Τζόζεφ Επστάιν

Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)

Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται. (περισσότερα…)