Ἴων Δραγούμης, Ὁ δροσερός κόσμος

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός-Επιμέλεια
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά και έχει τιτλοδοτηθεί με την ευκαιρία  της δημοσίευσης αυτής. Αποτελεί απόσπασμα/ημερολογιακή εγγραφή της 12ης Απριλίου του 1905. Ο 25ετής Ίων Δραγούμης υπηρετεί  ως υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς και σύντομα πρόκειται να συναντηθεί με την Πηνελόπη Δέλτα. Θα μείνει στην Αλεξάνδρεια λιγότερο από έξη μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον Κ. Π. Καβάφη.

Η μεταγραφή έγινε από το χειρόγραφο που φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ στο Τμήμα αρχείων/Αρχείο Ίωνος Δραγούμη/Τετράδιο με αρ. 11, σελ. 58a-59a. Περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τελευταίο αδημοσίευτο μέρος των Τετραδίων του Ίωνος Δραγούμη [«Η αγάπη έθρεψε τη ζωή μου» – Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1905-1908, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Επίμετρο – Σχόλια Νώντας Τσίγκας].

~.~

Τώρα, ἐγώ ἤ σύ ἤ ὁ ἄλλος, εἴμαστε ποιητές ἴσως, καί μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε ἀνάμεσα στόν δροσερό κόσμο[1] ὅπου δέν ὑπάρχουν δουλειές, ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, πολιτικά καμώματα καί μπερδέµατα πεζά τοῦ τωρινοῦ ἤ καί ἄλλου πολιτισμοῦ. Ἀλλά δέν εἶναι ποιηταί ὅλος ὁ κόσμος. Ἦταν ἀλλιώτικος ὅμως ὁ καιρός τῶν πρώτων Ἑλλήνων· προτοῦ ἀρχίσουν τά μηδικά, προτοῦ γεννηθεῖ καί ὁ Αἰσχύλος ἀκόμη, ἦταν ἕνας καιρός πού ἄλλος κόσμος ἀπό τόν δροσερό ἐκεῖνον κόσμο –πού τώρα τόν λέµε καί μᾶς φαίνεται «ποιητικός»– δέν ὑπῆρχε καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στό δροσερότατο, πυκνό, καταπράσινο, παρθενικό δάσος µαζί μέ τήν Φοίβη καί τόν Φοῖβο καί μέ τόν Νάρκισσο καί τίς Νύμφες, καί μέ τίς Ὧρες καί τούς Ἥρωες. Τότε ὅλοι ἦταν ποιηταί, δημιουργοῦσαν μύθους, γιατί ἦταν ζωηρό τό μυαλό τους καί ἄδολο καί παρθενικό, ἀλέκιαστο καί ἀκούραστο. Δέν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τίς δυσκολίες, τίς δυστυχίες, τά μπερδέματα τῆς ζωῆς ὅλης, τοῦ πολιτισμοῦ. Λέν πώς ἦταν παιδιά[2] τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὅλη τήν ἡμέρα καί ὅλη τή νύχτα ἦταν περιτριγυρισμένοι ἀπό ἄγνωστα, ἀνεξήγητα πράγματα, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τόν ἴσκιο καί τίς ἀχτίδες, τό νερό πού ἄφριζε καί ἔτρεχε καί κελάρυζε, τά φύλλα πού ἔτρεμαν καί μουρμούριζαν, τόν ἄνεμο πού βογκοῦσε ἤ τραγουδοῦσε ἤ σφύριζε περνώντας ἀπό τά φύλλα τῶν δένδρων, ἀπό τούς βράχους τῶν βουνῶν καί τά λαγκάδια, ἀπό τούς καλαμιῶνες. Ὁ ἀχός τῆς θάλασσας καί τῶν πεύκων ὁ ἀχός, ἡ σιγαλιά τῆς νύχτας, οἱ μυστικές ἀχτίδες τοῦ φεγγαριοῦ, οἱ ἁπαλές, πού χύνουνταν καί διαλύνουνταν ὑγρότατες καί ἕσταζαν ἀπό τά πράγματα, ὁ ἥλιος πού ἔπινε τό νερό καί ξέραινε τήν ὑγρασία καί τήν πρασινάδα, τά κρυφομιλητά τῶν φύλλων, τό καθρέφτισμα τῶν νερῶν, οἱ μυρωδιές τοῦ χώματος καί τῆς σαπίλας τῶν φύλλων, οἱ εὐωδίες τῶν ἀνθῶν, καί τά χρώματά τους καί τά σχήματα, καί ἡ φυλλορροή, καί ἡ ἀνθορροή, καί τό φθινόπωρο, καί ἡ κρύα βροχή, καί τό χιόνι, καί τό βογκητό τοῦ βορριᾶ, καί οἱ παγωνιές καί ἡ ἄσπρη πάχνη τοῦ χειμώνα, καί τό λυώσιμο τοῦ χιονιοῦ, καί τό φανέρωμα τῆς γῆς μέ τό χορτάρι καί τό γρασίδι, καί τό φύτρωμα τῶν κλαριῶν καί δέντρων, καί οἱ εὐωδίες τῆς ἄνοιξης, καί τό λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ, καί τό κιτρίνισμα τῶν χόρτων, καί ἡ πνοή τῆς θάλασσας, ὅλα, τί ἄγνωστα καί τί πολλά καί ἀνεξήγητα φαινόμενα, μυστήρια, μύθοι, ὅλα τά παρατηρῶ γιατί εἶναι καινούρια καί δροσερά (δηλαδή εἶμαι ἀκούραστος).

***

Στήν ἐκκλησία ἤμουν σήμερα τό δειλινό καί ἄκουσα τροπάρια πολλά γιά τήν πόρνη καί τήν ἁμαρτωλή γυναίκα καί τό τροπάρι τῆς Κασσιανῆς.

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…
τό δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».[3]

Καί ἡ μουσική μέ ἔκανε ἐκστατικό καί ἤμουν σάν την Ἰωάννα d’Arc τήν κόρη τῆς Λορραίνης ὅταν ἄκουε τίς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ της, καί εἶχε «ses voix».[4] Εἶμαι «ἁγνός» κάποτε καί «παρθενικός», καί τήν ἁγνότητα ἔπρεπε πάντα νά ἀφήνω νά μέ ὁδηγεῖ καί τήν ἔκσταση νά μέ θρέφει, καί ὁ τελειωτικός μου δρόμος πρέπει νά ἐμπνευσθεῖ ἀπό τήν ἔκσταση αὐτή τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καί τῆς ἱστορίας ὅλου τοῦ περασμένου μου ἑλληνισμοῦ, καί τήν ἁγνότητα. Ἕνας φίλος μου μ’  ἔγραψε σήμερα (καί ἴσως τά λεγόμενά του αὐτά μέ ἐπηρέασαν)· «Ἐμένα, δέν ξέρω, ὁ Ἱππόλυτος μοῦ ἔκαμε πάντα πολύ μεγάλη, ἰδιαίτερη ἐντύπωση, θά γελάσεις, ἀλλά δέν ξέρω γιατί, τό νεανικόν καί ὑπερήφανόν του μέ κάνουν πάντα νά ἐνθυμοῦμαι ἐσένα, ἄν καί δέν πιστεύω νά εἶσαι ἀποκλειστικός τῆς Ἀρτέμιδος ἐραστής καί ὑποθέτω ὅτι καί ἡ Κύπρις μετέχει τῆς λατρείας σου. Καί γι’ αὐτό εἶσαι ἀσφαλής ἀπό τήν καταδροµή της. Ἔχεις ὅμως κάτι τό ἁγνόν καί ὑπερήφανον πού σέ πλησιάζει πρός τόν Ἱππόλυτο».— Δέν ξέρω ἄν εἶμαι ἁγνός, εἶμαι ὅμως ἐκστατικός. […]

***

Τραγικότερο πόλεμο ἀπ’ αὐτόν πού γίνεται μέσα μου ἀναμεταξύ τῆς φωνῆς μου τῆς ἐκστατικῆς πού μέ φωνάζει πρός τήν ἀποθέωση, καί τοῦ δεσίµατός μου μέ τή μετριότητα καί πεζότητα τοῦ γύρω κόσμου τῶν ἀνθρώπων, δέν ξεύρω […].

///

[1] Και με όσα γράφει παρακάτω ο Ί. Δραγουμης δεν μπορεί παρά να θυμηθούμε τη βαθιά ποιητική τέχνη του Νίκου Γκάτσου στους στίχους του τραγουδιού «Πάει ο καιρός» (Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός που ήταν ο κόσμος δροσερός).
[2] Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν. Πλάτων, Τίμαιος, 23 a-b.
[3] Ο στίχος: ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν, κτλ.
[4] τις φωνές της

*

**