υγεία

Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Περί ἀσθένειας

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας» (Σελίν). Τό 1928 ἐγγράφεται στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βουκουρεστίου. Μελετᾶ Κάντ, Σοπενάουερ καί Νίτσε. Πιάνει φιλίες μέ τόν Ἰονέσκο καί τόν Ἐλιάντε. Τό 1933 πραγματοποιεῖ σπουδές στό Βερολῖνο μέ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Humboldt. Μελετᾶ Χάρτμαν, Κλάγκες κ.ἄ. Ἐξονυχίζει τό ἔργο τοῦ Ζίμελ. Τήν περίοδο αὐτή υἱοθετεῖ ἀκραῖες ἐθνικιστικές καί ἀντισημιτικές θέσεις, οἱ ὁποῖες γρήγορα θά πάρουν τέλος. Ὅταν τόν ρώτησαν τί σκέφτεται γιά τό ἀλλοτινό του παραλήρημα, ἀπάντησε ὅτι «εἶναι σάν νά ἀντικρίζω τίς ἐμμονές ἑνός ξένου, καί μένω ἀποσβολωμένος ὅταν διαπιστώνω ὅτι αὐτός ὁ ξένος εἶμαι ἐγώ» (Καραβασίλης). Τό 1933 δημοσιεύει τό πρῶτο του βιβλίο, Στό ἀπόγειο τῆς ἀπελπισίας. Τό 1937 δημοσιεύει τό περιώνυμο καί ἐπίμαχο Περί δακρύων καί ἁγίων. Τήν ἴδια χρονιά ἀναχωρεῖ γιά τό Παρίσι, «παγκόσμια πολιτεία τῶν γραμμάτων» (Καζανοβά), μέ ὑποτροφία τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου καί μέ τήν πρόθεση νά ἐκπονήσει διδακτορική διατριβή πάνω στόν Μπεργκσόν. Τό ὅτι δέν τήν ὁλοκλήρωσε, τό ξέρουμε. Μαντεύουμε ὅμως καί ὅτι δέν τήν ἄρχισε κἄν. Δέν θά ἐπιδιώξει νά συγκαταλεχθεῖ στήν τιμητική φρουρά τοῦ γαλλικοῦ ἀκαδημαϊκοῦ πνεύματος· ἀλητεύει στίς γειτονιές της Μονμάρτης, στήν πλατεῖα Σαίν-Μισέλ, στό Καρτιέ Λατέν, νά πιάνει γνωριμίες μέ κάθε λογῆς ἀδέσποτους παλαβούς, πένητες καί πόρνες· κοντολογίς, δέν ἔχασε χρόνο καί ἄρχισε νά μειονεκτεῖ, νά προστυχαίνει τήν ἀξία καί νά ψευτίζει τήν κεφαλαιώδη σημασία. Θά ζήσει σέ φτηνά ξενοδοχεῖα καί σέ σοφίτες. Χωρίς ἐπιτήδευμα, χωρίς εἰσόδημα καί χωρίς ἀκαδημαϊκούς τίτλους. Θά γευματίζει (γιά περίπου δεκαπέντε χρόνια) στήν φοιτητική ἑστία καί οὐδέποτε θά ἀμελήσει τίς σπουδές του στούς Γάλλους moralistes: Σαμφόρ, Λά Ροσφουκώ, Ριβαρόλ κ.ἄ. Ὅταν, δε, τό Πανεπιστήμιο θά τοῦ δηλοποιήσει ἐπισήμως ὅτι τοῦ ἀνακαλεῖ λόγῳ προκεχωρημένης ἡλικίας τήν φοιτητική ἰδιότητα, αὐτός θά χαρακτηρίσει τήν ἡμέρα ἐκείνη «ὡς μία ἀπό τίς πιό τραγικές τῆς ζωῆς μου» (Καραβασίλης). Φαίνεται λοιπόν πώς τήν ζωογόνο ἐπαφή μέ τήν ζωή δέν τήν στερήθηκε. Γνώρισε τήν ὑπερένταση καί τήν ζέση, «τό παλμῶδες αἴσθημα τοῦ ὑπάρχειν, τήν διψαλέα ἀπόλαυση τοῦ παρόντος» (Νικολαρεΐζης). Ἡ βραχύτητα τῆς ζωῆς καί ὁ συνακόλουθος αἰσθησιασμός θά τόν ἀπασχολοῦν εἰς τό διηνεκές. Πάντοτε φιλικά προσκείμενος στήν χοϊκή, ἐνθαδική ἀνθρωπότητα, οἱ ἀνώτερες σφαῖρες θά εἶναι γι’ αὐτόν ἁπλῶς κάτι μεγάλες μπάλες πού πουλᾶνε τά ἐπώνυμα πρατήρια σκέψης. Θά ἀπέχει ριζικά ἀπό τήν μεταρσίωση. Δέν θά ἀποκτήσει μαθητές καί οὐδέποτε θά ἀνεβεῖ στήν ἕδρα τοῦ λόγου του γιά νά χειρονομεῖ καί νά ἀναγγέλλει διά προσωποπαγῶν σημάτων τίς σημασίες του. Τό 1947 ἀλλάζει γλῶσσα· ἀσκεῖται ἐξαντλητικά στήν γαλλική. Καρπός τῆς προσπάθειας αὐτῆς εἶναι ἡ δημοσίευση, τό 1949, τοῦ Ἐγκόλπιου ἀνασκολοπισμοῦ – ὁ τίτλος εἶναι πρωτότυπη παραγωγή τοῦ ἀείμνηστου Παπαγιώργη. Σήμερα εἶναι τό πιό φημισμένο. Ὁ Τσελάν τό μεταφράζει στά γερμανικά τό 1953. Ἀκολουθοῦν οἱ ἐκδοτικές ἀποτυχίες: Συλλογισμοί τῆς πίκρας (1952) καί Πειρασμός τοῦ ὑπάρχειν (1956). Τή δεκαετία τοῦ ’60 δημοσιεύει τά βιβλία Ἱστορία καί οὐτοπία, Πτώση μέσα στόν χρόνο καί Ὁ κακός δημιουργός. Ἡ πρώτη του ἐκδοτική ἐπιτυχία σημειώνεται μέ τό Περί τοῦ ἀτοπήματος τῆς ἔλευσης στήν ζωή (1973). Σιγά σιγά φημίζεται, ἔστω καί σ’ ἕναν στενό κύκλο ἀναγνωστῶν ἀρχικά. Δείχνει μετριοπάθεια στήν ζωή του. Διάγει βίον, ἄν ὄχι ἀσκητικό, τοὐλάχιστον ἐγκρατῆ. Οἱ ἀλλοτινές νύκτιες σωμασκίες στούς δρόμους τῆς πόλης, ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ καί διάψευσης συνάμα, καταπαύουν καί σβήνουν. Δέν ξέρω ἄν ἔγινε κύριος τῶν παθῶν του, πάντως ἐμφανίζεται μετρημένος καί ὀλιγαρκής. Ἐξάλλου ἡ μισανθρωπία καί ἡ μοναξιά δέν τόν ἐμπόδισαν νά συνάψει δεσμούς (Σιμόν Μπουέ, ἡ ἰσόβια σύντροφός του) ἤ σχέσεις φιλίας (Μπέκετ, Τσελάν κ.ἀ.). Ἐφεξῆς, καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, θά κάνει ἤρεμους περιπάτους στόν Κῆπο του Λουξεμβούργου. Τά πάθη καί τά βιώματα σοβαρεύουν τή ζωή, κι ἄν δέν καταστρέψουν τόν ἄνθρωπό τους, τόν στρώνουν στή δουλειά. Τό ἔργο πού θά προκύψει εἶναι πνευματικό γεγονός, ὁλοκληρία μή ἔχουσα αἰτιώδη ἐξάρτηση μέ τή διαδρομή τῶν βιωμάτων. Θά γράφει μέχρι τέλους… Καὶ μετὰ τὸ τέλος του, θὰ ἐρίζουν γιὰ τὰ κατάλοιπα ἄφησε. Ποιός νὰ τοῦ τό ’λεγε! Ἀπεβίωσε στίς 20 Ἰουνίου τοῦ 1995.

(περισσότερα…)