Νώντας Τσίγκας

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)

Paula Meehan, Η στιγμή ακριβώς που έγινα ποιήτρια

*
για την Κέυ Φόραν

ήταν το 1963 όταν η κυρία Σάννον
βαρώντας τον σπόγγο στον μαυροπίνακα
μισοχαμένη μέσα σ’ ένα σύννεφο από κιμωλία
είπε, Δώστε προσοχή στα βιβλία σας, κορίτσια,
γιατί αλλιώς θα με θυμηθείτε, θα καταλήξετε
στη ραπτοβιομηχανία.
δεν ήταν ακριβώς επειδή μερικές μανάδες των κοριτσιών
δούλευαν στη ραπτοβιομηχανία
ή που και η θεία μου ακόμα δούλευε εκεί
όπως και πολλοί γείτονες, αλλά
το ότι αυτές οι λέξεις «θα καταλήξετε»
έκλεβαν την αξιοπρέπεια από τον μόχθο.
Δεν το γνώριζα τότε,
όχι με αυτές τις λέξεις – μόχθος, αξιοπρέπεια.
Ούτε και το ότι έμαθα μετά
όχι με τις ίδιες λέξεις – την αξιοπρέπεια, τον μόχθο.
Όλ’ αυτά έχουν ανασυσταθεί,
ώστε πια να βγάζουν νόημα· επιτρέποντας επίσης
στη δασκάλα να έχει δίκιο
και κανείς δεν το ξέρει αυτό καλύτερα από μένα.
Όμως, τους φαντάστηκα: μητέρες, θείες και γείτονες
δεμένους σαν κοτόπουλα
πάνω στον ιμάντα μεταφοράς
ραμμένους με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τα πουλιά έχοντάς τα γεμίσει
με φασκόμηλο και κρεμμύδια.
Οι λέξεις μπορούν να σε ξεπουπουλιάσουν
αφήνοντάς σε γυμνό
λες κι έχεις χάσει το λαμπερό σου φτέρωμα.

As If By Magic-Selected Poems (2021)

Μετάφραση: Νώντας Τσίγκας

*

*

*

«Ο καθαείς τη δική του πόλη ξέρει και μέσα κουβαλά…»

 *

του ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ

~.~

Τάσος Ζαφειριάδης
Ο Μάγος Αλκαζάρ
Το Ροδακιό, 2025

Ο φίλεργος και πολυσχιδής Τάσος Ζαφειριάδης, που βιοπορίζεται ως ορθοδοντικός στη Θεσσαλονίκη, είναι ίσως γνωστός στους περισσοτέρους ως κομίστας (σε εξαιρετικά graphic novel, όπου η συμβολή του είναι κυρίως σεναριακή ενώ έχει εμφανιστεί επίσης και ως σκιτσογράφος) και τώρα ίσως υποθέτουν πως αυτός έρχεται να μας πρωτοσυστηθεί και ως ποιητής με τον Μάγο Αλκαζάρ του. Το ακριβές όμως είναι πως το ποιητικό του έργο ξεκινά από το 2008, επίσημα όμως με την από κοινού γραμμένη (με τον Χριστόφορο Νικολάου), συλλογή τα Χακί χαϊκού: Στρατευμένη ποίηση (2010). Παράλληλα εκδίδει και τις λιλιπούτιες ποιητικές ενότητες που αυτός τυπώνει ιδιωτικά με διάφορα ετερώνυμά όπως το Χάρης Αλεξίου. Ενδεικτικά αναφέρω κατά σειρά: Τα θερινά (Ιούλιος, 2019), İşkembe çorbası: Χαϊκού για γερό στομάχι (2020) και Προκάτ: Ποίηση για όλους (2024). Αυτά από τις ιδιωτικές εκδόσεις της «Λέσχης των Φίλων Εικοστού Αιώνα».

Τα ποιήματα της συλλογής έχουν γραφτεί μεταξύ 2012-2022 απ’ όσο μπορούμε να συνάγουμε από τις σποραδικές και σε διάφορες χρονολογίες, σε περιοδικά έντυπα ή ηλεκτρονικά, δημοσιεύσεις τους. Αυτό μας δείχνει και τον τρόπο που ωριμάζει το ποίημα στον Ζαφειριάδη ώσπου να οδηγηθεί στο χαρτί και στην τελική του δημοσίευση. Ασφαλώς πρόκειται για προϊόν διπλής ή και τριπλής αποστάξεως παλαιωμένο.

Ποιο όμως είναι το αντικείμενο αυτής της συλλογής; Σε τί χωρόχρονο κινείται ο ποιητής; Τι αναδεικνύουν και με ποιο υλικό κατασκευάζονται τα ποιήματα εδώ; Είναι νοσταλγική αναπόληση ή μήπως είναι κατάθεση συμπυκνωμένης συλλογικής εμπειρίας-ιστορικής μνήμης ή ιστορίας επίσημης-ημιεπίσημης και κρυμμένης μαζί; Και είναι οι Είκοσι και έξι χρησμοί μαζί με το επιλογικό ποίημα– σκονάκια, αλοιφές, φυλαχτά ικανά για προστασία από τα κακά πνεύματα σύμφωνα με τον δευτερότιτλο του βιβλίου; (περισσότερα…)