του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
*
Για τα κίνητρα της εξομολόγησης έχουν γραφτεί διάφορα. Ενοχή, ματαιοδοξία, ανάγκη ανακούφισης ή λύτρωσης. Μπορεί και άλλα βαθύτερα, κρυφά, ανομολόγητα, αθώα ή νοσηρά. Όλα είναι πιθανά. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για κάθε είδους εξομολόγηση ενδέχεται να ισχύει η κλασική προειδοποίηση των αστυνομικών όταν συλλαμβάνουν κάποιον ύποπτο: Έχεις δικαίωμα στη σιωπή. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου.
///
Άρχισα να γράφω στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου. Υπολογίζω ότι μέχρι σήμερα έχω γράψει πάνω από 30 χιλιάδες σελίδες – διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ημερολόγια. Όπως και τόσοι άλλοι, πίστευα κι εγώ ότι όλα στη ζωή θα μπορούσαν – και θα έπρεπε – να γίνουν κείμενα, ιστορίες, βιβλία. Τι ανοησία. Και τι ματαιοδοξία. Το 95% όσων έγραψα το θεώρησα (και ήταν) άχρηστο και ανούσιο. Λογοδιάρροια και σαχλαμάρες. Το διέγραψα κάνοντας κάθε τόσο μεγάλες εκκαθαρίσεις στους φακέλους μου, έγχαρτους και ηλεκτρονικούς. Από το υπόλοιπο 5% πίστευα ότι κάτι θα μπορούσε να βγει. Προσπάθησα να το δημοσιεύσω. Έστειλα έξι εφτά διαφορετικές εκδοτικές προτάσεις σε ένα διάστημα δεκαπέντε ετών. Όλες οι απαντήσεις ήταν απορριπτικές, άλλες ευγενικές και άλλες ξερές και τυπικές. Κάποιοι δεν απάντησαν καν. Ήταν τα κείμενά μου αποτυχημένα λογοτεχνικά ή δεν πληρούσαν τα κυρίαρχα κριτήρια της ευπώλητης λογοτεχνίας; Δεν το έμαθα ποτέ – εκτός από μια περίπτωση που περιγράφω παρακάτω. Τα μόνα που κατάφερα να εκδώσω ήταν μια συλλογή διηγημάτων από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και μια συλλογή δοκιμίων και αφηγήσεων για την εποχή του κόβιντ (ιδιωτική έκδοση). Α, και μερικά διηγήματα σε συλλογικούς τόμους.
///
Το πιο δύσκολο πράγμα για έναν άνθρωπο –και ειδικά για έναν άνδρα– είναι να παραδεχτεί τα λάθη και τις ήττες του. Και για έναν συγγραφέα να παραδεχτεί τις ανεπάρκειες και τις αποτυχίες του.
///
Σε μια συνέντευξή του στο The Paris Review, το 1956, ο Γουίλιαμ Φώκνερ είπε: «Δεν είναι απαραίτητο ο συγγραφέας να έχει οικονομική άνεση. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μολύβι και λίγο χαρτί… Αν δεν είναι εξαιρετικός, κοροϊδεύει τον εαυτό του λέγοντας πως δεν έχει αρκετό χρόνο ή οικονομική άνεση. Η καλή τέχνη μπορεί να προκύψει από κλέφτες, λαθρεμπόρους ή από ανθρώπους που φροντίζουν άλογα… Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει έναν καλό συγγραφέα. Μόνο ο θάνατος». Για πολύ καιρό γυρόφερνα τα λόγια του στο μυαλό μου. Στην αρχή τα έβρισκα υπερβολικά, απόλυτα. Στο τέλος παραδέχτηκα πως είχε δίκιο. Παραδέχτηκα επίσης ότι δεν θα γινόμουν ποτέ εξαιρετικός συγγραφέας μυθιστορημάτων. Διαπίστωσα ότι με τις μεγάλες αφηγηματικές δομές είχα πρόβλημα. Έχανα τον έλεγχο της μορφής και της ιστορίας. Κατά καιρούς ξεγελούσα τον εαυτό μου λέγοντας ότι από τη φύση τους η γλώσσα και η γραφή είναι ατελείς και ανίκανες να δημιουργήσουν ολοκληρωμένες και ιδανικές μορφές. Αλλά κατά βάθος αυτά ήταν δικαιολογίες. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο: το κόστος σε χρόνο και ψυχική καταπόνηση ήταν μεγάλο. Αρκέστηκα, λοιπόν, σε κάθε λογής μικρές φόρμες, ταιριαστές με τις γενικότερες συνθήκες της ζωής μου, ελπίζοντας πως έτσι θα μπορούσα να γράψω μερικές αράδες της προκοπής.
///
Το παιδικό μου δωμάτιο ήταν δύο επί δύο. Το μοιραζόμουν με τον αδελφό μου. Ανάμεσα στα κρεβάτια ήταν ένα μικρό ετοιμόρροπο τραπέζι. Εκεί καθόμουν και διάβαζα. Εκεί άρχισα να γράφω. Τον χειμώνα λόγω κρύου έριχνα πάνω μου μια κουβέρτα και σχεδόν κουκουλωμένος διάβαζα και έγραφα. Νομίζω ότι από τότε τίποτα δεν έχει αλλάξει μέσα μου. Ο πυρήνας μου έχει παραμείνει ίδιος. Την ώρα του θανάτου μου θα πέθανω μαζί με κείνο το παιδί που καθόταν σκυμένο πάνω από το τραπεζάκι διαβάζοντας και γράφοντας, απορημένο διαρκώς για την ύπαρξή του.
///
Δεν ξέρω για άλλους αλλά για μένα η φτώχεια, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, δεν ήταν πηγή δυστυχίας. Υπήρξα τυχερός: γνώρισα και αγάπησα από νωρίς τα βιβλία. Θα ήταν γενικό και αφηρημένο αν έλεγα ότι το διάβασμα με έκανε ευτυχισμένο. Αυτό που μου έδωσε ήταν κάτι πιο σημαντικό: υπήρξαν βιβλία που μου αποκάλυψαν πολύ νωρίς την αλήθεια της ζωής, δηλαδή τον παραλογισμό και τη ματαιότητά της, και με βοήθησαν να τοποθετώ τα γεγονότα στις σωστές τους διαστάσεις. Ήδη από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια είχα αρχίσει να αποκτώ την απαραίτητη διαύγεια. Την ίδια περίπου εποχή, με τα πρώτα γραψίματα, άρχισα να συμπληρώνω τη διαύγεια με την απάθεια – αργότερα βρήκα σε διάφορα διαβάσματα ότι αυτό που είχα αρχίσει να οικοδομώ εσωτερικά ήταν πολύ κοντά στον πυρήνα της στωϊκής φιλοσοφίας.
///
Η φτώχεια με καθόρισε, ηθικά και λογοτεχνικά. Δεν ξέρω αν θα είχα ασχοληθεί με το γράψιμο αν είχα κληρονομήσει μια άνετη οικονομική κατάσταση. Οι φτωχοί γράφουν συνήθως από ανάγκη, οι πλούσιοι συνήθως από ανία.
///
Κατά καιρούς έγραφα γιατί δεν είχα και δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Βρισκόμουν σε τέτοια οικονομική στενότητα που δεν μπορούσα να πάω ούτε για καφέ.
///
Στην αρχή προσπάθησα να αντιγράψω το στυλ του Καμύ, μετά το στυλ του Σιοράν. Αργότερα ανακάλυψα τον Παπαγιώργη, τον Ονέτι και τον Ίμρε Κέρτες. Προσπάθησα να ενσωματώσω στα γραψίματά μου και δικά τους στοιχεία. Τελικά έφτασα να γράφω με έναν τρόπο που ίσως είναι συνισταμένη πολλων αγαπημένων συγγραφέων, ίσως και κανενός. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να γράφω απλά. Πιστεύω ότι η βαθύτητα δεν έχει σχέση με την πολυπλοκότητα. Πιστεύω ότι η όποια αλήθεια μπορεί να αποδοθεί με απλά εκφραστικά μέσα.
///
Μετά τον θάνατο του πατέρα μου έγραφα μανιωδώς. Δεν ήταν μόνο ο πόνος της απώλειας. Εκείνο το αγνώριστο κρανίο ισοδυναμούσε με ένα βασανιστικό ερώτημα: αυτό λοιπόν είναι όλο; Πρέπει να έχω γράψει πάνω από 100 εκδοχές για τα γεγονότα εκείνης της εποχής που καθόρισαν την εφηβεία μου και τη ζωή μου. Όλα εκείνα τα γραψίματα, που τα περισσότερα ήταν για καθαρά προσωπική χρήση και δεν τα έχει διαβάσει κανείς, ήταν μια αποτελεσματική αυτοθεραπεία. Αν δεν τα είχα γράψει, δεν ξέρω που θα είχα καταλήξει.
///
Πριν από δεκαπέντε χρόνια άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίλο Ο συγγραφέας. Σε γενικές γραμμές ήταν η ιστορία ενός ανθρώπου που κάτω από δύσκολες συνθήκες ήθελε να γίνει γνωστός και σημαντικός μυθιστοριογράφος. Τα περισσότερα στοιχεία θα ήταν αυτοβιογραφικά. Το αρχικό σχέδιο ήταν για περίπου 300 σελίδες. Έγραψα τα δυο πρώτα κεφάλαια, περίπου 30 σελίδες. Το άφησα για περίπου δυο μήνες χωρίς να το διαβάσω. Όταν το διάβασα, απογοητεύτηκα: οι αλήθειες που είχα ενσωματώσει ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν ήταν αυτό που ήθελα να γράψω. Ήταν ψεύτικο. Το παράτησα και δεν το ξανάπιασα. Εκείνη την εποχή δεν ήμουν έτοιμος να εξωθήσω την ειλικρίνεια στα άκρα και να απογυμνώσω τον εαυτό μου. Τώρα θα μπορούσα αλλά δεν έχω πια την όρεξη και την πειθαρχία.
///
Για ένα μεγάλο διάστημα, κάπου ανάμεσα στα είκοσι πέντε και στα σαράντα μου, ήμουν εξαιρετικά αφελής σε σχέση με τις λογοτεχνικές μου προσδοκίες. Πίστευα πραγματικά ότι θα μπορούσα να γίνω ένας καλός επαγγελματίας συγγραφέας και να ζω από τα βιβλία μου. Δεν ξέρω πως είχε διαμορφωθεί μέσα μου αυτή η ελπίδα αλλά δυσκολεύτηκα πολύ να την βγάλω από τη σκέψη μου και τη ζωή μου όταν άρχισα να συνειδητοποιώ την πραγματικότητα. Όταν πια τα κατάφερα, το μέγεθος της εσωτερικής απελευθέρωσης ήταν ανάλογο με το μέγεθος της αφέλειας του νεανικού εαυτού μου.
///
Πριν από χρόνια, στεκόμουν στο ταμείο ενός σούπερ μάρκετ όταν είδα ξαφνικά μπροστά μου τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Η μύτη, το γδαρμένο πρόσωπο, τα μαλλιά, το σουλούπι, όλα ήταν ίδια. Ακόμα και αυτά που είχε αγοράσει: μπύρες και κρασί. Ήταν ο σωσίας του. Ήθελα να του μιλήσω αλλά δίστασα. Την επόμενη φορά που πήγα στο σούπερ μάρκετ είχα μέσα στο ντοσιέ μου τις Σημειώσεις ενός πορνόγερου Ι με τη φωτογραφία του Τσαρλς στο εξώφυλλο. Είχα την ελπίδα ότι θα τον ξανάβλεπα και ότι θα έβρισκα το θάρρος να του μιλήσω. Πέρασε καιρός χωρίς αποτέλεσμα αλλά τελικά η επιθυμία μου πραγματοποιήθηκε. Τον συνάντησα στην είσοδο. Του μίλησα με επιφύλαξη. Θα μπορούσε, με το δίκιο του, να με παρεξηγήσει. Τελικά ήταν ένας προσιτός και ευγενικός άνθρωπος. Του έδειξα τη φωτογραφία. Έβαλε τα γέλια. Δεν πίστευε στα μάτια του. Τρελάθηκε με την ομοιότητα. Του είπα δυο λόγια για τον Μπουκόφσκι και σε μια κίνηση που δεν είχα προσχεδιάσει άπλωσα το χέρι μου για να του χαρίσω το βιβλιαράκι. Δίστασε. Μου είπε ότι δεν είχε καμιά σχέση με τη λογοτεχνία. Μου είπε ότι δεν είχε μάθει να διαβάζει. Παρότι ο τόνος της φωνής του ήταν άνετος και φυσικός, ένοιωσα άσχημα – χωρίς να το θέλω είχα παραβιάσει ένα άβολο κομμάτι της ιδιωτικότητας ενός ξένου ανθρώπου. Ήταν ένας φτωχός βιοπαλαιστής που ζούσε καθαρίζοντας κήπους και χωράφια. Από κάποιο σημείο και μετά ήμασταν και οι δυο αμήχανοι. Δεν ξέρω ποιο δράμα παιζόταν μέσα του αλλά η εγκάρδια χειραψία που ανταλλάξαμε άφησε μια ευχάριστη αίσθηση στο τέλος της συνάντησής μας. Δεν τον ξαναείδα. Είχα πάντα στο μυαλό μου ένα διήγημα γι’ αυτή την ιστορία αλλά δεν μου βγήκε. Και έτσι έγραψα αυτές τις λίγες αράδες.
///
Όλες οι μεγάλες φιλίες μου είναι με ανθρώπους που δεν γνώρισα ποτέ – συγγραφείς, στοχαστές και ποιητές. Η φυσική συνύπαρξη δεν είναι απαραίτητη για να αγαπήσεις έναν άνθρωπο. Επιπλέον, οι πνευματικές φιλίες χωρίς φυσική παρουσία σε προστατεύουν από όλα τα αρνητικά συμπτώματα της πραγματικής ζωής.
///
Στο σπιτάκι που μεγάλωσα το πιο όμορφο έπιπλο ήταν μια μικρή βιβλιοθήκη στο διάδρομο, σκεβρωμένη και παραφορτωμένη με εγκυκλοπαίδειες, σχολικά βιβλία και λίγα λογοτεχνικά, ανάμεσά τους και Ο Ξένος του Καμύ – ποτέ δεν έμαθα πώς βρέθηκε στη βιβλιοθήκη, αν μας το δώρισαν ή αν το αγόρασε κάποιος από την οικογένεια. Σε κάθε σπίτι που έμεινα στη διάρκεια της ζωής μου είχα πάντα μια βιβλιοθήκη. Στην Αθήνα, στο πρώτο σπίτι που έπιασα, μια ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στα Εξάρχεια, το πρώτο έπιπλο που αγόρασα ήταν μια μικρή βιβλιοθήκη – μετά αγόρασα κρεβάτι.
///
Πριν από χρόνια είχα στείλει ένα μυθιστόρημα 600 σελίδων σε μεγάλο εκδοτικό οίκο. Μετά από δύο μήνες αναμονής έλαβα την παρακάτω απάντηση (τα έντονα γράμματα ήταν επιλογή του συντάκτη της επιστολής):
Αγαπητέ κύριε Ταρασλιά,
Κατ’ αρχάς σας ευχαριστούμε θερμά για την εμπιστοσύνη που μας δείχνετε υποβάλλοντας το έργο σας στις εκδόσεις μας. Μελετήσαμε το βιβλίο σας και συζητήσαμε το ενδχόμενο έκδοσής του.
Δυστυχώς καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, αν και καλογραμμένο, δεν είμαστε σε θέση να το εντάξουμε στο εκδοτικό μας πρόγραμμα. Αυτό οφείλετε στο ότι αυτή την περίοδο υπάρχει έντονος ανταγωνισμός από άλλα έργα του είδους και στο ότι ο αριθμός της των νέων τίτλων που επιλέγουμε κάθε χρονιά είναι εξαιρετικά περιορισμένος.
Επίσης, αισθάνομαι ότι είναι τόσο έντονο σε νοήματα και συναισθήματα που δεν ταιριάζει απόλυτα με τα βιβλία που εκδίδουμε και που έχουν πιο σαφή εμπορικό προσανατολισμό.
Πάντως η γραφή του είναι πάνω από τον μέσο όρο των χειρογράφων που λαμβάνουμε και ελπίζω στο μέλλον να δω και κάποιο ακόμα δικό σας βιβλίο. Εύχομαι σύντομα να βρείτε την κατάλληλη εκδοτική στέγη.
Με εκτίμηση κτλ.
Χαμογέλασα γλυκόπικρα. Τέτοια αντίφαση. Αποφάσισα να μην ξαναστείλω άλλη εκδοτική πρόταση σε εκδοτικούς οίκους. Αποφάσισα πως δεν υπήρχε λόγος να ψάχνω «την κατάλληλη εκδοτική στέγη». Προτιμούσα να μείνω λογοτεχνικά άστεγος. Ποιος ο λόγος να επιμείνω; Ήταν θέμα αξιοπρέπειας. Με βάση την αξιολόγησή τους το βιβλίο ήταν καλογραμμένο αλλά όχι εμπορικό. Αυτό ήταν πρόβλημα: δεν μπορούσα να γράψω διαφορετικά με βάση τις δικές τους εμπορικές προσδοκίες. Πάντως, βρήκα την επιστολή τους κάπως γενναιόδωρη: ήταν ο μόνος εκδοτικός οίκος που αφιέρωσε λίγες παραπάνω γραμμές, τονωτικές και ευχάριστες.
///
Στη Ρόδο όλα τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία έχουν κλείσει. Έχει μείνει μόνο ένα μεγάλο γνωστής αλυσίδας. Σε έναν πληθυσμό 125 χιλιάδων κατοίκων, οι αναγνώστες είναι λίγες εκατοντάδες. Ένα βιβλιοπωλείο που έκλεισε πέρυσι, έγινε δωμάτια Airbnb. Έμαθα πως και το τελευταίο βιβλιοπωλείο που έκλεισε φέτος, θα το κάνουν κι αυτό δωμάτια Airbnb. Προφανώς το νησί δεν έχει ανάγκη από βιβλία αλλά από τουρίστες.
///
Λέει ο Σιοράν: «Δεν πρέπει να επιβάλλουμε στον εαυτό μας την ολοκλήρωση ενός έργου. Αρκεί μονάχα να πούμε κάτι που μπορεί να ψυθιριστεί στο αυτί ενός μεθυσμένου ή ενός ετοιμοθάνατου». Μου φαίνεται ότι αυτό το δεύτερο είναι πολύ πιο δύσκολο από την ολοκλήρωση οποιουδήποτε έργου. Αναρωτιέμαι πόσοι συγγραφείς το έχουν καταφέρει.
///
Η λογοτεχνία είναι κάτι πολύ σοβαρό αλλά δεν αξίζει τον κόπο να ρισκάρεις τα πάντα, να καταστρέψεις τη ζωή σου και να ξεφτιλίσεις τον εαυτό σου. Είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς ψώνιο αλλά πολύ δύσκολο να γίνει πραγματικά καλός συγγραφέας με βαθιά επίγνωση του ρόλου του και της ηθικής διάστασης του έργου του.
///
Πόσοι συγγραφείς υπάρχουν σήμερα στον κόσμο; Το ερώτημα αυτό με απασχολούσε συχνά τελευταία, κυρίως από περιέργεια. Αποφάσισα να ρωτήσω μια μηχανή ΑΙ. Η απάντηση ήταν: αν θεωρήσουμε ως συγγραφέα κάποιον που έχει γράψει και δημοσιεύσει τουλάχιστον ένα βιβλίο τότε μιλάμε για 20 έως 50 εκατομμύρια συγγραφείς σε όλο τον κόσμο. Ο αριθμός μου προκάλεσε ένα μειδίαμα αμηχανίας. Σαν απόλυτο μέγεθος μοιάζει μεγάλο. Σαν ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της γης μάλλον μικρό, ανάμεσα στο 0,25% και στο 0,625%. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από την αναγνώριση και την επιτυχία ή την αποτυχία, το να είσαι συγγραφέας είναι απλώς ένας τρόπος ύπαρξης ανάμεσα σε αναρίθμητους άλλους. Το θέμα είναι αν το γράψιμο σε βοηθά να ζεις με αξιοπρέπεια και να διαχειρίζεσαι σωστά τη ματαιότητα της ζωής και την πορεία σου προς τον θάνατο.
///
Κατά καιρούς έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί για τη μεγάλη λογοτεχνία. Σε μια συλλογή σημειώσεων και αφορισμών του με τίτλο “Η Τέχνη της γλώσσας” ο Κώστας Κουτσουρέλης γράφει: “Όμως τα μεγάλα έργα είναι κατά κυριολεξίαν «αξεπέραστα». Δεν ανοίγουν δρόμους, αλλά τους κλείνουν. Στο τέρμα τους γνωρίζεις ότι δεν έχεις πια να πας πουθενά γιατί έχεις φτάσει” – ένας ορισμός που δεν αφήνει περιθώρια για δικαιολογίες και αυταπάτες.
///
Στα 57 μου δεν έχω καμιά λογοτεχνική προσδοκία. Έγραψα ό,τι μπόρεσα. Λίγες υπενθυμίσεις για πράγματα γνωστά. Οι λέξεις παραμένουν το καταφύγιό μου αλλά δεν πρόκειται να με σώσουν. Στέκομαι κι εγώ άοπλος μπροστά στο αδιανόητο, περιμένοντας. Ελπίζω μόνο κάποιες από τις φλυαρίες μου να φάνηκαν χρήσιμες σε όσους τις διάβασαν ή έστω να μην ένοιωσαν ότι έχασαν τον χρόνο τους διαβάζοντας μάταιες λέξεις.
*
**