Στέλιος Ράμφος

Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)

Στέλιος Ράμφος, «Δὲν διεκδικῶ ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες»

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)

 

Εις μνήμην του Στέλιου Ράμφου, αναδημοσιεύουμε εδώ απόσπασμα μιας εκτενούς συζήτησης που μια ομάδα συγγραφέων, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, είχαμε με τον εκλιπόντα στοχαστή πριν από 15 περίπου χρόνια. Περιλήφθηκε στο βιβλίο του Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός 2012. – ΚΚ

~.~

Σ.Ρ.: Ὁ ἑρμηνευτικός μου ἄξονας ἔγ­κειται στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς συνθῆκες οἱ ὁποῖες προσ­φέρουν δυνατότητες μεγαλύτερης δημιουργικότητος καὶ ἐλευθερίας κινήσεως στοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλη τὴν ἀρ­νητικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάθε Γκουαντάναμο. Κι ἀλλιῶς: Μὲ ἐνδιαφέρει δηλαδὴ νὰ διαβάζω στὰ γεγονότα τὴν διήκουσα γραμμὴ τῆς ἐσωτερικῆς λογι­κῆς τους, ὅταν ὑπάρχῃ τέτοια λογική. Ἀναζητῶ τὸ νόημά τους. Ξέρω ὅτι ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ψαρέψῃ μαυρίλα, βρίσκει ἄπειρη στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κρατῶ εἶναι οἱ συντελεστὲς ἐμβαθύνσεως καὶ ἐμ­πλουτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτοὶ συνδέονται μὲ μιὰν ἀ­νάγκη μερικότητος εἴτε προέρχονται ἀπὸ μιὰ δίψα καθ­ολικότητος. Ἐκεῖ κερδίζεις ἢ χάνεις τὸ στοίχημα. Ἀναζητῶ κάθε φορὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωσι τί εἶναι ἐ­κεῖνο τὸ ὁποῖο στὴν προοπτικὴ τῆς συγκυρίας κάνει πλουσιώτερη καὶ πιὸ ἀνθρώπινη τὴν ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω, λ.χ., πολὺ μεγαλύτερη σημασία στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἢ στὴν γλῶσσα ἐφ’ ὅσον κρίνω ὅτι οἱ ἀπώτατες συνέπειες ἑνὸς τέτοιου παράγοντος πᾶνε πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπὸ ἕνα φαινόμενο ὀδυνηρὸ μέν, ἀλλὰ περιστατικώτερο ἢ ἐπιφανειακότερο. Μπορεῖ νὰ κάνω λάθος στὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει πρωταρχικὰ τὸ κριτήριο αὐτοῦ ποὺ μᾶς κάνει πλουσιώτερους. Ὡς κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ ὄν, ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁλοκληρώνει τὸν προορισμό του μὲ τὸ φαΐ του. Ξέρω τί σκληρό, τί ἀδυσώπητο εἶναι νὰ στερηθῇς τὸ φαΐ, ἀλλὰ ξέρω ἐπίσης ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ζῇς γιὰ νὰ τρῶς θὰ γίνῃς ζῷο, αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικό μου καὶ τὸ κριτήριό μου. Τὰ ἄλλα ἐκβάλλουν σχεδὸν πάντα στὴν εἰδησεογραφικὴ δημοσιογραφία, ἡ δουλειὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς νὰ στερῇ ἀπὸ τὰ γεγονότα τὸ βάθος τους καὶ νὰ τὰ κρατῇ ἔτσι σὰν φελλοὺς στὴν ἐπιφάνεια.

Κ.Κ.: Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς ἐπικρίνουν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐπικεντρώνεστε καὶ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παθογένεια καὶ προτείνετε λύσι ὑπέρβασης τῶν δικῶν μας προβλημάτων παραγνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ τόπος στοῦ ὁποίου τὴν κατεύθυνσι κινούμαστε, ἡ Εὐρώπη, ἔχει καὶ αὐτὸς τὶς δικές του παθογένειες πού, ἂν μάλιστα τὶς βάλῃ κανεὶς στὸ κοσμοϊστορικό τους πλαίσιο, μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερες, πολὺ χειρότερες, πολὺ βαθύτερες καὶ κρισιμότερες ἀπ’ ὅ,τι οἱ δικές μας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἀκόμα καὶ ἂν προσθέτετε τὸ «παρ’ ὅλο», ἐξιδανικεύετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίκρισι…

Σ.Ρ.: Ἐξιδανικεύω τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἂς ποῦμε. (περισσότερα…)

«Η Ελλάδα πέθανε και τη σκοτώσαμε εμείς»: Ορθοδοξία και Δύση

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[6/12]

~.~

Έχοντας ήδη επισημάνει τις επιφυλάξεις του Κυριάκου Μαργαρίτη απέναντι στα ακαδημαϊκά πρότυπα της νεωτερικότητας, που παραπέμπουν σε ορθολογιστικά σχήματα, θετικισμό, κλειστή και ολοκληρωτική ερμηνευτική του κόσμου, σε ό,τι δηλαδή εισήγαγε η σκέψη του Διαφωτισμού, ο κατά τον συγγραφέα ξεπεσμός της Δύσης δεν δείχνει εκ πρώτης όψεως να διαφέρει από τη δριμεία κριτική του ατομοκεντρισμού και ρασιοναλισμού από τον νεοορθόδοξο θεολογικό στοχασμό: «Ο δόκτωρ Ζοζέφ Γκιγιοτάν […] ήταν αρκούντως ανθρωπιστής, τέκνο του Διαφωτισμού, ώστε να κατασκευάσει τη λαιμητόμο».[371]

Αν κάτι επιτρέπει την ομαδοποίηση σε ενιαία τάση των πολλών και κατά βάση ετερόκλητων απόψεων της νεότερης ελληνικής σκέψης της Ορθοδοξίας, μιλώντας πάντα για την περίοδο της ακμής της, αυτό συνίσταται στον ακραιφνή της αντιδυτικισμό, ειδικά με αναφορά στην πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα εντός του νέου υποκειμενικού πεδίου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση, την έλλειψη εθνικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης, τη μειονεξία και τον μιμητισμό έναντι της Δύσης, εν όψει και της ένταξης της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (1981) και την έκτοτε αναγωγή της καταναλωτικής ευχέρειας σε νοηματοδοτική προσδοκία, ανάμεσα σε άλλα.

Ο Χρήστος Γιανναράς προσδιορίζει το φαινόμενο, ήδη από το 1986, ως «Finis Graeciae» με τον νιτσεϊκού τύπου αφορισμό «Η Ελλάδα πέθανε και την σκοτώσαμε εμείς»,[372] ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε μείζονα εθνικά ζητήματα όπου ο πατριωτισμός εξέλιπε, ειδικά σε σχέση με τη στάση των Νεοελλήνων απέναντι στην εισβολή και την κατοχή της Κύπρου. Μέσα από την προοπτική της φιλοσοφίας του χρόνου, με εμφανείς απηχήσεις του μπεργκσονικού βιωμένου χρόνου της συνείδησης, ο Στέλιος Ράμφος θα μιλήσει την επαύριον της οικονομικής κρίσης για ένα ελληνικό Τime Οut (2012) (=διακοπή ή και τέλος χρόνου), αναφερόμενος σε μια κρίση κατ’ ουσίαν πνευματική και δευτερευόντως δημοσιονομική.[373] Ο δε Σωτήρης Γουνελάς, μπροστά στην επικράτεια του τεχνικού, φίλαυτου και οικονομοκρατούμενου πολιτισμού του μετα-ανθρωπισμού, φτάνει στο σημείο να μιλήσει για Το τέλος του ανθρώπου (2022),[374] αντιστρέφοντας με αποκαλυπτικό τόνο το φουκωικό, νιτσεϊκών καταβολών πρόταγμα που έθρεψε την εκκοσμικευμένη σκέψη της μετανεωτερικότητας.[375] (περισσότερα…)

«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ε΄: Συμεών ο Νέος Θεολόγος | Μετάφραση Στέλιος Ράμφος

 

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

* (περισσότερα…)

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις; (περισσότερα…)

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.