Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει.

///

Πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι μια μεγάλη μερίδα των κρατούντων, ιδίως σε Γαλλία και Γερμανία, προαλείφει το έδαφος για μια αυταρχική εκτροπή. Στη Γερμανία 1000 νομικοί απαίτησαν δημοσίως την απαγόρευση της πλειοψηφούσης στις δημοσκοπήσεις πολιτικής παράταξης και στη Γαλλία κυκλοφορούν καταγγελίες ότι οι προσεχείς προεδρικές εκλογές, όπου επίσης ένα κόμμα παρουσιάζεται με σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα, έχουν… ήδη υπονομευθεί από τη ρωσσική προπαγάνδα.

Το αν θα έχουμε επανάληψη του ρουμανικού σεναρίου ή προληπτική φίμωση των αντιπάλων είναι εδώ δευτερεύον. Με τον Τραμπ ξεδοντιασμένο από τους αξιογέλαστους ιρανικούς του τυχοδιωκτισμούς, μια μεγάλη μερίδα των συστημικών λεγόμενων δυνάμεων στην Ευρώπη πιστεύει ότι έχει μια μοναδική ευκαιρία. Καί να σβήσει από τον θεσμικό χάρτη τους αμφισβητίες της, καί να ολοκληρώσει τη στροφή των ευρωπαϊκών κρατών και, κυρίως, οικονομιών προς τον πολεμοκάπηλο κεϋνσιανισμό.

Ο «ρωσσικός δάκτυλος» εδώ είναι πολλαπλά χρήσιμος. Στην Γερμανία λ.χ. ο Ουκρανός πρέσβυς δεν χάνει ευκαιρία να διαλαλεί ότι όλα τα μη συστημικά κόμματα (Εναλλακτική, Βάγκενκνεχτ, Αριστερά) παίρνουν γραμμή σε ημερήσια βάση από τον Πούτιν. Επίσης σε όλη την Ευρώπη (και στην Ελλάδα) έχουμε μια στρατιά πλέον από δημοσιολόγους, σχολιαστές και διανοουμένους που επιχειρούν να χώσουν σ’ ένα τσουβάλι κάθε κριτική προς τους κυβερνώντες, πάνω στο οποίο κολλούν με ευκολία την ετικέττα «ρωσσικό κόμμα». Με άλλα λόγια, έχουμε διολίσθηση προς τις μεθόδους του αμερικανικού μακκαρθισμού και του δικού μας μετεμφυλιακού κράτους.

Μια άλλη μερίδα των κρατούντων πάλι, έχει επιλέξει τον δρόμο της αναμονής. Η λεγόμενη ακροδεξιά σε Αμερική και Ευρώπη, υπαινίσσονται οι εκπρόσωποί της, έχει αποδειχθεί χάρτινη τίγρης. Ούτε ο Τραμπ τώρα ούτε ο Ορμπάν παλιότερα ούτε βεβαίως η Μελόνι ή οι ομοϊδεάτες τους που συγκυβερνούν σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης, παρά τις επιμέρους αποκλίσεις τους, δεν κατάφεραν να αλλάξουν ουσιωδώς την πορεία των πραγμάτων. Στα μείζονα (αντιρρωσικό –και αντικινεζικό– μέτωπο, υπονόμευση του κράτους προνοίας, νεοφιλελεύθερη αποχαλίνωση, αποθέωση του τεχνομεσσιανισμού) συμπίπτουν  απόλυτα με τους αντιπάλους τους. Αυτή η μερίδα, φρονίμως ποιούσα, έχει υποστείλει την σημαία που κάποτε ανέμιζε σε ορισμένα άκρως πολωτικά ζητήματα (μετανάστευση, δικαιωματισμό, κλιματική αλλαγή), ώστε να διευκολύνει τη μελλοντική συνεργασία των δύο, της συστημικής και της ακροδεξιάς παράταξης.

Το αν θα επικρατήσει η μία ή η άλλη μερίδα, θα το κρίνουν σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτοι παράγοντες αλλά και η πολιτική κουλτούρα κάθε χώρας ξεχωριστά. Το ερώτημα πλέον είναι τι θα κάνουν όσοι αντισυστημικοί δεν θέλουν να συμπλεύσουν με τους έως πρότινος μισητούς αντιπάλους τους ή να αποδεχθούν τις κυβιστήσεις της ηγεσίας τους.

Και από τη μεν Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει κανείς κάτι ιδιαίτερο, τόσο λυμφατικός είναι πλέον ο δημόσιος διάλογος στην ήπειρό μας. Από τις ΗΠΑ όμως, ίσως μας περιμένουν εκπλήξεις. Από τη μια οι εκλογικές επιτυχίες των (αυτοχαρακτηριζόμενων ως) σοσιαλιστών Δημοκρατικών, από την άλλη το πρόσφατο μανιφέστο των 10 σημείων του Κάρλσον και των απογοητευμένων από τον Τραμπ Ρεπουμπλικανών φανερώνουν ζυμώσεις ενδιαφέρουσες.  Επαναλαμβάνω ότι μιλάμε για τις ΗΠΑ πάντα. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, παραμένει νομίζω ακλόνητο το παλαιότερο θεσφατο του Ουελλμπέκ: θα κάνουμε ό,τι αποφασίσουν οι Αμερικανοί.

///

Όμως και οι αποκαλύψεις για τα πεπραγμένα του Επστάιν έτσι και η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Φάουτσι για τον βίο και την πολιτεία του επί κορωνοϊού, δεν αποδίδουν δικαιοσύνη. Όχι μόνο επειδή ο Φάουτσι είναι περίπου βέβαιο ότι θα την γλιτώσει (το δικαστικό σύστημα στις ΗΠΑ είναι κυριολεκτικά για γέλια), αλλά διότι τα αναρίθμητα εκατομμύρια των παιδιών και ενηλίκων που εγκλείστηκαν, στιγματίστηκαν, διώχθηκαν, απολύθηκαν, που είδαν την υγεία, τα οικονομικά και την οικογένειά τους να κλονίζονται την εποχή που τα ψεύδη του είχαν ισχύ θεσφάτου, όλοι αυτοί λοιπόν επανόρθωση δεν πρόκειται να λάβουν.

Ούτε καν ηθική ικανοποίηση, νομίζω. Το κύκλωμα των επαγγελματιών της υγείας είναι πολύ ισχυρότερο και από το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και από το ισραηλινό λόμπυ και από τις πάσης φύσεως παραθεσμικές ή εγκληματικές συνομαδώσεις. Η οικονομία της υγείας έχει έναν ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξεως των 10-12 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων παγκοσμίως. Για την σύγκριση, η οικονομία του πολέμου δεν φτάνει καν τα 3 τρισ. Τα ναρκωτικά τζιράρουν γύρω στο μισό τρισ.

Τώρα από τις ιατρικές πράξεις (επεμβάσεις, συνταγογραφήσεις, περιθάλψεις και κάθε είδους θεραπείες) που χρηματοδοτούν αυτά τα 10-12 τρισ., οι μισές θεωρούνται «αχρείαστες» – ο ίδιος ο Π.Ο.Υ. το παραδέχεται! Γίνονται για να γίνουν δηλαδή, για να κερδοσκοπούν οι πωλούντες τις υπηρεσίες υγείες.  Ας το σκεφτεί κανείς: 5-6 τρισ. δολλάρια είναι καθαρός αέρας. Ή, ορθότερα, «ρευστός» αέρας που από τις τσέπες των πολλών μεταγγίζεται στις τσέπες των ολίγων.

///

«Δέκα χρόνια τώρα παρατηρούμε ραγδαία πτώση στις μαθητικές επιδόσεις. Ταυτόχρονα, επιδεινώνεται η ψυχοκοινωνική κατάσταση πολλών παιδιών και εφήβων. Η κατάθλιψη και η απομόνωση αυξάνονται, όπως και ο αριθμός των αυτοκτονιών. Σε αυτά προστίθενται προβλήματα υγείας, όπως το υπερβολικό βάρος. Πρακτικά, όλοι οι εμπειρικά μετρήσιμοι δείκτες παρουσιάζουν πτωτική τάση. Όταν πια περισσότερο από το ένα τρίτο των παιδιών δεν ανταποκρίνεται στα ελάχιστα απαιτούμενα στην αριθμητική, την ανάγνωση και τη γραφή, δεν μιλάμε πλέον για μικρά προβλήματα. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και την κοινωνία. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ο όρος «εκπαιδευτική κατάσταση ανάγκης» είναι κατάλληλος.»

Αυτά συμβαίνουν στη Γερμανία, υποστηρίζει σε σημερινή συνέντευξή του στην εφημερίδα Die Welt ο Κλάους Τσίρερ, καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο του Άουγκσμπουργκ. Σε τρεις παράγοντες αποδίδει την κρίση: τη μετανάστευση, την ψηφιοποίηση και τον ιδεολογικό εξισωτισμό που οδηγεί στην καθολική πτώση του μορφωτικού επιπέδου. Και επισημαίνει το παράδοξο: ενώ όλα τα στοιχεία μαρτυρούν τη ραγδαία υποχώρηση, οι βαθμοί στα σχολεία, όπως φαίνεται στα απολυτήρια, τραβούν την ανηφόρα.

///

Για ανθρώπους όπως ο Στέλιος Ράμφος, που ήταν γεννημένοι δάσκαλοι (πάει να πει σαγηνευτικοί αγορητές, ό,τι ιδέα κι αν έχει κανείς για το έργο τους), το ότι έζησαν σε τούτη την εποχή υπήρξε μεγάλο δυστύχημα. Από τη μια το ελληνικό πανεπιστήμιο, που θα ήταν ο φυσικός τους χώρος, τους εχθρευόταν εξαρχής, όπως λίγο πολύ τους περισσότερους ταλαντούχους αυτής της χώρας – τέτοιο ήταν σχεδόν πάντα το επίπεδό του. «Ο Στέλιος και ο Τάκης [Κονδύλης] προκάλεσαν πανικό στο ελληνικό πανεπιστήμιο», έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης και είχε δίκιο. Όπως πανικό είχε προκαλέσει και ο Γιανναράς. Γι’ αυτό και έμεινε ξένο σώμα στην Πάντειο, καίτοι καθηγητής της.

Από την άλλη, όλοι αυτοί έπεσαν μέσα στους καιρούς της εξατομίκευσης. Σε καιρούς δηλαδή όπου κανείς δεν θέλει να μαθητεύσει, διότι όλοι θεωρούν εαυτόν μοναδικό και αυτόφωτο. Σε άλλες εποχές, θα είχαν μαθητές, διαδόχους, μυαλά όχι πρωτότυπα ίσως, αλλά πάντως δυνατά και ικανά να δημιουργήσουν μια μακρόβια παράδοση. Ποιος ξέρει, ίσως κι εκείνη την εσαεί αναζητούμενη και μηδέποτε ευρεθείσα παράδοση του νέου ελληνικού στοχασμού. Τώρα, τέτοια μυαλά τα τρώει η μαρμάγκα του be yourself και μην ακούς κανέναν.

Έζησε λοιπόν και ο Ράμφος μια ζωή πνευματικής μοναξιάς. Ούτε οι ακροατές που συνέρρεαν στα μαθήματά του ούτε οι πολιτευόμενοι και δημοσιολογούντες που γύρεψαν να επωφεληθούν από την λάμψη του δεν ήταν δυνατό να μάθουν κάτι απ’ αυτόν και να το μεταδώσουν. Η μοίρα του Ράμφου ήταν εντέλει αυτή κάθε σπινθηροβόλου πνεύματος αυτόν τον μισό αιώνα της μεταπολιτευτικής μας καθίζησης. Ήταν ένα ποτάμι που τα νερά του κατέληξαν στη θάλασσα. Διότι έτσι είναι πάντα ιστορικά ο ατομικισμός. Όσο γόνιμος κι αν είναι δυνητικά, ποτίζει τον στείρο, τον ατρύγετο πόντο της αυτοαπαλειφόμενης συλλογικότητάς μας.

Σκέφτομαι τώρα ότι η μόνη παράδοση που κατόρθωσε να φτιάξει η μεταπολιτευτική Ελλάδα είναι ίσως εκείνη του μπάσκετ. Ο Γκάλης έβαλε τόσα παιδιά στα γήπεδα, δημιούργησε μια ολόκληρη αθλητική κουλτούρα. Για ποιον από τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους διανοουμένους μας μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι παρόμοιο μετά το 1974;

///

Ο Καβάφης για το ίδρυμα που διακατέχει το όνομά του ήταν «ένας Βρετανός υπήκοος, με ελληνικό διαβατήριο», ο Κάλβος είναι για έναν κριτικό μας «ελληνοπρεπής Ιταλός ποιητής», και για τον Σολωμό αναρωτιόταν προ ετών ένας πρώην υπουργός μας του πολιτισμού δημοσίως:

«Και πώς μπορεί να είναι πατριώτης και πατριωτικός και ακέραιος Έλλην αυτός που είναι δεδηλωμένα δίγλωσσος, που ανήκει στην Ιόνια Πολιτεία και που εμφανίζεται κατά καιρούς ως Εβραίος με τις παραλλαγές του επιθέτου του (μέσα στον έκδηλο αντισιωνισμό της εποχής), ως τέκτων με υποψία ομοφυλοφιλίας, ανέραστος ενδεχομένως, ακόμη και ανορθόγραφος, χωρίς καν το τεκμήριο της φυσικής επαφής με τη γλώσσα»…

Κ.ο.κ., κ.ο.κ. Φαίνεται ότι η Ελλάδα και τα παράγωγά της και ως λέξεις ακόμη ενοχλούν σφόδρα τους. Άρα με κάθε τρόπο πρέπει να νερωθούν, να σχετικευθούν, να υποκατασταθούν με κάτι αλλότροπο, να βγουν τέλος πάντων παντί σθένει από τη μέση.

Με αυτή την περιρρέουσα ατμοσφαίρα δεν είναι άσχετες και πολλές από τις παθιασμένες επιθέσεις που δέχεται τώρα ο αρτιθάνατος Ράμφος, πέρσι ο Σαββόπουλος, πρόπερσι ο Γιανναράς, πιο πριν ο Θεοδωράκης, κλπ. Σε μια εποχή ταυτοτικού παραληρήματος, η μόνη ταυτότητα για την οποία δεν μας επιτρέπεται πλέον να νοιαζόμαστε και να διερωτώμεθα είναι η ελληνική…  Και άπαντες οι προαναφερθέντες, ολοζωής οι αθεόφοβοι, υπέπιπταν στο θανάσιμο αυτό ιδεολογικό αμάρτημα…

Πώς το έλεγε στη Γυναίκα της Ζάκυθος ο μεγάλος Ζακύνθος; «Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος.» Έτσι και χειρότερα.

///

«Σκέφτομαι σημαίνει λεω “όχι”. Προσέξτε ότι το νεύμα του “ναι” είναι η κίνηση του ανθρώπου που τον παίρνει ο ύπνος, ενώ ο αφυπνιζόμενος κινεί το κεφάλι του σαν να λέει “όχι”.»

ALAIN, Propos sur la Religion

///

Τα δημοτικά τραγούδια. Όλη η κρητική λογοτεχνία της Αναγέννησης. Ο Σολωμός στην Τρίχα, στη Γυναίκα, στα Σατιρικά, και τόσοι συντοπίτες του Επτανήσιο, ο Λασκαράτος λ.χ. Όλη σχεδόν η κυπριακή λογοτεχνία από τα Καταλόγια και τον Μιχαηλίδη μέχρι τον Μόντη και τους τωρινούς. Ο Μακρυγιάννης. Ο Παπαδιαμάντης. Ο Καζαντζάκης. Ο Κονδυλάκης. Ο Κόντογλου. Η ναυτική ιδιόλεκτος του Καββαδία. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο «Η γριά η βαβά μ’». Ο Σεφέρης στο «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν». Κ.ο.κ., κ.ο.κ…

Τα ελληνικά γράμματα ζουν ανέκαθεν από την γλωσσική ένταση. Όπως υποστήριζε ο Στυλιανός Αλεξίου ήδη για την αρχαία μας λογοτεχνία, μ ί α  ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει. Ούτε καν μία «δημοτική» ή «κοινή νέα ελληνική» ή όπως αλλιώς την αποκαλούμε. Τα «από διαλέκτου στοιχεία», όπως τα έλεγε κάποτε ο Κεντρωτής στις παβεζάνικες μεταφράσεις του, εδώ σ’ εμάς δεν είναι η εξαίρεση, είναι ο κανόνας. Και είναι πνοή ζωής αυτός ο κανόνας, αυτή η εσωτερική ποικιλογλωσσία είναι ένα δώρο εκφραστικό ανεκτίμητο για τους συγγραφείς μας που θέλουν να αποτυπώσουν τη ζωντανή πραγματικότητα.

Το ότι και νεώτεροι και νεώτατοι λογοτέχνες το  συνειδητοποιούν αυτό, και κλείνουν τ’ αυτιά στην δημοσιογραφικού τύπου και όλο και πιο φτωχή κοινή αθηναϊκή, είναι σημάδι ευφυΐας και ωριμότητας. Ιδίως σήμερα, έχουμε ανάγκη τα εύρυχωρα ελληνικά, την ευλύγιστη, περιεκτική γλώσσα. Οφείλουμε να τους το αναγνωρίσουμε συνεπώς. Από εκεί ώς το σημείο να ισχυριζόμαστε ότι… πρωτοπορούν και από πάνω, μεσολαβεί απόσταση (και προχειρολογία…) ιλιγγιώδης.

Ανεξαρτήτως πάντως αφορμής, το ξαναέγραψα, είναι καλοδεχούμενη η συζήτηση. Ας διευρύνουμε λοιπόν το φάσμα της. Ας σκύψουμε να δούμε πώς η Δημουλά, στη διαδοχή του Καρυωτάκη ασφαλώς, έδωσε ποιητικά φτερά στο δημοσιοϋπαλληλικό ιδίωμα. Πώς ο Ελύτης αξιοποίησε ακόμη και τον ξενόγλωσσο τουριστόφρονα πιθηκισμό μας στη Μαρία Νεφέλη. Πώς ο Αλέξανδρος Σχινάς μετέπλασε μνημειωδώς στην Αναφορά περιπτώσεων την καθαρεύουσα. Πώς ο Χατζηαντωνίου ενοφθάλμισε τον γλωσσικό πλούτο του όψιμου Βυζαντίου στο Στέμμα των Αυγών. Πόσο ζείδωρα ανεξίγλωσση είναι η γραφή, πρωτότυπη και μεταφραστική, του Σολδάτου, του Καρακίτσου, του Παπαγγελή, του Καραλή και άλλων.

Αν τα ελληνικά γράμματα είναι να περισωθούν από την μεταβαβελική ισοπέδωση που φτάνει, αυτή είναι η οδός. Δεν έχει άλλη.

///

Δέκα εκατομμύρια δολλάρια έσκασε η Γκούγκλ για να αγοράσει την… εσωτερική υπηρεσιακή αλληλογραφία μιας αεροπορικής που βάρεσε φαλιμέντο! Ο λόγος: η ΤΝ εννοείται. Έχει κανείς αμφιβολία σε ποιο αδηφάγο στόμα θα καταλήξουν και τα δικά μας γραφόμενα, δημόσια και ιδιωτικά, εδώ μέσα; Με τη διαφορά ότι εμείς δεν πρόκειται να πάρουμε φράγκο…

///

«Ὑβρίζεις, ὑβρίζεις ἑαυτήν, ὦ ψυχή· τοῦ δὲ τιμῆσαι σεαυτὴν οὐκέτι καιρὸν ἕξεις· ἀκαριαῖος ὁ βίος ἑκάστῳ, οὗτος δέ σοι σχεδὸν διήνυσται, μὴ αἰδουμένῃ σεαυτήν, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἄλλων ψυχαῖς τιθεμένῃ τὴν σὴν εὐμοιρίαν.»

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ

///

«Η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε έναν αόρατο, αλλά ατσάλινο ιστό, όπου η απουσία μιας στιβαρής, αυτόνομης παραγωγικής οικονομίας δεν είναι απλώς μια οικονομική καθυστέρηση, αλλά μια εθνική τραγωδία.

Η αδυναμία να παραχθεί ικανός πλούτος από τη γη, τη βιομηχανία και την καινοτομία στερεί από τη χώρα τα θεμέλια της πραγματικής της κυριαρχίας. Το κενό αυτό μετατρέπεται σε μια ανοιχτή πληγή που ζητά απεγνωσμένα ξένα κεφάλαια για να κλείσει, οδηγώντας νομοτελειακά στην υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας στον ξένο παράγοντα. Οι δανειστές και οι διεθνείς προστάτες, ενεργώντας με τη στυγνή λογική των αγορών, δεν επιτρέπουν την αναγέννηση μιας αληθινής παραγωγικής βάσης που θα μπορούσε να απειλήσει τα δικά τους συμφέροντα ή να προσφέρει πραγματική ανεξαρτησία. Αντίθετα, επιδοτούν και συντηρούν ένα καθεστώς παρασιτικών δραστηριοτήτων.

Σε αυτό το σκηνικό, ο τουρισμός μετατρέπεται σε μια χρυσή φυλακή. Η χώρα μεταβάλλεται σε έναν απέραντο ξενώνα, σε ένα γραφικό σκηνικό αναψυχής για τους ξένους, όπου οι πολίτες της καταδικάζονται να γίνουν οι υπηρέτες των επισκεπτών τους. Αυτή η μονοκαλλιέργεια των υπηρεσιών απομυζά κάθε άλλη ζωντανή δύναμη του τόπου. Όπως οι μπανανίες της Λατινικής Αμερικής παγιδεύτηκαν στην καταστροφική μονοκαλλιέργεια ενός και μόνο προϊόντος, έτσι και η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια αποικία υπηρεσιών, παραδομένη αποκλειστικά στην εύθραυστη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Τα κεφάλαια, τα μυαλά και τα εργατικά χέρια απομακρύνονται από τη δημιουργία, τη βιοτεχνική και βιομηχανική παραγωγή, για να επενδυθούν στην εφήμερη και ευάλωτη βιομηχανία της φιλοξενίας.

Έτσι, ο φαύλος κύκλος κλείνει με τον πιο δραματικό τρόπο. Όσο η οικονομία εξαρτάται από τον τουρισμό, τόσο ατροφεί και πεθαίνει η παραγωγική της βάση. Η χώρα αδυνατεί να σταθεί στα πόδια της, γίνεται ακόμα πιο ευάλωτη στις εξωτερικές πιέσεις, και υποχρεώνεται να παραδώσει ακόμα μεγαλύτερο μέρος της κυριαρχίας της για να επιβιώσει. Είναι η τραγωδία μιας πατρίδας που τρώει τις σάρκες της για να κρατηθεί ζωντανή, παγιδευμένη σε μια μοίρα που άλλοι αποφάσισαν για εκείνη.»

ΧΑΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

///

Ανησυχεί και ο Μπιλ Γκέητς τώρα για την ΤΝ. Και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Το κουτί της Πανδώρας, ο ασκός του Αιόλου, η έφοδος στον Όλυμπο του Βελλεροφόντη, η κλειδωμένη κάμαρα του Κυανοπώγωνα, ο μαθητευόμενος μάγος… Κάτι αναλογίες που μου έρχονται τώρα στον νου.

Αλλά τι ξέρουνε οι ποιητές και οι μυθοπλάστες;

///

Ο Καρτέσιος ήταν Ρωμαίος. Όπως και ο Έρασμος και ο Νεύτων και ο Σπινόζα. Ο Μπέκετ ήταν Γάλλος. Όλοι οι τέσσερις Ευαγγελιστές συν ο Απόστολος Παύλος ήταν βέροι Έλληνες. Ο Πάμπλο Νερούδα και ο Οκτάβιο Πας και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ήταν Ισπανοί. Και ο Κάλβος, αυτοδικαίως, Ιταλός. Το ’παμε, μόνη πατρίδα που έχουμε είναι η γλώσσα…

///

Αινεί τον Ράμφο προ του τάφου ο πρωθυπουργός μας, αλλά παρέρχεται τον Τσουκαλά. Δοξάζει τον Σαββόπουλο αλλά τον Γιανναρά τον προσπερνάει. Η μόνη λογική του επισήμου κράτους μας είναι αυτή, καταπώς φαίνεται, οι ημέτεροι και τα μιάσματα, τα δικά μας παιδιά και οι βαλτοί του εχθρού μας. Που η ειρωνεία είναι ότι προσβάλλει κι ευτελίζει πρώτους απ’ όλους τους ίδιους τους εγκωμιασθέντες. Η ψυχή όπου να ’ναι θα μας βγει, το χούι όχι. Αυτός ο τόπος και αυτοκαταργούμενος την μικροπρέπεια δεν λέει να την ξεχάσει.

*

**