τραγωδία

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)

Στὸ χῶρο τῆς τραγωδίας

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Μέσα ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀκούστηκε τὸ χτύπημα τοῦ γκόγκ. Μονομιᾶς ἡ χλαλοὴ ποὺ γέμιζε τὸ τεράστιο πέτρινο κύπελο τ’ ἀκουμπισμένο στὸ κοίλωμα τοῦ λόφου κατάπεσε. Ἡ σιωπὴ κατέβηκε κι ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της ἀπάνω ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κάθουνταν ἀραδιασμένοι στὶς ἀρχαῖες πέτρες, ζεστὲς ἀκόμη ἀπὸ τὸν καλοκαιριάτικο ἥλιο.[1]

Τὸ φῶς ἀπὸ τοὺς προβολεῖς, χλωμὸ κι ἀδύναμο, γιατὶ ἡ μέρα δὲν εἶχε φύγει ἀκόμη πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Ἀραχναίου,[2] χύθηκε ὣς κάτω στὴ στρογγυλὴ ὀρχήστρα καὶ σταμάτησε μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ χωματόχρωμου παλατιοῦ. Ἐκεῖ σταμάτησε κι ἡ ματιά μας καὶ περίμενε.

Μὲ βήματα ἀργὰ μιὰ ἀντρικὴ φιγούρα βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Φαντάζει μικρή, ἀσήμαντη μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς σκηνῆς.[3] Ἡ ἀπόσταση μόλις σ’ ἀφήνει νὰ ξεχωρίζεις τὰ χαρακτηριστικά της: Τὸ κοντὸ ξανθὸ γενάκι, τὰ μακριὰ μαλλιὰ στεφανωμένα μὲ κισσό, τὸ θύρσο[4] στὸ δεξὶ χέρι. Σιωπή.  Κι ἄξαφνα τινάζεται σὰ συντριβάνι ὁ Λόγος:

Ἦρθα σ’ ἐτούτη τῶν Θηβαίων τὴ χώρα
τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ Διόνυσος , ἐγώ… [5]

Τὰ ρυθμικὰ κύματα τῶν στίχων πλημμυρίζουνε τὸ «κοῖλον», φτάνουν ὣς ἀπάνω στὶς τελευταῖες σειρὲς τῶν ἑδωλίων. Στὸ «λογεῖον» δὲν ὑπάρχει πιὰ τὸ ἀπογοητευτικὰ μικροκαμωμένο ἀνθρώπινο σχῆμα. Ἕνας θεὸς εἶναι ποὺ στέκει ἐκεῖ, δυνατὸς καὶ περήφανος κι ἐκδικητικός, σὰν ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ τολμήσανε νὰ τοὺς προσβάλλουνε θνητοί.  Κι ὅλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν ποίηση ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ στόμα του. (περισσότερα…)

Κάλπες εν όψει

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κάλπες εν όψει. Στην εικόνα, τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων.

~.~

Για τον χριστιανό ή τον διαφωτιστή (Διαφωτισμός: η τέταρτη αβρααμική θρησκεία), η τραγική σκέψη είναι σκάνδαλο. Για ποιον λόγο τιμωρείται για πράξεις του ολότελα ανεπίγνωστες ο Οιδίπους; Ο Αίας, ο Φιλοκτήτης, ο Ιππόλυτος, άπταιστοι υποκειμενικά, συνθλίβονται; Γιατί;

Στα σωτηριακά συστήματα, εκείνα που προσβλέπουν στην Ανάσταση ή στο Μέλλον, κάθε δεινό έχει έναν σκοπό, υπηρετεί ένα σχέδιο, τις άγνωστες έστω βουλές του Κυρίου, τη δύσκολη έστω μετάβαση προς την Πρόοδο. Και για τον λόγο αυτό είναι και δικαιολογημένο, σκαλοπάτι αναγκαίο προς την υπέρβαση, δάδα που δείχνει τον δρόμο ατομικά ή συλλογικά.

Σημασία εδώ έχει μόνο ότι ο δρόμος αυτός είναι ένας και ίσιος. Διά της βουλήσεως κάθε πιστός, κάθε οπαδός, έχει το ελεύθερο να τον βρει και να τον ακολουθήσει μέχρι τέλους. Εγώ ειμί η οδός… Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν. Όμως: Ο μη ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί.

Οδός άνω κάτω μία και ωυτή, απαντά ο τραγικός φιλόσοφος. Οδός ευθεία και σκολιή μία εστί και η αυτή. Ανηφοριά κατηφοριά είναι το ίδιο, ισιάδες και στροφές, όλα τα μονοπάτια, όλοι οι οδηγοί στο ίδιο σημείο τελικά οδηγούν: στην συντριβή. Ελεύθερη βούληση δεν υπάρχει, είναι μια αυταπάτη, μια παραίσθηση της ιστορίας. Οι άνθρωποι συντρίβονται όχι επειδή φταίξαν σε κάτι, αλλά επειδή γεννήθηκαν.

Από τη μια πλευρά, Τραγωδία και Μοίρα. Από την άλλη, Λύτρωση και Ελευθερία – τα όρια της σκέψης, τα όρια του κόσμου μας. Πιο πέρα δεν μπορεί να πάει κανείς. (περισσότερα…)

Χαρτοπόλεμοι και πόλεμοι πραγματικοί

~.~ 

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Χαρτοπόλεμοι και πόλεμοι πραγματικοί

Συμπέσαμε, παλιά, αποκριάτικο βράδυ, σε ταβέρνα με τον ηθοποιό και παλαιστή Απόστολο Σουγκλάκο που πέθανε νέος πολύ το 2006, τέτοιες μέρες. Κι ανάμεσα στα ‘δώσε’ και στα ‘κέρνα’ ένας φίλος απ’ την παρέα, στιβαρός κι αυτός, του λέει αίφνης: «Να σε βαρέσω λίγο; Αλλά μονάχα εγώ, εσύ να μη βαράς!» Και στήθηκε γελώντας ο Σουγκλάκος με τα χέρια δεμένα πίσω κι έφαγε δυό κουτουλιές γερές στο στήθος, χωρίς να πάει ούτε βήμα παραπίσω.

Τέτοια φαιδρά συμβαίνουν κάποτε στον χαρτοπόλεμο και, λιγότερο εμφανώς, σε ματς στημένα ή αγώνες κατς, με προπληρωμένο το αποτέλεσμα. Μα στον πραγματικό πόλεμο, ακόμα και τον οικονομικό, είναι γελοίο να ελπίζεις πως θα χτυπάς χωρίς ο αντίπαλος ν’ ανταποδίδει τα χτυπήματα. Και όμως, ινστιτούτα διεθνών σχέσεων, κέντρα στρατηγικών μελετών και τα τοιούτα, αναλυτές περιωπής, πολιτικοί και οικονομολόγοι, αιφνιδιάζονται, αληθινά ή δήθεν, όταν ο Πούτιν αντιδρά. Οι ίδιοι αυτοί, τον περιγράφουν ως αυταρχικό, επεκτατικό και αδίστακτο (που είναι – αλλά όχι ο μόνος). Γιατί λοιπόν σοκάρονται, εξίστανται και δυσανασχετούν όταν ένας τέτοιος αντίπαλος κάνει ό,τι μπορεί για να νικήσει; Η νατοϊκή συμμαχία έκλεισε τις στρόφιγγες του χρήματος δεσμεύοντας τα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσίας στη Δύση — ο Πούτιν κλείνει τις στρόφιγγες του φυσικού αερίου προς την Δύση. Και οι μεν ΗΠΑ δεν πλήττονται ιδιαίτερα, έχουν πηγές και προμήθειες ενέργειας επαρκείς. Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όμως, τι κάνουν για ν’ αποφύγουν τον στραγγαλισμό της οικονομίας της; Γιατί δεν διαμήνυσαν, απ’ την αρχή, στις ΗΠΑ: θα σας ακολουθήσουμε στον πόλεμο μόνο αν τα βάρη του κατανεμηθούν ισομερώς. Γιατί ιδροκοπούν και τρέχουν και δεν φτάνουν για να μαζέψουν σπασμένα που θά ‘πρεπε εγκαίρως να έχουν προβλέψει; Γιατί δεν απαγόρευσαν αμέσως τις βρώμικες συναλλαγές με χρηματιστηριακά παράγωγα σε όλα τα σχετιζόμενα με τον πόλεμο προϊόντα; Γιατί επιτρέπουν στις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας να κερδοσκοπούν χυδαία και ασύστολα πάνω στην πλάτη μας; Δεν ξέρουν ότι ελεύθερη αγορά σε καιρό πολέμου σημαίνει ασύδοτη και ληστρική αγορά; Αν φταίει λοιπόν ο Πούτιν μία φορά, δεν φταίει δύο το κακό τους το κεφάλι; (περισσότερα…)