αφορισμοί

Θραύσματα ημερολογίων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι θραύσματα ημερολογίων. Από το 1987 μέχρι και το 2024 κατέγραφα συστηματικά σε ημερολόγια και τετράδια κάθε λογής γεγονότα και σκέψεις. Εδώ και δυο χρόνια σταμάτησα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή διαδικασία με κούραζε και με άγχωνε. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για τη χρησιμότητά της. Για πολλά χρόνια ήταν μια μορφή θεραπείας και μια συλλογή πληροφοριών κυρίως για λογοτεχνικούς λόγους. Τώρα αυτές οι ανάγκες έχουν ξεθωριάσει. Έχοντας τακτοποιήσει μέσα μου μια σειρά από καημούς και απωθημένα, οι καθημερινές καταγραφές μου φαίνονται κουραστικές και ανούσιες. Επιπλέον, έχω αποδεχτεί το γεγονός ότι το λογοτεχνικό μου σχέδιο θα παραμείνει στα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται ισόποσα σε προσωπικές ανεπάρκειες, συνθήκες και στη γενικότερη αίσθηση ματαιότητας που χαρακτηρίζει σταθερά την εσωτερική ζωή μου – μια αίσθηση γλυκόπικρη και απελευθερωτική. Γενικά το διάβασμα μου δίνει περισσότερη χαρά και δύναμη από το γράψιμο. Πάνω στο γραφείο και σε μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα μου έχω γύρω στα ογδόντα βιβλία. Αυτά διαβάζω ξανά και ξανά. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου χίλια, αναπαύονται σε μια μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Πολύ όμορφη εικόνα. Χαίρομαι και μόνο που τα βλέπω.

///

Η τέχνη και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν έχει αποτύχει πλήρως στο κοσμικό του εγχείρημα.

///

Το να γράφεις για τη ζωή σου σημαίνει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου ή να τον επινοείς; Και τα δύο. Αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία είναι αλληλένδετες.

///

Με τα χρόνια καταλήγω όλο και πιο μόνος. Ανέφικτες οι καινούργιες φιλίες, τελειωμένες οι παλιές. Ταμπουρωμένοι όλοι στην αυταπάτη της οικονομικής τους ασφάλειας. Τους φαίνεται επικίνδυνος ο τρόπος που ζω. Τους ενοχλεί που δηλώνω «πάντα φτωχός, ποτέ άφραγκος». Τους ενοχλεί που δεν δίνω δεκάρα για τις καθιερωμένες αξίες αυτού του τόπου. Τους ενοχλεί που μιλάω και γράφω για τον θάνατο και τη ματαιότητα.

///

Ερχόταν σχεδόν μια φορά το μήνα στο σπίτι για να μιλήσουμε για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην αρχή πίστευα ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες αλλά σύντομα φάνηκε ότι ο πραγματικός σκοπός του ήταν τα χρήματα. Μου ζητούσε κάθε φορά δέκα, είκοσι ευρώ. Όποτε είχα, του έδινα. Ένα κυριακάτικο πρωινό ήρθε απρόσκλητος και μπήκε μέσα με συμπεριφορά ανθρώπου που είναι σε απελπισία. Ήταν η δεύτερη χρονιά του κόβιντ. Φορούσε διπλή μάσκα και απέφυγε κάθε είδος χειραψίας. Κούτσαινε λιγάκι – ή έκανε πως κούτσαινε. Άρχισε να μου λέει ότι έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι έπρεπε να πάει στην Αθήνα για εγχείρηση. Μου είπε ότι είχε πάρει στη σειρά φίλους και συγγενείς και ζητούσε από τον καθένα ένα ποσό, όσα μπορούσε ο καθένας. Από μένα ζήτησε πεντακόσια ευρώ. Δεν ξέρω τι εντύπωση του είχα δώσει αλλά τέτοιο ποσό ήταν υπερβολικό για τα δεδομένα μου. Του είπα δεν έχω. Επέμενε. Αναγκάστηκα με τρόπο να του δείξω ότι η επίσκεψή του ήταν δυσάρεστη. Έφυγε. Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τον είδα να βγάζει τη μάσκα και να την πετά στο πεζοδρόμιο. Τον είδα να περπατά κανονικά, ζωηρά, σχεδόν χορευτικά. Δεν ξαναήρθε για επίσκεψη.

///

Στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια δούλεψα σε ξενοδοχεία. Αγάπησα τους χώρους, του συναδέλφους, τους τουρίστες, τη ζωή, τη Ρόδο στην χρυσή εποχή της. Στα πενήντα μου ξαναβρέθηκα να εργάζομαι σε ξενοδοχεία. Και μίσησα σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τον εαυτό μου.

///

Αθήνα, 1990. Είμαι φοιτητής, τρίτο έτος στην παλιά ΑΣΟΕΕ. Δουλεύω σε νυχτερινό μαγαζί, μπουζούκια, ωράριο δέκα το βράδυ μέχρι ξημέρωμα. Μεγάλα ονόματα της εποχής στην πίστα. Μια νύχτα, λόγω διαφωνίας σε λογαριασμό, βρίσκομαι με φαλτσέτα στο λαιμό. Φτιαγμένος ο άλλος, έτοιμος να με καθαρίσει. Δεν θυμάμαι πολλά αλλά με σώζει η παρέμβαση του μαιτρ. Λίγο καιρό αργότερα ο άνθρωπος που με έσωσε με βάζει τσιλιαδόρο σε παράνομες συναλλαγές του. Έπαιξα τον ρόλο δυο νύχτες. Δεν μου ταίριαζε. Έφυγα από το μαγαζί. Βρήκα δουλειά σε βιοτεχνία, βοηθός λογιστή. (περισσότερα…)

Μηρυκασμοί και φλυαρίες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Αγαπώ το διάβασμα. Αγαπώ αυτή την εξάρτηση. Είναι η μόνη που έχω. Δεν θέλω να τη χάσω. Είναι το βασικό μου αντίδοτο απέναντι στη ματαιότητα. Με έχει βοηθήσει να αντέξω και θα με βοηθήσει να πεθάνω. (Θα μου λείψουν πολύ τα βιβλία. Μου λείπουν ήδη.)

///

Πώς πρέπει να ζει κανείς ξέροντας ότι θα πεθάνει; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη μου από την εφηβεία μου. Άγνωστο πώς, η διαρκής επίγνωση του θανάτου δεν με οδήγησε στη απόλυτη άρνηση της ζωής και σε μηδενιστικές αντιλήψεις. Με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε ένα συγκρατημένο πάθος για τη ζωή, σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις για καταξίωση και επιτυχία και σε μια σταθερή τήρηση ορισμένων ηθικών αρχών. Παρότι οι αρχικές συνθήκες της ζωής μου ευνοούσαν επικίνδυνες επιλογές και τη διαμόρφωση μιας στάσης χωρίς ηθικούς φραγμούς, αυτό τελικά δεν επικράτησε. Υποθέτω ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις της μάνας μου τις οποίες δεν ακολούθησα και η εντιμότητα του πατέρα μου που συμβάδιζε με τα αυτοκαταστροφικά πάθη του έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάνω από όλα όμως, αυτό που με διαμόρφωσε ήταν το διάβασμα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που μου έγινε εξάρτηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ νωρίς τον Αλμπέρ Καμύ και να μαγευτώ αρχικά από το συγγραφικό του στυλ και μετά από τις ιδέες του. Με τα χρόνια γνώρισα και άλλους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές. Εμίλ Σιοράν, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Νίκο Καρούζο, Νίκο Καζαντζάκη, Κωστή Παπαγιώργη, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μίλαν Κούντερα, Ίμρε Κέρτες και άλλους. Χάρη σε αυτούς κατάφερα να επιβιώσω και να φτάσω στα 57 μου με τις λιγότερες δυνατές ήττες και ντροπές. Και με αυτούς τους φίλους που δεν γνώρισα ποτέ θα φτάσω στο τέλος του επίγειου πεπρωμένου μου.

///

Το διάβασμα και το γράψιμο με βοηθούν να διατηρήσω μια μορφή διαύγειας που μου είναι απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπίσω τη ματαιότητα, τη φθορά και τις καθημερινές αυταπάτες. Δεν ψάχνω ούτε ελπίζω σε οριστικές λύσεις ή ολοκληρωμένες θεωρίες. Ασκήσεις συνείδησης, πειθαρχίας και διαύγειας: αυτό κάνω κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο ή επιχειρώ να γράψω κάποιο κείμενο. Προφανώς πρόκειται για αντίφαση: ενώ έχω βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων, ταυτόχρονα ζω σαν να πιστεύω ότι κάτι έχει αξία, κάτι που διαφεύγει της λογικής μου και ανάγεται σε περιοχές της ύπαρξής μου που αδυνατώ να εντοπίσω και να καταλάβω. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής με τη βασική μου ιδέα θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα των ηρώων στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Κοσερύ Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και να βυθιστώ στην απόλυτη τεμπελιά, στη απόλυτη απραξία και στην ολοκληρωτική απαλλαγή από κάθε μόχθο και από κάθε υποχρέωση. Φυσικά, θα πέθαινα της πείνας καθώς, σε αντίθεση με τους ήρωες του μυθιστορήματος που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην και μια υπηρέτρια που φροντίζει για τα πάντα, η δική μου επίγεια μοίρα ήταν και παραμένει φειδωλή σε παροχές και προνόμια. Η μυθιστορηματική φαντασία δημιουργεί ενδιαφέροντα σενάρια και γοητευτικούς χαρακτήρες αλλά αδυνατεί να προσφέρει οριστικές λύσεις στην ανεξήγητη και αγωνιώδη εμπειρία της ύπαρξης. Μπορεί ωστόσο να προσφέρει τη χαρά της ανάγνωσης και ορισμένες στιγμές διαύγειας – και αυτό είναι αρκετό.

///

Η ματαιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ανυπέρβλητη. Δεν αίρεται, δεν εξαλείφεται, δεν καταργείται. Είναι η βασική συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και πεθαίνουμε. Ολόκληρο το σύμπαν εκκρίνει ματαιότητα. Από τα αστέρια μέχρι τα κύτταρα όλα είναι εφήμερα. Κι εμείς, πρωτάρηδες στην ύπαρξη, πασχίζουμε να καταλάβουμε. Στήνουμε θεωρίες. Φλυαρούμε ακατάσχετα. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως. (περισσότερα…)

Εις εαυτόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

2010
Εσύ και ο εαυτός σου. Το ίδιο πάντοτε παιχνίδι, ποιος πρώτος θα ξεγελαστεί.

2110
Εκείνος ο Άλλος μέσα στο κεφάλι σου που όλη την ώρα σού επαναλαμβάνει: Μη νοιάζεσαι, δεν είναι αυτή η δική σου ζωή, είναι η ζωή ενός Άλλου. Εκείνου του Άλλου που τον λένε Εσύ.

2210
Τα ιδεώδη σβέρκο δεν διαθέτουν. Οι σφαλιάρες που τρως είναι όλες δικές σου.

2310
Και η πείρα σου όλη; Ένα μικρόβιο απ’ το παρελθόν με ξενιστή τη μνήμη.

2410
Εδώ μέσα, τα παραμύθια σου και οι μαυλιστικοί σου σκοποί. Κι εκεί έξω, το ζώο που σου δείχνει τα νύχια του.

2510
Ποιον ελεείς; Αυτόν που δεν φοβάσαι. (περισσότερα…)

Η κόλαση των άλλων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

/// 

Η αγάπη τελειώνει όταν σταματάς να φέρνεις λεφτά στο σπίτι. Ο γάμος: ένα παιχνίδι προσδοκιών και συμφερόντων, μια καθημερινή παράσταση όπου τα χαμόγελα εξαρτώνται από τις οικονομικές επιδόσεις. Από την ύπαρξη του άλλου παίρνουμε μόνο όσα εξυπηρετούν τα συμφέροντά μας. Δεν αγαπάμε το πρόσωπο ή την ψυχή του, δηλαδή την ιερότητά του. Αγαπάμε πακέτα παροχών. Όσο δίνεις, όλα καλά. Όταν σταματήσεις, αρχίζουν οι γκρίνιες και τα δράματα. Υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά αυτός είναι ο κανόνας.

~~~

Προκαλούμε το ενδιαφέρον των άλλων στον βαθμό που πιστεύουν ότι κάτι έχουν να κερδίσουν από μας ή όταν η εικόνα που έχουν σχηματίσει για μας ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους. Όσο υπάρχουν αυτές οι προσδοκίες υπάρχει και μια ψευδαίσθηση σχέσης. Όταν ανακαλύψουν ότι η πραγματική μας κατάσταση –κυρίως οικονομική– δεν είναι αυτή που φαντάζονταν, η αυταπάτη καταρρέει. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει που δεν απαντούν στις κλήσεις μας ή όταν σε κάποια τυχαία συνάντηση στο δρόμο αποφεύγουν να μας κοιτάξουν ή να πιάσουν κουβέντα μαζί μας.

~~~

«Μόνο εγώ θα μπορούσα να σε αντέξω» – η συνηθισμένη δήλωσή μου σε αγαπημένο πρόσωπο. «Κι εγώ εσένα» η απάντησή της.

~~~ (περισσότερα…)

Η τέχνη της γλώσσας

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

2905

Τι θα γινόταν αν ξυπνούσαμε ένα πρωί και διαπιστώναμε ότι όλα τα βιβλία στον κόσμο είναι πλέον ανώνυμα, δίχως ταυτότητα ή σήμανση συγγραφέα, ορφανά; Σε τι ποσοστό τους οι πάγιες αξίες μας θ’ άντεχαν στη νέα τάξη πραγμάτων, πόσα περιώνυμα έργα θα βούλιαζαν στην ανυποληψία και τη λήθη, πόσα σήμερα ασήμαντα θα αναδύονταν θριαμβικά; Άραγε θα θύμιζε ο καινούργιος κανόνας που αργά ή γρήγορα θα σχηματίζαμε, σε τίποτα τον παλιό;

3005

书不尽言, 言不尽意. «Η γραφή προδίδει τη λαλιά. Η λαλιά προδίδει την ιδέα». Το κομφουκιανό τρίτον από της αληθείας. Είτε λαλούμενη είτε γραφόμενη, η γλώσσα εμπρός στη βαθύτερη πραγματικότητα υστερεί αθεράπευτα, όσο και να τη μιμείται δεν μπορεί ποτέ να τη χωρέσει ακέραια.

3105

Ξεφυλλίζοντας μιαν όποια ιστορία της λογοτεχνίας, τον κατάλογο των εκθεμάτων ενός κορυφαίου μουσείου, το διαπιστώνεις: η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών του παρελθόντος που ακόμη θαυμάζουμε, ήταν διάσημοι ήδη εν ζωή. Κι όμως το bon mot ότι «οι μεγάλοι αναγνωρίζονται μετά θάνατον» δεν χάνει ποτέ τη δημοτικότητά του. Για τις στρατιές των «παραγνωρισμένων», των «υποτιμημένων», των «αγνοημένων» του σήμερα, οι αναξιοπαθούντες του χθες είναι συνάδελφοι. Σαν την ελπίδα, η αλληλεγγύη τους πεθαίνει τελευταία.

0106

Σ’ ένα μόνο κοινό απευθύνεται ο συγγραφέας: της εποχής του. Το μέλλον έχει γούστα απρόβλεπτα και ούτως ή άλλως δεν δίνει δεκάρα για τις δικές μας προθέσεις. Ακόμη και όταν ταχυδρομεί τα έργα του στην Αιωνιότητα, ο συγγραφέας συνομιλεί πρωτίστως με το Παρόν.

0206

Στην τέχνη της γλώσσας, η ιθαγένεια και να μην την επιζητείς προκύπτει. Φυσάει μέσ’ απ’ τις λέξεις όπως το μελτέμι τον Αύγουστο.

0306

Να μην έχεις ιδέα απο σχέδιο και να σκαρώνεις ready-mades, νά ’χεις μεσάνυχτα από ριμάδες και ν’ ανεβάζεις τον Ερωτόκριτο, να συνθέτεις όπερες αλεατοριστί ενώ δεν είσαι καν σε θέση ένα νανούρισμα να φτιάξεις, δεν σε κάνει πρωτοπόρο. Σε κάνει φουκαρά.

0406

Αιωνόβιες δέλτοι με τετιμημένα ονόματα, Κανόνες, κατάλογοι λαμπρών ονομάτων, έπαθλα εν παρατάξει στις αστραφτερές προθήκες, επετηρίδες δαφνοστεφών ποιητών. Οι λίστες, όλες οι λίστες, άρα και οι αντιλίστες που φτιάχνουμε τώρα, αποδεικνύουν απλώς πόσο πρόσκαιρα και παροδικά είναι τα γούστα μας. Σ’ έναν αιώνα από τώρα, οι ειδήμονες θα γελούν μαζί μας για τους συγγραφείς που θεωρούμε μεγάλους, όπως κι εμείς γελάμε με τους ειδήμονες του Μεσοπολέμου.

(περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ἔκπτωτος τοῦ χρόνου…

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

 

Πολεμῶ νά κρατηθῶ γερά ἀπό τίς στιγμές, ἀλλά αὐτές ξεγλιστροῦν καί φεύγουν: ὅλες τους εἶναι ἐχθρικές ἀπέναντί μου, μέ ἀποδιώχνουν, μέ μιά πεισματική ἄρνηση μοῦ δείχνουν ὅτι δέν θέλουν καμιά ἀνάμειξη μαζί μου. Εἶναι ὅλες τους ἀπλησίαστες, ἀπό κοινοῦ διασαλπίζουν τήν ἀπομόνωση καί τήν ἧττα μου.

Μποροῦμε νά δράσουμε μόνο ὅταν νιώθουμε ὅτι οἱ στιγμές τοῦ χρόνου μᾶς ὑποστηρίζουν καί μᾶς προστατεύουν. Ὅταν μᾶς ἐγκαταλείπουν, εἶναι τότε πάνω ἀπό τίς δυνάμεις μας νά προχωρήσουμε στήν ὑλοποίηση μιᾶς πράξης, σπουδαίας ἤ ἀσήμαντης. Ἄποροι καί ἀνυπεράσπιστοι, χωρίς ἔρεισμα, ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ μιά ἀξιοπαρατήρητη ἀτυχία: νά μήν ἔχουμε δικαίωμα στόν χρόνο.

*

Σωρεύω παρελθόντα χρόνο, τόν φτιάχνω συνεχῶς ρίχνοντας μέσα του ὅλο τό παρόν, καθώς δέν τοῦ δίνω ποτέ τήν εὐκαιρία νά ἐξαντλήσει τή διάρκειά του. Ζῶ σημαίνει ὅτι ὑφίσταμαι τή μαγική ἐπήρεια τοῦ δυνατοῦ∙ ὅταν ὅμως διαβλέπω στό ἑκάστοτε δυνατό τήν ἐπικείμενη ἔλευση τοῦ παρελθόντος, ὅλα τότε ἀνήκουν δυνητικά στό παρελθόν, δέν ὑπάρχει παρόν καί μέλλον. Ἀκούω τήν κομμένη ἀνάσα καί τόν ἐπιθανάτιο ρόγχο τῆς κάθε στιγμῆς∙ οὐδέποτε συλλαμβάνω τή στιγμή νά διαβαίνει σέ μίαν ἄλλη. Ἀσφυκτιῶν μέσα στό γίγνεσθαι, γίνομαι φορέας νεκροῦ χρόνου.

*

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι ἔγχρονοι∙ ἐγώ εἶμαι ἔκπτωτος ἀπό τόν χρόνο. Ἡ αἰωνιότητα πού ἀνυψωνόταν πάνω ἀπό τόν χρόνο δίνει τή θέση της σέ μιά κείμενη ὑποκάτω τοῦ χρόνου αἰωνιότητα∙ μιά ἄγονη οὐσιαστικά ζώνη ὅπου ἕνα μόνο πρᾶγμα ἐπιθυμοῦμε διακαῶς: νά ἐπαναφέρουμε τόν χρόνο, πάσῃ θυσίᾳ νά τόν ἀνυψώσουμε καί πάλι, νά οἰκειοποιηθοῦμε ἕνα κομμάτι του γιά νά τό κατοικήσουμε, νά δώσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ψευδαίσθηση μιᾶς φιλόξενης στέγης. Ὅμως ὁ χρόνος εἶναι κλειστός, ἀπρόσιτος∙ καί τούτη ἡ ἀρνητική, κακή αἰωνιότητα εἶναι καμωμένη ἀπό αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀδυναμία εἰσόδου στόν χρόνο.

*

Ὁ χρόνος ἀποσύρθηκε ἀπό τό αἷμα μου∙ κάποτε τά δύο αὐτά συνδέονταν μ’ ἕνα πνεῦμα ἀλληλεγγύης, κυλοῦσαν συντονισμένα. Δέν εἶναι ἄξιο ἀπορίας ὅτι τίποτα δέν συμβαίνει τώρα πού πάγωσαν. Ἄν ἄρχιζαν καί πάλι νά κινοῦνται θά μποροῦσα νά ξαναβρῶ τή θέση μου ἀνάμεσα στούς ζωντανούς, νά βγῶ ἔξω ἀπό αὐτό τό τέλμα τῆς κατω-παντοτινότητας [sous-éternité] ὅπου λιμνάζω. Δέν τό θέλουν ὅμως οὔτε καί τό μποροῦν. Λές καί ἔχουν καί τά δυό τους βασκαθεῖ: δέν τό κουνᾶνε ρούπι, εἶναι παγωμένα. Καμιά στιγμή δέν εἰσχωρεῖ στίς φλέβες μου. Πολικό αἷμα πού βαστᾶ γιά αἰῶνες!

Ὅ,τι ἀναπνέει, ὅ,τι καλύπτεται μέ τό χρῶμα τῆς ὕπαρξης, ναυαγεῖ στό ἀμνημόνευτο. Εἶναι, ὄντως, ἀλήθεια ὅτι κάποτε γεύτηκα τούς χυμούς τῶν πραγμάτων; Καί ποιά ἦταν ἡ γεύση τους; Μοῦ εἶναι τώρα ἀπροσπέλαστη – καί ἀνούσια. Κορεσμός, χωρίς νά κάνω τό παραμικρό. (περισσότερα…)

Νέες διαγνώσεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Πριν πέσει η αυλαία και της δικής μου ζωής θα προσφέρω στον εαυτό μου ένα τελευταίο ταξίδι, μια τελευταία χαρά αντάξια της κούρασης και της λύπης μου. Όρθιος στο κατάστρωμα ενός πλοίου, μια τρυφερή νύχτα, ακούγοντας εξαίσιες μουσικές και γέλια ανθρώπων, θα κοιτάζω άπληστα τα χρυσά φώτα των λιμανιών και θα εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ αυτή η νύχτα και αυτό το ταξίδι. Και καθώς τα δάκρυα θα ανεβαίνουν αργά μέσα μου θα σκέφτομαι όλους τους βασανισμένους ανθρώπους που γνώρισα στη διάρκεια της ζωής μου και θα τους προσκαλέσω νοερά σ’ αυτό το πανηγύρι της λύτρωσης και της λήθης. Ριγμένοι ανεξήγητα μέσα σε αυτό το σκληρό και παράλογο φαινόμενο οφείλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή την ιδέα μιας ελάχιστης συμπόνιας – έστω και σαν ιδέα.

///

Χωρίς βιβλία, καφέ, αγκαλιές και λουλούδια η ζωή θα ήταν ανυπόφορη – και χωρίς τα φώτα των δρόμων τη νύχτα.

///

Τι είμαι στα πενήντα πέντε μου; Το τυχαίο αποτέλεσμα της τυχαίας κατάληξης μιας τυχαίας ζωής – μπορεί και όχι.

///

Είμαστε, λοιπόν, τόσο ασήμαντοι; Ο τάφος και τέρμα όλα; Δεν μπορώ να το πιστέψω – όχι εγώ αλλά κάποιος άγνωστος μέσα μου. (περισσότερα…)

Eμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Για τον Χρήστο Γιανναρά, το πιο καίριο εγκώμιο το χρωστάμε στον Κωστή Παπαγιώργη. Ήταν, πράγματι, «εμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών». Από τα χρόνια του ’60 κρατούσε, επίμονα, έναν καθρέφτη μπροστά μας και μας έδειχνε τι είμαστε: μασκαράδες σε χώρα μασκαρεμένη. Πώς να του το συγχωρήσουμε έπειτα;

Αντιγράφω (από παλιό Αθηνόραμα) τη φράση του Παπαγιώργη:

«Όπως έχουν τα πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες στη Γραικία, για να εγκολπωθείς τη γνώμη ενός εμπειρογνώμονα επί των ντόπιων ηθών, πρέπει αρχικά να γίνεις εχθρός του. Είναι μοιραίο. Ωσότου να καταλάβει κανείς ότι η χώρα είναι μασκαρεμένη και βιώνει βίο μασκαρά, περνάει περίπου μισός αιώνας. Και μετά; Άδηλον. Διότι αναγκάζεσαι να ζεις μεταξύ “εχθρών” και “νεωτεριστών” της δεκάρας και να σε διαβάζουν άνθρωποι τυφλοί που έχουν όμως μάτια από τον κώλο. Όλοι οι καλοί σ’ αυτόν τον τόπο πήγαν από μαράζι και μελαγχολία.»

~.~

Στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, η Μεταπολίτευση συνοδεύεται από μια σημαντική αλλαγή φρουράς. Για πρώτη φορά σ’ αυτούς τους δύο αιώνες μετά το ’21, οι αμιγώς λογοτέχνες, εν προκειμένω οι ποιητές, χάνουν τα πρωτεία. Οι πλέον επιδραστικές προσωπικότητες, οι συγγραφείς που πρωταγωνιστούν, προέρχονται οι πιο πολλοί από το πεδίο του στοχασμού: Γιανναράς, Ράμφος, Παπαγιώργης, Μαλεβίτσης, Λορεντζάτος, Ζηζιούλας, μέσω Γαλλίας ο Πουλαντζάς αρχικά και αργότερα ο Καστοριάδης, δευτερευόντως ο Παπαϊωάννου και ο Αξελός, μέσω Γερμανίας ο Κονδύλης και κάποιοι ακόμη. Μιλώ γι’ αυτούς που είτε έδωσαν το κύριο έργο τους μετά το 1974, είτε αυτό εμπεδώθηκε στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού ιδίως τότε. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί απ’ αυτούς είναι και σπουδαίοι τεχνίτες της γραφής, συνδιαπλάθουν το γλωσσικό μας αισθητήριο – είναι λογοτέχνες δηλαδή, με την πρωταρχική, την πλατιά έννοια του όρου.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι γραμματολόγοι μας ενώ μιλούν για μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την ποίηση στην πεζογραφία, αυτήν την μετάθεση του κέντρου βάρους προς τον στοχασμό και το δοκίμιο δεν τη συζητούν.

~.~ (περισσότερα…)

Ανατομία της ματαιότητας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Κάθε απόπειρα εξωραϊσμού της ζωής είναι μασκάρεμα. Όλες οι καθιερωμένες δράσεις ισοδυναμούν με λήθη και απώθηση, νάρκωση και αποχαύνωση. Βιασύνη, άγχος, ιδρώτας, λαχάνιασμα, κόπωση, μίμηση, φιλοδοξίες, σχέδια, στόχοι: συμπτώματα μιας συλλογικής υστερίας που βυθίζει το εγώ μας στην αυταπάτη μιας αδιατάρακτης μονιμότητας, το εθίζει σε μια τυπική διαχείριση της ζωής και το καθιστά ανίκανο να στοχαστεί με θάρρος τα βασικά δεδομένα της ύπαρξης. Όμως οι απωθημένες αλήθειες κάποτε φανερώνονται. Μπορεί η είδηση ενός ξαφνικού θανάτου ή η αποκάλυψη μιας τερματικής ασθένειας να μας θυμίσει το αναπότρεπτο. Ή μπορεί κάποιο βράδυ η κούραση να έχει ασυνήθιστη κατάληξη. Μπροστά στον καθρέφτη, το είδωλό μας μάς κοιτάζει περίεργα. Η μάσκα ξεθωριάζει, το κρανίο αποκαλύπτεται: σύμβολο της ματαιότητας, τελική μορφή του μέλλοντός μας, υπαινιγμός θανάτου που διαρκεί όσο και το κοίταγμα. Το ίδιο φευγαλέα είναι και τα ερωτήματα. Γιατί υπάρχουμε; Τι νόημα έχει τόση κούραση; Προς τι όλα αυτά αφού κάποτε θα πεθάνουμε; Ενοχλητικά ερωτήματα. Τα απωθούμε ξανά. Τα προσπερνάμε και συνεχίζουμε. Ξεγελάμε τον εαυτό μας και περιμένουμε.

~~~

Υπάρχω σημαίνει υποφέρω, υπομένω, περιμένω. Το τέλος γνωστό: δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Μόνο Ένας γλίτωσε αλλά το μυστικό το πήρε μαζί του. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη σφραγίδα του θανάτου. Το επιχείρημα του σκελετού είναι ακλόνητο, όπως και το επιχείρημα της τέφρας. Άρα, κάθε ανθρώπινο εγχείρημα είναι μάταιο. Χιλιοειπωμένη και αυτονόητη, αυτή η παραδοχή δεν είναι απαισιόδοξη, είναι απλώς φυσιολογική. Και χρήσιμη. Όποιος την αποδέχεται ανεπιφύλακτα μπορεί να θεραπεύσει την ασθένεια της υπερβολικής σοβαρότητας που μας μετατρέπει σε γελοία θύματα της ματαιοδοξίας και της έπαρσης. Ίσως η μοναδική νίκη που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος είναι να μη γίνει γελοίος, δηλαδή παράφορα και καταστροφικά σοβαρός. Μόνο όσοι δεν προσβάλλονται από την υστερία του ενθουσιασμού και της παθιασμένης σοβαρότητας διατηρούν πιθανότητες να κρατηθούν μακριά απ’ το κακό ή τουλάχιστον να αποφύγουν περιττά δράματα και ρεζιλίκια.

~~~

Βρήκα καταφύγιο στα βιβλία όπως άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο χρήμα, άλλοι στο αλκοόλ και άλλοι σε κάθε λογής εξαρτήσεις. Χρήσιμο ή καταστροφικό, κάθε στήριγμα έχει τη δική του ιστορία. Εύκολος τρόπος να εξηγήσουμε το πώς οικοδομεί ο καθένας τις αυταπάτες του δεν υπάρχει. (περισσότερα…)

Ψυχροί συλλογισμοί

*

Ενώπιον του τάφου τα πάντα ακυρώνονται – σχεδόν τα πάντα.

 

Τι μένει από μια ανθρώπινη ζωή; Σχεδόν τίποτα. (Επιμένω να γράφω τη λέξη «σχεδόν» γιατί δεν είναι εύκολο να πιστέψω ότι η ζωή δεν έχει απολύτως κανένα νόημα).

 

Να νοιώθεις ξαφνικά, μπροστά στον τάφο του άλλου, ότι είσαι ένα τίποτα, ενώ λίγο πριν, έξω απ’ το νεκροταφείο, ένοιωθες πως είσαι τα πάντα – αυτή κι αν είναι επίγνωση!

 

Κάποτε θα πεθάνω, θα ξεχαστώ, θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ – αυτό είναι όλο.

 

Σκέφτομαι τον θάνατό μου: θα μου λείψει το μέλλον που δεν έζησα.

 

Οι προσευχές παρηγορούν αλλά δεν σώζουν. (περισσότερα…)

Ανδρέας Καπελλάνος, Περί έρωτος

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το σύγγραμμα στο οποίο η χειρόγραφη παράδοση αποδίδει συχνά τον τίτλο De amore (Περί Έρωτος), είναι αρκετά βέβαιο πως συντάχθηκε περί το 1185. Ο συγγραφέας του συστήνεται με το όνομα «Ανδρέας» και εσωτερικές –κυρίως–αναφορές παγίωσαν την παράδοση να αναφέρεται ως «Ανδρέας, Καπελλάνος της Βασιλικής Αυλής του Παρισιού». Εάν αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα και αυτή η πραγματική του ιδιότητα, είναι τουλάχιστον αμφίβολο· ωστόσο, είναι πολύ πιθανό ο συγγραφέας να ήταν κληρικός. Το έργο στάθηκε εξαιρετικά δημοφιλές. Τη δημοτικότητά του, μάλιστα, δεν κατάφερε να κάμψει σθεναρά ούτε και η περιβόητη condemnatio του 1277 που το οδήγησε στην πυρά. Ο συντάκτης της καταδίκης, Ετιέν Τεμπιέ, επίσκοπος του Παρισιού, πλάι στις 219 φιλοσοφικές-θεολογικές θέσεις που στηλίτευσε και απαγόρευσε εκεί, παρέσχε σε τούτο το έργο τη σπάνια «τιμή» να το περιλάβει σε εκείνα που καταδικάζονται ονομαστικά.

Κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, το σύγγραμμα του Ανδρέα θεωρήθηκε η επιτομή του «αυλικού έρωτα» (amour courtois): δίνει, υποτίθεται, μια συστηματική αποτύπωση των γενικώς συνεκτικών ιδεών περί έρωτα που ενέπνεαν τους τροβαδούρους και τους συγγραφείς ερωτικής λογοτεχνίας της ώριμης μεσαιωνικής περιόδου. Σήμερα, ωστόσο, η ιστοριογραφική αξία της υπόθεσης του «αυλικού έρωτα» έχει υποβαθμιστεί και αναγνωρίζεται ευρέως ότι οι συγκαιρινές συλλήψεις περί έρωτα ήταν πολύ πιο διαφορισμένες.

Η υποτιθέμενη συνοχή του φαινομένου του «αυλικού έρωτα» δεν θα μπορούσε να αναγνωσθεί ούτε και εντός του ίδιου του Περί Έρωτος. Το έργο αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια εύκολης ταξινόμησης και ερμηνείας. Η πραγματεία, ο διάλογος, ο επιστολικός λόγος, το διήγημα, η συλλογή αφορισμών είναι κάποια από τα γραμματειακά είδη που συμπλέκονται απροσδόκητα στο κείμενο και, παρόλο που το ψυχαγωγικό αποτέλεσμα είναι, ομολογουμένως, εντυπωσιακό, η ποικιλία αυτή, σε συνδυασμό με τις έντεχνες και επιτηδευμένες εξακτινώσεις (και αντιφάσεις) του κειμένου, καθιστούν την ερμηνεία του εξαιρετικά δύσκολη.

Το απόσπασμα που μεταφράζεται εδώ είναι το κεφάλαιο που ολοκληρώνει το δεύτερο βιβλίο του έργου. Με εικονοποιητική δεξιοτεχνία, ο Ανδρέας συντάσσει μια ιπποτική αφήγηση που προλογίζει τη διατύπωση των περίφημων «κανόνων του έρωτα» (regulae amoris) οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα αποτελέσουν το καταστατικό κείμενο ενός «δικαστηρίου του έρωτα».

~.~

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΠΕΛΛΑΝΟΣ

«Οι Κανόνες του Έρωτα»  [1]

(Περί Έρωτος, βιβλίο ΙΙ, κεφ. 8)

Ας περάσουμε τώρα στους κανόνες του έρωτα. Θα προσπαθήσω να σου παρουσιάσω εν συντομία τους κανόνες που λέγεται ότι ο ίδιος ο βασιλιάς του έρωτα άρθρωσε προφορικά, διατυπώνοντάς τους εν συνεχεία και γραπτά προς χρήση όλων των ερωτευμένων. Ένας, λοιπόν, από τους ιππότες της Βρετανίας διέσχιζε μονάχος το βασιλικό δάσος με σκοπό να συναντήσει τον Αρθούρο. Όταν βρέθηκε στα βύθια του δάσους, αντάμωσε απροσδόκητα μια νεαρή κοπέλα εκπάγλου καλλονής, η οποία καθόταν επάνω σε ένα υπέροχο άλογο και έπλεκε τα μαλλιά της. Ο ιππότης έσπευσε να τη χαιρετήσει και η ίδια ανταποκρίθηκε ευγενικά. Του είπε, λοιπόν, η κοπέλα: «Αυτό που αναζητάς, Βρετανέ, δεν θα μπορέσεις να το βρεις όσο και να προσπαθήσεις, παρά μόνον εάν λάβεις τη βοήθειά μας». Ο ιππότης σάστισε όταν το άκουσε αυτό, και αμέσως τη ρώτησε εάν ήταν σε θέση να του πει για ποιον λόγο βρισκόταν εκεί. Εάν ήξερε να του πει, τότε θα έδινε βάση στα λόγια της. Η νεαρή κοπέλα απάντησε: «Όταν γύρεψες τον έρωτα μιας Βρετανίδας δέσποινας, εκείνη σου είπε ότι δεν θα μπορούσες ποτέ να τον αξιωθείς, παρά μόνον εάν της έφερνες το νικηφόρο γεράκι που λένε πως ριζώνει στην αυλή του Αρθούρου, πάνω σε κούρνια χρυσή». Ο Βρετανός παραδέχθηκε ότι όλα αυτά αληθεύουν. Τότε η κοπέλα του είπε: «Δεν θα μπορέσεις να αποκτήσεις το γεράκι που αναζητάς, εκτός και αν πρώτα βεβαιώσεις, μονομαχώντας στο παλάτι του Αρθούρου, ότι απολαμβάνεις τον έρωτα μιας δέσποινας πιο όμορφης από όλες όσες ζουν στο παλάτι του. Δεν θα μπορέσεις καν να μπεις στο παλάτι, παρά μόνον εάν δείξεις στους φρουρούς την περιχειρίδα για το γεράκι. Και ούτε είναι δυνατόν να αποκτήσεις την περιχειρίδα, παρά αγωνιζόμενος σε διπλή μονομαχία εναντίον δύο ισχυρότατων ιπποτών». (περισσότερα…)