Τάκερ Κάρλσον

Ο Αργυρός Αιώνας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στα ελληνικά γράμματα, «Αργυρό Αιώνα» όπως οι Λατίνοι ή οι Ρώσσοι, μια δεύτερη περίοδο ακμής δηλαδή μετά την πρώτη, την απόλυτα και παραδειγματικά «κλασσική», δεν έχουμε. Αν πάντως κρίναμε χρήσιμο τον όρο, νομίζω ότι θα τον άξιζαν πλήρως οι συγγραφείς μας που πρωτοξεκίνησαν να γράφουν την περίοδο 1880-1940.

Πόσα ονόματα, και πόσα θαύματα, δεν περιλαμβάνει αυτή η «Εποχή της Ωριμότητας», όπως την αποκαλεί ο Στυλιανός Αλεξίου στο βιβλίο του Ελληνική λογοτεχνία (Στιγμή, 2010)… Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, Δροσίνης, Ψυχάρης, Θεοτόκης, Ξενόπουλος, Καρκαβίτσας, Μητσάκης, Βουτυράς, Καβάφης, Μαλακάσης, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης, Πρεβελάκης, Άγρας, Δημαράς, Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Σκαρίμπας, Καββαδίας, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Πολίτης, Μυριβήλης, Μπεράτης, Καραγάτσης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Καρέλλη, Παπατσώνης, Βρεττάκος, Γκάτσος, Σαραντάρης, Καπετανάκης, Λορεντζάτος, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, δραματουργοί, κριτικοί, μεταφραστές, στοχαστές που υπογράφουν ίσως και το 70% των κορυφαίων κειμένων της νεώτερης λογοτεχνίας μας.

Εμπρός στον πλούτο, ποιοτικό και ποσοτικό, των έργων αυτής της περιόδου, νομίζω ότι ωχριά κάθε άλλη εποχή της λογοτεχνίας μας, αρχαίας, μέσης και σύγχρονης. Στην προαναφερθείσα μνημειώδη γραμματολογία του, ο Αλεξίου τούς αφιερώνει περίπου 80 σελίδες. Λίγο λιγότερες δηλαδή από τις σελίδες που αφιερώνει στους συγγραφείς του «χρυσού» 5ου αιώνα!

///

Η Goldman Sachs υπολόγισε ότι στις ΗΠΑ το 60% σχεδόν της κατανάλωσης γίνεται από το 10% των ευπορότερων. Πρακτικά αυτό σημαίνει το απλούστατο: σε ό,τι αφορά το ΑΕΠ, η εισοδηματική αναδιανομή προς τα πάνω συμφέρει. Συμφέρει δηλαδή να παίρνεις χρήματα από τους φτωχότερους (συμπιέζοντας τους μισθούς λ.χ. ή αυξάνοντας το κόστος της στέγης) και να τα μεταβιβάζεις στους πλουσιότερους, αφού έτσι τονώνεις καλύτερα την κατανάλωση, άρα την αύξηση του ΑΕΠ, άρα την πολυπόθητη «ανάπτυξη». (Κοντά το 70% του ΑΕΠ προκύπτει από την κατανάλωση.) Αφού το πλουσιότερο 10% κινεί την οικονομία, τι σε κόφτει για τους φτωχούς;

Φυσικά, και τα κυβερνητικά κόμματα ανά την Ευρώπη και την Αμερική σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Οι δείκτες μετρούν, οι αριθμοί να ευημερούν και ας δυστυχούν οι άνθρωποι. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στη Γερμανία λ.χ. είναι σήμερα μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1929, πριν το Μεγάλο Κραχ και την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Και ενώ η πραγματική οικονομία παρακμάζει (βλ. τη ραγδαία αποβιομηχάνιση της Ευρώπης λ.χ.), η εικονική οικονομία θάλλει όσο ποτέ. Οι μεγάλες υπεραξίες δημιουργούνται σήμερα από τις φούσκες, από την προσδοκία δηλαδή του αυριανού, καθ’ υπόθεσιν, κέρδους: τη φούσκα των μετοχών, τη φούσκα της τεχνολογίας, τη φούσκα των ακινήτων προπάντων. Η λαϊκή οικογένεια αγωνίζεται να πληρώσει το ενοίκιό της, ένα δυάρι στην Αττική κοστίζει όσο το 90% (!) του μέσου εισοδήματος ενός εργαζομένου, όμως αυτός ο βρόχος που πνίγει τους πολλούς, για τους κυβερνώντες και τα διεστραμμένα τους μαθηματικά μεταφράζεται σε διόγκωση του ΑΕΠ, τουτέστιν σε «ανάπτυξη»! Και για τους ραντιέρηδες, τους αετονύχηδες, τους χρηματοκαρχαρίες και τα funds, σε χρυσοφόρες «επενδύσεις».

///

Το ηλιοκυκλοθεώρημαν, το ολοέκλαμπρόν της,
το χαριτοερωτόμορφον, το εξαίρετον και ωραίον!

«Φλώριος και Πλατζιαφλώρα»
(14ος-15ος αι.)

///

Ακόμη μια «απόπειρα δολοφονίας», ακόμη ένας «μοναχικός λύκος», ακόμη μια φορά «άγνωστα κίνητρα»… «What is our life?», ρωτούσε σ’ ένα διάσημό του ποίημα τον 16ο αιώνα ο σερ Ουώλτερ Ράλι. Και απαντούσε ο ίδιος: «a short comedy». Πέντε αιώνες αργότερα, μοιάζει όλο και πιο πολύ με κακογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα. (περισσότερα…)

Ποζάροντας για την αιωνιότητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία».

Η περιγραφή είναι, βέβαια, του Παύλου Νιρβάνα, από το ιστορικό της περίφημης φωτογράφησης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή το 1906, το δημοσιευμένο στη Νέα Εστία το 1933, 22 χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του εικονιζόμενου. Ο Νιρβάνας τη θεωρούσε τότε μοναδική, αγωνιούσε μήπως χαθεί για τους μεταγενέστερους η μορφή του μεγάλου διηγηματογράφου, και εκθέτει σε μάκρος πώς τον κατάφερε να του «ποζάρει». Έκτοτε έχουν έρθει στο φως μερικές ακόμη μεταγενέστερες, μια με τον Βλαχογιάννη το 1908 και δυο τρία πορτραίτα. Όμως η φωτογραφία του Νιρβάνα είναι πασίγνωστη, έχει πια ταυτιστεί με την εικόνα του Σκιαθίτη συγγραφέα, έχει σε μεγάλο βαθμό διαπλάσει τη μυθολογία που τον συνοδεύει. Ο φωτογράφος είχε δίκιο, τέτοια ευτυχία ο φακός πολύ σπανίως προσφέρει.

Η πρώτη εικόνα του Σολωμού που διαθέτουμε, δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο. Είναι ένας πίνακας (η φωτογραφική μηχανή δεν είχε ακόμη εφευρεθεί) εκ των χειρών του Νικολάου Κουτούζη, ζωγράφου, σατιρικού ποιητή και ιερωμένου Επτανήσιου (1741-1813). Είναι ένα πορτραίτο του 1799 ή του 1800 που δείχνει τον ποιητή, που είχε γεννηθεί την άνοιξη του 1798, σε βρεφική ηλικία. Σε αντίθεση με το σκυμμένο βλέμμα του 55χρονου Παπαδιαμάντη, ο ολιγόμηνος Σολωμός κοιτάζει κατάματα τον θεατή με μια παράδοξη σοβαρότητα. Το κορμάκι του φασκιωμένο αλλά ευθυτενές, τα μαλλιά του σε στυλ αυτοκρατορικό, ναπολεόντειο, το πρόσωπο εκφραστικό, μεγαλίστικο, με μια μελαγχολία αλλιώτικη από εκείνη των νηπίων, λες και ο εικονιζόμενος γνωρίζει ότι ποζάρει κι εκείνος για την αιωνιότητα. (περισσότερα…)