάχνει τον αφαλό της κλειδαριάς στα συρτάρια των συναδέλφων στη δουλειά και άλλες θέλει να βάλει το κλειδί μέσα στα μάτια των διπλανών του στο μετρό και να ξεχυθούν τα γράμματα από μέσα τους.

Και πιο πολύ σκέφτεται τους λογαριασμούς που στοιβάζονται στο γραμματοκιβώτιο και απαιτούν την εξόφλησή τους. Φτάνουν στο σπίτι και το κυκλώνουν ψηλά μέχρι τη στέγη. Και τότε το κλειδί γίνεται μια αχρείαστη πρόφαση. (περισσότερα…)

Ρωμαντικὴ νιότη

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ ἐπέτειος τοῦ θανάτου τοῦ Πούσκιν, ποὺ γι’ αὐτὴν ἔγραφα σὲ περασμένη ἐπιφυλλίδα, ἔφερε γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ  στὴ θύμησή μου τὶς μορφὲς τῶν μεγάλων ρωμαντικῶν ποὺ γεμίζουνε μὲ τὴν ἀνήσυχη ζωή τους τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ περασμένου αἰώνα.

Πάντα σὰ συλλογίζουμαι τὸ κίνημα  τοῦ ρωμαντισμοῦ, ὁ νοῦς μου γεμίζει εἰκόνες μιᾶς αἰώνια ἀγέραστης νιότης. Σὲ καμιὰν ἄλλη περίοδο τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας δὲν ἐφθάσανε στὸν τάφο τόσοι ποιητὲς πάνω στὸ ἄνθισμα τῆς ζωῆς τους καὶ τῆς τέχνης τους. Στὴ ρωμαντικὴ ποίηση λίγοι εἶναι οἱ γέροι. Λὲς καὶ βιάστηκαν οἱ πιὸ πολλοὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο πρὶν νὰ συμπληρώσουνε τὴν τέταρτη, καμιὰ φορὰ καὶ τὴν τρίτη δεκαετία τῆς ἡλικίας τους, γιὰ νὰ μείνουνε παντοτεινὰ νέοι. Ἀκόμη καὶ κάποιοι ποὺ τοὺς ξέχασε ὁ σωματικὸς θάνατος ὣς τὸ μισοκαίρισμα, σπάνια ὣς τὰ γεράματα, ὅπως ὁ Ζερὰρ ντὲ Νερβάλ, ὁ Νικόλαους Λενάου ἢ ὁ Φρίντριχ Χαίλντερλιν, εἴχανε πεθάνει πνευματικὰ ἀρκετὰ χρόνια νωρίτερα.

Ἔτσι μιλώντας γιὰ τὸν ρωμαντισμό, ἔρχουνται στὴ μνήμη μας οἱ εἰκόνες ἀνθρώπων νέων, συχνὰ ὡραίων, ὅπως τὶς κράτησε πάνω στὸ μουσαμὰ ὁ χρωστήρας συγκαιρινῶν ζωγράφων, αἰχμάλωτες τῆς αἰώνιας νεότητας. Ἀρυτίδωτα κι ἀγένεια πρόσωπα πλασιωμένα μὲ πλούσια μαλλιά, μάτια ὑγρά, καλοσχεδιασμένα χείλια. Εἶναι οἱ μορφὲς τοῦ Κήτς, τοῦ Σέλλεϋ, του Μπάυρον. Τοῦ Νοβάλις καὶ τοῦ φὸν Κλάιστ. Τοῦ Πούσκιν καὶ τοῦ Λέρμοντοβ. Τοῦ Πεταίφι.

Ὁ ρωμαντισμὸς ἤτανε τὸ κίνημα τῆς ζωντανῆς νιότης. Καὶ δὲν ἤτανε μόνο ἕνα κίνημα φιλολογικὸ ἢ ἔστω γενικότερα καλλιτεχνικό. Ἤτανε μιὰ ὁλόκληρη βιοθεωρία. Δὲν ἦρθε μόνο σὰν ἀντίδραση ἐνάντια στὰ ψυχρὰ καλούπια τοῦ κλασσικισμοῦ πού ’χανε καταντήσει τὴν τέχνη ὁλότελα ἄψυχη, νεκρή, κάτω ἀπὸ μιὰ ἄψογη καὶ μεγαλόπρεπη ἐπφάνεια. Ἦρθε καὶ σὰ μιὰ ἐπανάσταση τῆς καταπιεσμένης καρδιᾶς ἐνάντια στὴ δεσποτεία τοῦ Λογικοῦ. Ὁ 18ος αἰώνας, εἶναι ὁ αἰώνας τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς λατρείας τοῦ Λόγου.

Οἱ Ἐγκυκλοπαιδιστὲς κι οἱ Διαφωτιστὲς γκρεμίζουνε, βέβαια, πολλὲς σκουριασμένες ἀντιλήψεις,  κοινωνικὲς καὶ πολιτικές, ἀνοίγουνε τὸν δρόμο στὴν πρόοδο, μὰ στήνουνε στ’ ὄνομα τῆς Ἐλευθερίας μιὰ καινούργια τυραννία, τὴν τυραννία τῆς Λογικῆς. Ὅ,τι δὲν εἶναι σύμφωνο μ’ αὐτὴν εἶναι ἄχρηστο καὶ βλαβερό. Τὸ ρωμαντικὸ ἄτομο, δηλαδὴ ὁ νέος, συναισθηματικὸς ἄνθρωπος, νιώθει νὰ πνίγεται μέσα στὸν κλοιὸ τῶν ὀρθολογικῶν συστημάτων ποὺ τοῦ κόβουνε τὰ φτερὰ κι ἀπειλοῦνε νὰ τὸν μεταβάλλουνε σ’ ἐξάρτημα μιᾶς μηχανῆς ποὺ θὰ δουλεύει τυφλὰ «γιὰ τὸ καλὸ τοῦ συνόλου». Κι ἐξεγείρεται. (περισσότερα…)

Για την ποιητική σύνθεση

*

Στον πυρήνα της ποιητικής σύνθεσης κοιμάται μια κοινοτοπία: να λες κάτι, που πάει να πει, να ονομάζεις. Ένα από τα στοιχεία που διακρίνουν τον πεζό από τον ποιητικό λόγο είναι η τροπικότητα αυτού που λες, με άλλα λόγια, το πώς. Ακούγεται συχνά (ή υπονοείται) σε σχέση με την ποίηση ότι δεν έχει σημασία το τι λες, αλλά το πώς το λες, μια συνέπεια που, ενώ την κυοφορούσε ο Ρομαντισμός ήδη από τη γέννησή του, θα την αποδίδαμε κυρίως στον Μοντερνισμό, ο οποίος δημιούργησε περισσότερες φυλακές παρά ελευθερίες. Τι σημαίνει όμως να ονομάζεις κάτι; Θα λέγαμε ότι η ονοματοδοσία συνεπάγεται μια εγκατάλειψη, ή καλύτερα ότι είναι αυτή η εγκατάλειψη: είναι παράδοξο, αλλά τελικά ονομάζω σημαίνει σωπαίνω οριστικά· ακόμη περισσότερο σημαίνει γίνομαι ένας άλλος. Φυσικά στο πλαίσιο της συγγραφής αυτό εφαρμόζεται στην κλίμακα της σχετικότητας: η εγκατάλειψη των ονομάτων προκαλεί την προσκόλληση σε αυτά, καθώς μας κρύβουν το επόμενο όνομα, που στην έκταση του απόλυτου θα ήταν το όνομα του θεού. Άραγε όμως κάθε ποίημα δεν είναι μια προσπάθεια να ονομάσουμε τον θεό, να κλείσουμε μέσα σε μία λέξη (το ποίημα) ολόκληρο τον κόσμο; Και αν ονομάζω σημαίνει εγκαταλείπω, δεν είναι άραγε στόχος καθενός η οριστική ρήξη με τον κόσμο, η πλήρης απουσία του, η οποία θα σήμαινε ότι το υποκείμενο της εγκατάλειψης έχει γίνει ο κόσμος απών; Μια απόλυτη μόνωση που περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο: το βρέφος.

Επανερχόμαστε στην τροπικότητα: μολονότι αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο οι αισθήσεις με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε το ποιητικό σύμπαν, είναι άχρηστη δίχως το σύμπαν. Το να λες κάτι δεν είναι κοινοτοπία σε μια εποχή που περιλαμβάνει οτιδήποτε εκτός από το περιεχόμενο. Είναι δυστυχώς μια επανάσταση. Δεν είναι ότι αυτές οι εξάρσεις τεχνικής δεν μας συγκινούν: αντιθέτως, πάσχουμε από νευρικό χασμουρητό. Ο Τσέχωφ κάπου έλεγε ότι αντλούσε τα θέματά του κυριολεκτικά από κάθε τι: ακόμη και μια καρέκλα. Θα έπρεπε όμως να είναι η δική του καρέκλα, όχι με πραγματικά υλικούς όρους, αλλά η καρέκλα αυτή που την είχε επενδύσει με ολόκληρο το είναι του, που την είχε φάει και την κυοφορούσε. Η υλική διάσταση όπως την εννοούμε εδώ, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, είναι το μέγιστο στην τέχνη, γιατί αυτή είναι σάρκα. Μπορεί ο Ρεμπώ να έγραψε για τη θάλασσα δίχως να την είχε δει, προηγουμένως όμως ταξίδεψε σε αυτήν όπως ακριβώς το μεθυσμένο καράβι του. Και αυτό δεν είναι μόνο φαντασία, η οποία άλλωστε πλησιάζει περισσότερο την ύλη όπως εννοείται συνήθως, όπως και το πνεύμα. Θα πιστέψετε ότι παραδοξολογούμε, αλλά σας βεβαιώνουμε πως το πνεύμα είναι περισσότερο ύλη από τη σάρκα. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η σάρκα είναι, ενώ το πνεύμα το καταφέρνει αυτό μόνο μέσω της μίμησης, που είναι ύλη. Η σάρκα όχι φυσικά ως κρέας που περιβάλλει κόκαλα, αλλά ως πράξη, ως παρουσία, κάτι που κατά τη γνώμη μας λείπει κυρίως από τον Μοντερνισμό και μετά. Γιατί σε αυτό το διάστημα η ποίηση στις καλύτερές της στιγμές είναι πνεύμα, δηλαδή παριστάνει τη σάρκα. Στις κακές της στιγμές δεν είναι τίποτα από τα δύο. Μας ενδιαφέρουν όμως οι καλές, κυρίως γιατί μέσα σε αυτές έχουμε φυλακιστεί. Επειδή είναι σημαντική και η πρακτική πλευρά του προβλήματος, πιστεύουμε ότι πρέπει να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, δηλαδή τον Ρομαντισμό.

Αν κάποτε αυτός επαναστάτησε εναντίον του Νεοκλασικισμού, εμείς πρέπει να βρούμε διέξοδο από τον Ρομαντισμό, ο οποίος ακόμα ηγεμονεύει μέσω των απογόνων του (και των αποκλίσεών του), αλλά ως κακέκτυπο αυτού που κάποτε υπήρξε. Όχι αφορίζοντας, αλλά ως κληρονόμοι και συνεχιστές. Αν μας επιτρέπετε: θα πρέπει να γίνουμε πιο ρομαντικοί από τους ρομαντικούς.

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

*

«Έχουμε εισέλθει στο λυκόφως του μεταπολεμικού κόσμου»

Ο Σωτήρης Μητραλέξης συζητά με τον Δημήτρη Β. Πεπόνη για το πρόσφατο βιβλίο του δεύτερου Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης: Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη (Εκδόσεις Τόπος, Μάρτιος 2023)

~.~

Το βιβλίο πραγματεύεται «την ολοκλήρωση τριών διαφορετικών και εν μέρει επάλληλων ιστορικών κύκλων, της μεταψυχροπολεμικής τάξης (1991- ), του μεταπολεμικού κόσμου (1945- ) και μιας μεγάλης εποχής της ανθρώπινης ιστορίας (19ος αιώνας- ), της Εποχής της Μεγάλης Παρέκκλισης». Οι πρώτοι δύο κύκλοι είναι μάλλον σαφείς στον αναγνώστη του οπισθοφύλλου: ποια και τι είναι όμως η «Εποχή της Μεγάλης Παρέκκλισης», εξ ης και ο τίτλος του βιβλίου;

Στη μικρή κλίμακα και με αφορμή την τρέχουσα διεθνοπολιτική συγκυρία «Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης» σημαίνει να επισκέπτεται ο Κινέζος πρόεδρος τη Μόσχα στη Ρωσσία, ο Ιάπωνας πρωθυπουργός το Κίεβο και τη Βαρσοβία στην Ουκρανία και την Πολωνία αντίστοιχα και ο υπουργός εξωτερικών της Ινδίας το Μόναχο στη Γερμανία, και οι άνθρωποι στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική να γνωρίζουν ότι οι επισκέψεις αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, να δίνουν μεγάλη σημασία στα λόγια των πρωταγωνιστών ή να σταθμίζουν πολύ σοβαρά τη στάση τους. Όμως ας δούμε τα πράγματα στη μακρά διάρκεια.

Από την εποχή του Χριστού, του Μωάμεθ και του Βούδα μέχρι περίπου και την εποχή του Δαρβίνου (1809-1882), δηλαδή μέχρι τον 19ο αιώνα, οι μεγαλύτερες οικονομίες στον πλανήτη βρίσκονταν στην Ινδία και την Κίνα, στις ακτές του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού. Μόνο κατά τους δύο τελευταίους αιώνες κατέστη δυνατό αυτή η σχεδόν φυσική ―υπό την έννοια της μακράς χρονικής διάρκειας― ιστορική οικονομική τάξη να μεταβληθεί, με την άνοδο της Δυτικής Ευρώπης αρχικά και της Βόρειας Αμερικής στη συνέχεια, με επίκεντρο τον Ατλαντικό ωκεανό.

Στον 21ο αιώνα τώρα. Εφόσον κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας η Κίνα καταστεί η μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη, και με ονομαστικούς όρους ―καθώς με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης είναι η μεγαλύτερη οικονομία εδώ και κάποια χρόνια―, αυτή θα είναι η πρώτη φορά από την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας (1837-1901) που ένα κράτος το οποίο δεν έχει ακτές στον Ατλαντικό και δεν είναι αγγλόφωνο και φιλελεύθερο θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη.

Επιπλέον, για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη και γνωστή σε εμάς ανθρώπινη ιστορία έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας ή της Ασίας του Ειρηνικού. Αναφέρομαι, ασφαλώς, στην Κίνα και την Ιαπωνία. Τέλος, τις εξελίξεις αυτές θα ακολουθήσει η επιστροφή της Ινδίας που θα οριστικοποιήσει την αποχώρηση του οικονομικού κέντρου βάρους του παγκόσμιου συστήματος από τις ευρωπαϊκές και τις αμερικανικές ακτές του Ατλαντικού και την παγίωσή του στην Ασία.

Τα προηγούμενα σημεία καμπής σηματοδοτούν την αρχή και το τέλος μιας ιστορικής περιόδου (19ος-21ος αιώνας) την οποία ονομάζω «Εποχή της Μεγάλης Παρέκκλισης», κατά τη διάρκεια της οποίας γεννήθηκε αρχικά η ευρωκεντρική και μετέπειτα η δυτικοκεντρική ιδεολογία, ιστοριογραφία και ερμηνευτική. (περισσότερα…)

Ἄνταμ Ζαγκαγιέφσκι, Δύο ποιήματα

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Πάω στό Λβόβ

Νά πᾶς στό Λβόβ. Ποῦ ὑπάρχει σταθμός
γιά τό Λβόβ, ἄν ὄχι σ’ ὄνειρο, τήν αὐγή, ὅταν ἡ δροσιά
λαμπυρίζει πάνω σέ μιά βαλίτσα, ὅταν τά ἐξπρές
καί τά τραῖνα γίνονται σφαῖρες. Νά φύγεις
βιαστικά γιά τό Λβόβ, νύχτα ἤ μέρα, τόν Σεπτέμβρη
ἤ τόν Μάρτη. Ἀλλά μόνο ἄν τό Λβόβ ὑπάρχει,
ἄν εἶναι νά βρεθεῖ ἐντός τῶν συνόρων καί ὄχι μόνο
στό νέο μου διαβατήριο, ἄν δόρατα δέντρων
–λεῦκες καί μελιές– ἀκόμα ἀνασαίνουν δυνατά
σάν Ἰνδιάνοι, καί ἄν τά ρυάκια μουρμουρᾶνε
τή σκοτεινή τους Ἐσπεράντο, καί τά φίδια τοῦ γρασιδιοῦ σάν μαλακά σήματα
στή Ρώσικη γλώσσα ἐξαφανίζονται
στά σύδεντρα. Νά μαζέψεις τά πράγματά σου καί νά ξεκινήσεις, νά φύγεις, μεσημέρι,
δίχως κανένα ἴχνος νά ἐξαφανιστεῖς
σάν κόρες πού λιγοθυμοῦν. Καί κολλητσίδες, πράσινες
στρατιές ἀπό κολλητσίδες, καί πιό χαμηλά, κάτω ἀπό καμβάδες Βενετσιάνικου καφέ, τά σαλιγκάρια κουβεντιάζουν γιά τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά ὁ καθεδρικός ὑψώνεται, καί θυμήσου, τόσο εὐθύς, εὐθύς
σάν Κυριακή καί λευκές πετσέτες καί ἕνα καλάθι
ξέχειλο σμέουρα καί χόρτα καί τίς κεχριμπαρένιες
φράουλες τῆς Βασίλισσας Ἄννας, καί ἄσεμνο Φρέντρο.
Ὑπῆρχε πάντα ὑπερβολικά πολύ Λβόβ κανείς δέν μποροῦσε νά
γνωρίσει τίς περιοχές του, ν’ ἀκούσει
τό μούρμουρο κάθε πέτρας τσουρουφλισμένης
ἀπό τόν ἥλιο, τήν νύχτα ἡ σιωπή τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιᾶς διέφερε ἀπό αὐτήν τοῦ καθεδρικοῦ, οἱ Ἰησουίτες
βάφτιζαν τά φυτά, φύλλο τό φύλλο, ἀλλά φύτρωναν, φύτρωναν τόσο ἀνέμελα, καί ἡ χαρά πλανιόταν παντοῦ, σέ τραπεζαρίες, διαδρόμους καί μυλαράκια τοῦ καφέ πού γύριζαν ἀπό μόνα τους, σέ γαλάζιες τσαγιέρες, στό ἄμυλο, πού ἦταν ὁ πρῶτος
τυπολάτρης, σέ σταγόνες βροχῆς καί στ’ ἀγκάθια
τῶν ρόδων. Χιονισμένη φορσύθια χρύσιζε στό παράθυρο. (περισσότερα…)

Φεζ, ένα στιγμιότυπο

*

Είναι αμφίβολο εάν κάθε φορά που ανοίγω τα μάτια μου μετά απ’ τον ύπνο συνεχίζω, μερικώς συμβιβάζω τη μη συνείδησή μου με το υπάρχον, μερικώς βρίσκω τρόπο να αναλάβω από το σημείο στο οποίο σταμάτησα προτού κοιμηθώ, γιατί κάθε ύπνος μοιάζει να είναι διαφημιστική καμπάνια θανάτου, εξημέρωση της αίσθησής του, έλεγχος συμβατότητας με τον νεκρό που κάποια μέρα θα τον καρπωθεί, έλεγχος συμβατότητας με όσα κατόπιν ή εκ νέου αναρωτιέμαι, μυούμαι σε κάτι καθώς από κάτι σημαδεύομαι. Γίνομαι πολύ γρήγορα, τόσο γρήγορα όσο ξεγίνομαι.

Αυτή η ars apodemica ταξινομείται σε άλλο είδος εκμηδένισης, το οποίο επισκιάζει κάθε λογής θανατικές αιρέσεις, σχολαστικές ή αυθόρμητες αντιδράσεις γραπτού λόγου που δεν είναι παρά σκέτος γραπτός λόγος.

Όταν φτάνει στο τέλος της η χιλιοστή δεύτερη αραβική νύχτα, σκέφτομαι πως ανακτώμαι μέσ’ απ’ ότι συμβαίνει, μα είμαι γελασμένος, αφικνούμαι: ο άνεμος γίνεται σταδιακά όλο και πιο καυτός και διασκορπίζει μια αμυδρή ευωδία ζυμαριού λες και ο ουρανός είναι η διάτρητη ψίχα ενός ψωμιού που σιγοψήνεται στο φως του ήλιου. Η ανατολή μια απόχρωση λειψάνου που τα τελευταία του απομεινάρια σάρκας δεν έχουν προλάβει ακόμη να σαπίσουν. Μια αρχαία ταφική λυχνία, που όταν ανάβει, το φως της είναι πιο εκτυφλωτικό από το παρελθόν, όταν σβήνει πιο μαύρο από το έρεβος των τέλειων κι ολοκληρωμένων συλλογισμών.

Κατεβαίνω από την επίπεδη στέγη μέσα στο δωμάτιο μαζί με το σεντόνι, το μαξιλάρι και τα σύνεργά μου. (περισσότερα…)

Ουράνιος χάρτης

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

Ο ουράνιος χάρτης στέκει μπροστά μας καθαρός και διάφανος. Η άνωση καραδοκεί. Το νεφοσκεπές μπλε του ουρανού έχει χαμηλώσει για να το φτάσουμε. Ας σηκώσουμε το χέρι. Ας πιαστούμε από το φως κι ας πηδήξουμε πάνω. Ας χαθούμε μέσα στο ύψος. Συγκάτοικοι πια ενός κατά πολύ ελαφρότερου κόσμου.

~.~ (περισσότερα…)

Τι μας διδάσκει το Ισραήλ

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Το Ισραήλ συνταράσσεται από τεράστιες σε όγκο μαζικές διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου και των μεταρρυθμίσεων που εκείνη προωθεί με σκοπό τον στενότερο έλεγχο και την αποδυνάμωση του ανεξάρτητου συνταγματικού δικαστηρίου έναντι της εκτελεστικής εξουσίας. Οι μεταρρυθμίσεις περιέχουν τόσο ιδεολογικό πρόσημο, καθώς τα θρησκευτικά και εθνικιστικά κόμματα στον συνασπισμό του Νετανιάχου βλέπουν το δικαστήριο σαν προπύργιο της φιλελεύθερης και κοσμικής ελίτ του κράτους Ισραήλ, όσο και προσωπική ιδιοτέλεια, καθώς ο ίδιος ο Νετανιάχου ελέγχεται δικαστικά για μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Νετανιάχου φαίνεται να κάνει πίσω στις μεταρρυθμίσεις του. Όποια και αν είναι η εξέλιξη των πραγμάτων όμως, βλέπουμε να παίζεται στο Ισραήλ ένα σενάριο ανάλογο με αυτό άλλων χωρών όπου, σύμφωνα με το κατεστημένο αφήγημα, συγκρούεται η «φιλελεύθερη δημοκρατία» με τον «ακροδεξιό λαϊκισμό». Προσπάθειες ποδηγέτησης της δικαστικής εξουσίας είχαμε άλλωστε και σε άλλες χώρες με εθνικιστικές κυβερνήσεις όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι διαδηλωτές στο Ισραήλ παρελαύνουν με πλακάτ που δείχνουν τον Νετανιάχου παρέα με τα δυο άλλα φαντάσματα του «εθνολαϊκισμού», τον Τραμπ και τον Πούτιν.

Πέρα από τον λαό στους δρόμους, στις μεταρρυθμίσεις Νετανιάχου αντιτίθεται και το σύνολο των ελίτ του Ισραήλ, από τα μεγαλύτερα συνδικάτα και τα πανεπιστήμια (που κήρυξαν απεργία) ώς την πανίσχυρη γραφειοκρατία της χώρας, καθώς είδαμε μέχρι και παραιτήσεις του υπουργού άμυνας και διπλωματών. Έντονη υποστήριξη στους διαδηλωτές δείχνει και ο δυναμικός τομέας τεχνολογίας του Ισραήλ, η «Σίλικον Βάλεϋ» της χώρας, παρότι η ανάπτυξή της οφείλει πολλά στην οικονομική πολιτική του Νετανιάχου τις προηγούμενες δεκαετίες.

Οι ιδιαιτερότητες του Ισραήλ όμως δείχνουν και άλλα πράγματα που η φιλελεύθερη ρητορεία περί «δημοκρατίας» και «εξισορρόπησης των εξουσιών» μάλλον αποκρύπτει. Το Ισραήλ είναι μια συναρπαστική χώρα που έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια. Η πόλωση στην ισραηλινή κοινωνία δεν μπορεί να κατανοηθεί εκτός του πλαισίου αυτών των αλλαγών. Και η Ευρώπη και η Ελλάδα πρέπει να αντλήσουν μαθήματα από την περίπτωση του Ισραήλ. (περισσότερα…)

Παρουσίαση των νέων εκδόσεων του Ιδρύματος Σινόπουλου στον Πειραιά

*

Κάλπες εν όψει

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κάλπες εν όψει. Στην εικόνα, τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων.

~.~

Για τον χριστιανό ή τον διαφωτιστή (Διαφωτισμός: η τέταρτη αβρααμική θρησκεία), η τραγική σκέψη είναι σκάνδαλο. Για ποιον λόγο τιμωρείται για πράξεις του ολότελα ανεπίγνωστες ο Οιδίπους; Ο Αίας, ο Φιλοκτήτης, ο Ιππόλυτος, άπταιστοι υποκειμενικά, συνθλίβονται; Γιατί;

Στα σωτηριακά συστήματα, εκείνα που προσβλέπουν στην Ανάσταση ή στο Μέλλον, κάθε δεινό έχει έναν σκοπό, υπηρετεί ένα σχέδιο, τις άγνωστες έστω βουλές του Κυρίου, τη δύσκολη έστω μετάβαση προς την Πρόοδο. Και για τον λόγο αυτό είναι και δικαιολογημένο, σκαλοπάτι αναγκαίο προς την υπέρβαση, δάδα που δείχνει τον δρόμο ατομικά ή συλλογικά.

Σημασία εδώ έχει μόνο ότι ο δρόμος αυτός είναι ένας και ίσιος. Διά της βουλήσεως κάθε πιστός, κάθε οπαδός, έχει το ελεύθερο να τον βρει και να τον ακολουθήσει μέχρι τέλους. Εγώ ειμί η οδός… Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν. Όμως: Ο μη ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί.

Οδός άνω κάτω μία και ωυτή, απαντά ο τραγικός φιλόσοφος. Οδός ευθεία και σκολιή μία εστί και η αυτή. Ανηφοριά κατηφοριά είναι το ίδιο, ισιάδες και στροφές, όλα τα μονοπάτια, όλοι οι οδηγοί στο ίδιο σημείο τελικά οδηγούν: στην συντριβή. Ελεύθερη βούληση δεν υπάρχει, είναι μια αυταπάτη, μια παραίσθηση της ιστορίας. Οι άνθρωποι συντρίβονται όχι επειδή φταίξαν σε κάτι, αλλά επειδή γεννήθηκαν.

Από τη μια πλευρά, Τραγωδία και Μοίρα. Από την άλλη, Λύτρωση και Ελευθερία – τα όρια της σκέψης, τα όρια του κόσμου μας. Πιο πέρα δεν μπορεί να πάει κανείς. (περισσότερα…)

Jorge Ninapayta, Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και εγώ

*

Εισαγωγή- Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ

Ο Περουβιανός πεζογράφος Χόρχε Νιναπάυτα (Νάσκα, 1957 – Λίμα, 2014) έκανε τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Λίμα, στα πανεπιστήμια Κατόλικα και Σαν Μάρκος. Η διδακτορική του διατριβή ήταν πάνω στη λογοτεχνία. Εργάστηκε σαν καθηγητής στη Λίμα και τη Νέα Υόρκη, όπου έζησε πάνω από δέκα χρόνια. Η πολυάσχολη ακαδημαϊκή του ζωή και η σχολαστικότητα με την οποία διόρθωνε τα κείμενά του δεν του επέτρεψαν να αφήσει πίσω του έργο ιδιαίτερα εκτεταμένο. Διακρίθηκε ως διηγηματογράφος. Το έτος 2000 συγκέντρωσε όλα του τα βραβευμένα διηγήματα, μαζί με κάποια ανέκδοτα, στο βιβλίο Muñequita linda, έργο που τον καταξίωσε και διεθνώς ως έναν από τους σημαντικούς διηγηματογράφους της γλώσσας του.

Η σταθερά στα διηγήματα του Νιναπάυτα είναι οι μοναχικοί ήρωές του, άνθρωποι που δεν καταφέρνουν να αρθούν στο ύψος των προσδοκιών τους και γι’ αυτό πλάθουν μια άλλη ζωή «φανταστική» και παράλληλη, όπου γνωρίζουν την πλήρωση. Αυτή είναι και η περίπτωση του διορθωτή στο διήγημα «Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κι εγώ» ο οποίος έχει την τύχη να του αναθέσουν να επιμεληθεί την πρώτη έκδοση ενός έργου μοναδικού, του αριστουργήματος του Κολομβιανού συγγραφέα Εκατό χρόνια μοναξιάς.

~.~

Παράξενοι ήταν οι δρόμοι που με οδήγησαν στη δόξα. Τώρα που ανασκοπώ τη ζωή μου μπορώ να το διακρίνω καθαρά. Την ημέρα που έκλεινα τα είκοσι τρία, σ’ ένα μπαρ του Καγιάο μια αξιοσέβαστη και λιπόσαρκη τσιγγάνα μού διάβασε τη μοίρα στα χαρτιά. Μετά, με επίσημο ύφος, μου είπε ότι θα έκανα κάτι πολύ σπουδαίο στη ζωή μου· «κάτι μεγαλειώδες», ήταν τα λόγια της.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν ήταν και καμιά μεγάλη έκπληξη για μένα, ήμουν πάντα πεπεισμένος γι’ αυτό. Αν και πίστευα ότι δεν είναι απαραίτητο να κάνω κάτι υπερβολικό· μια συνεισφορά στην Ιστορία, όσο μικρή και να ’ναι, είναι αξιοσημείωτο επίτευγμα. Και ενώ η αναμενόμενη στιγμή πλησίαζε, εγώ εργαζόμουν ως διορθωτής κειμένων σ’ έναν εκδοτικό οίκο βιβλίων θεολογίας.

Τέσσερα χρόνια μετά, έφυγα από το Καγιάο σ’ ένα φορτηγό πλοίο που με πήγε σε διάφορα λιμάνια της Νότιας Αμερικής. Έτσι άρχισε ένας περίπλους που κράτησε πάνω από δέκα χρόνια. Κέρδιζα το ψωμί μου διορθώνοντας κείμενα. Σε όποιο μέρος έφτανα, έψαχνα για τους πιο γνωστούς εκδοτικούς οίκους ή εφημερίδες και πήγαινα εκεί για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. (περισσότερα…)

Ο βράχος και το κύμα

*

Προς τον αξιότιμον πρόεδρον του εν Κερκύρα Πολιτικού Συλλόγου «Η Αναγέννησις»

Κύριε Πρόεδρε,

Η εικοστή πέμπτη Μαρτίου και η δεκάτη Οκτωβρίου, καίτοι απέχουσαι τεσσαράκοντα δύο έτη η μία από της άλλης ουχ ήττον συνταυτίζονται και συνδέονται εν τη ιστορία ημών τοσούτον, ώστε ήθελεν είναι αδύνατον να τας διαζεύξει τις χωρίς να διακόψει την τε συνέχειαν του παρελθόντος μετά του μέλλοντος και την ενότητα της ενεργείας, δι’ ης η ημετέρα φυλή προβαίνει εις τον προορισμόν αυτής, γενναίως παλαίουσα προς τα ανταγωνιζόμενα στοιχεία.

Αι ημέραι αύται υπάρχουσι καθιερωμέναι εν τη καρδία ημών. Ο δε λαός τας καθηγίασεν ήδη και τας κατέγραψεν εν ταις αιματηραίς δέλτοις του εθνικού μαρτυρολογίου, ούτε θέλει παύσει προσφέρων αυταίς, εν είδει θυμιάματος και ολοκαυτώματος, τας εμπνεύσεις και την λατρείαν του.

Η δημοτική ελληνική ποίησις υπήρξεν υπό την δουλείαν ο αχώριστος σύντροφος, η μόνη παρηγορία της τεθλιμμένης ψυχής του ημετέρου έθνους. Αείποτε πένθιμος, μελαγχολική, αλλ’ αείποτε πλήρης ζωής και ελπίδων, φέρει εστεμμένον το μέτωπον με κλάδους κυπαρίσσου και δάφνης, ως αν ήθελε να είπει προς ημάς τους μεταγενεστέρους ότι εκ των παθημάτων θέλει βλαστήσει η νίκη. Συνοδεύσασα πιστώς τον Έλληνα εν τοις διωγμοίς, εν τοις δεσμωτηρίοις, επί του πεδίου της μάχης, ουδέποτε εγκατέλειπεν αυτόν ορφανόν, μεμονωμένον κατά την σκληράν δοκιμασίαν τοσούτων αιώνων.

Δικαιούται λοιπόν και τώρα η δημοτική ποίησις, η φιλόστοργος αύτη αδελφή και συμμέτοχος των δεινών του ελληνικού έθνους παθημάτων, δικαιούται να συμμεθέξει και του σημερινού αγώνος.

Όπου προσπάθεια, σκοπόν έχουσα την ανέγερσιν και το μεγαλείον του Έλληνος, εκεί αύτη κατά δικαίωμα παρευρίσκεται, διότι εις αυτήν μόνην απόκειται να συντάξει τον επινίκιον ύμνον και να ψάλει το χαρμόσυνον άσμα, αφού δεν απηύδησε ποτέ θρηνωδούσα επί του τάφου τοσούτων ηρώων προς επισημοποίησιν των βασάνων και των μαρτυρίων.

Εν τω στιχουργήματι, όπερ λαμβάνω την τιμήν ν’ αφιερώσω προς υμάς, απεικονίζεται αλληγορικώς η πάλη και ο θρίαμβος του Ελληνισμού κατά της βαρβαρικής κατακτήσεως, του μεν πρώτου παριστανομένου ως κύματος αφροστεφούς, της δε δευτέρας ως πέτρας ισταμένης εν μέσω του πελάγους.

Δεχθείτε αυτό μετ’ ευμενείας, ουχί ως έργον αντάξιον του θέματος, αλλ’ ως ελάχιστον δείγμα του προς υμάς βαθυτάτου σεβασμού μου.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

~.~

Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα.
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα,
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη·
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν,
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;…
Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω».

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη…
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη·
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
.               γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
.               σα να ’ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη,
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

[1863]

*