Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

Lesser Ury, Σκηνή του Δρόμου τη Νύχτα, Βερολίνο (Nächtliche Straßenszene, Berlin), 1920.

Με την εξαφάνιση του ηλίου η Άβυσσος ανοίγει και οι μελετητές της εξασκούν επιμελέστατα την αβυσσολογία. Το μαύρο της νύχτας ομοιάζει με γενεαλογική τρύπα, με ένα αιώνιο μηδέν, όπου προσμένοντας την ημέρα, ο κόσμος αναγεννάται σιγά-σιγά το χάραμα.

   \\

Χάραμα: μια άλλη λέξη για την αυγή, που όμως απομακρύνεται κι από αυτήν, όπως απομακρύνει τη νύχτα. Χαράσσειν, ρήμα με διαλυτική σημασία. Ανοίγματα, γραμμές, απο-στροφές, δια-στροφές και τέλος, απλώς, στροφές. Ανατρέχω σε στροφές ως σε έναν λαβύρινθο. Στροφή του δρόμου : εκ-δρομή και παρα-δρομή.
Κάποιοι είχαν στρίψει προς άλλην κατεύθυνση την ύπαρξή τους.

Ο διαχωρισμός ημέρα και νύχτας: το δίλημμα που έθεσε ο Διαφωτισμός. Διαφώτιση ή σκοταδισμός; Καρούζος πάλι:

Χαράματα κι ο ήλιος στην αρχή ολιγαρκής γίνεται λίγο-λίγο άπληστος.
Μέσα στην Διαύγεια εαρινής αυγής

Χαράματα γαλαζώνει ζωή στον ουρανό.

Αγνό που είναι το ηλιόφωτο βγαίνοντας χαράματα στη λεωφόρο.

Χάραμα της Αθήνας. Οι δρόμοι χαμηλόφωνοι καθώς πάει ο χρόνος για τον ήλιο πάλι μέσ’ στην ερήμωση πώς αναπαύονται
μοιάζοντας των ανέμων

 \\

*

*

O Μάριο Σαντιάγο Παπασκιάρο (Mario Santiago Papasquiaro), γνωστός για τις «περιπλανήσεις-καμικάζι» του στην πόλη του Μεξικού, πέθανε εν ώρα εργασίας. Δρομομανής και γραφομανής —έγραφε συνέχεια απανωτούς στίχους στους δρόμους που κυκλοφορούσε και όταν τελείωνε το χαρτί έγραφε επάνω σε ό,τι έβρισκε: χαρτόνια, εφημερίδες, χαρτί υγείας—, το εργατικό ατύχημα του να πέσει πάνω του μια μηχανή στα προάστια της Πόλεως του Μεξικού την ώρα που εκείνος έγραφε επαφουγκραζόμενος το εφήμερο, τον στολίζει με τις σύγχρονες δάφνες του ποιητού του δρόμου και του ήρωα της καθημερινότητας. Γνωστός στο ευρύ κοινό ως Ουλίσες Λίμα από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, Άγριοι Ντεντέκτιβ (1998), ο Παπασκιάρο είναι ο κύριος εκφραστής του λατινοαμερικανικού ρεύματος του ινφραρεαλισμού.

\\

Η Φιλοσοφία, στον 20ό αιώνα, απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθειά της να πραγματοποιηθεί. Οι φιλόσοφοι όμως, όχι· αυτοπραγματώθηκαν. Στον 21ο αιώνα ζούμε τα αποτελέσματα αυτής της αποτυχίας. Για όσους αναζητούμε το αγαθό και το υψηλό, βρίσκουμε καταφύγιο σε ό,τι πιο ταπεινό, παραμελημένο και ατιμασμένο στην εποχή μας· σε ό,τι μπορούμε να ανακαλύψουμε με την παρείσφρηση σε χώρους και τόπους. Ο λόγος δεν συντροφεύει πλέον την ανακάλυψη. Ο λόγος μετατρέπεται σε αποκύημα της ανακάλυψης (του περπατήματος, του βλέμματος κλπ.).«Γιατί η γεωγραφία, ακόμη κι αν σωπαίνει, μιλάει με τις δικές της θεωρίες». Η καταφυγή στη γεωγραφία μετατρέπεται πλέον σε ανακάλυψη του εαυτού.

Αντιγράφω από τον Πάπυρο του Αρτεμίδωρου:

 Όποιος αφιερώνεται στη γεωγραφία, πρέπει να πραγματοποιεί μια επίδειξη ολόκληρης της επισταμένης γνώσης, αφού προηγουμένως προσδώσει στην ψυχή του το απαιτούμενο βάρος για τούτη την ενασχόληση, με μια θέληση πιο αποφασισμένη για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος, και αφού με τη δύναμη της αρετής καταστήσει τον εαυτό του έτοιμο για τις βουλήσεις και τις σκέψεις της ψυχής.

\\

Νέα σκέψη, νέα γεωγραφία, νέος κόσμος:

Η εξάσκηση του θανάτου ως μια αέναη αναγέννηση της ζωής.
Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο θάνατος με πόδια και χέρια!
Σύμπαν! Δώσε μας περισσότερες πιθανότητες να εισχωρήσουμε στο
κενό σου
Έχουμε ανάγκη να ξανακαλύψουμε αυτήν την γη
Ετοιμαστείτε, λοιπόν, να μάς δείτε να διαγράφουμε όλους τους δρόμους.

Άδωνις, Zócalo

\\

Στο Παρίσι στις 15 Αυγούστου ξεκίνησα μια διαδρομή δύο ωρών, από το 18ο Διαμέρισμα για το 16ο, με τα πόδια (η διαμόρφωση των Διαμερισμάτων των Παρισίων έχει σπειροειδή μορφή) για να πάω να ανάψω ένα κερί στην Παναγία των Ορθοδόξων. Αφού η πλειονότητα των Γάλλων βρίσκεται για διακοπές κυρίως στις Ελληνίδες νήσους, έχω μείνει μόνος μου μαζί με κάποιους άλλους μετανάστες στα έρημα πεζοδρόμια αυτής της τεράστια πόλης που πλέον βρίσκεται σε κατάσταση συνεχόμενου και αλλόφρονα καύσωνα. [Canicule στα γαλλικά ονομάζεται ο καύσωνας, λέξη προερχόμενη από την λατινική caniculus: canis (σκύλος) και το υποκοριστικό -culus.] Σκύλα ζέστη, από την εποχή των Ρωμαίων μέχρι σήμερα.

Μπροστά στην κλειστή ελληνική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, έκανα μεταστροφή γιατί δεν υπάρχει καμμία περίπτωση με 40 βαθμούς να περιμένω τον παπά να ανοίξει την εκκλησία (οι μεταδικτατορικοί Έλληνες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό λειτουργούν με τη σκέψη του μικροαστού δημοσίου υπαλλήλου. Τα δε τελευταία χρόνια, οι θιασώτες του υπαλληλισμού, με βάση το δόγμα του εκσυγχρονισμού, έχουν δημιουργήσει το περίφημο «σύστημα», ηλεκτρονικό ανάμεσα σε άλλα. Πρόκειται για μια παρανοϊκή δημιουργία που μετατρέπει μια απλή πράξη σε ό,τι πιο γραφειοκρατικά περίπλοκο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ενασχολούμενους με τη μεταφυσική σκέψη ή και την ποίηση σε τούτη τη γλώσσα, έχει η χρήση του όρου άϋλος, όπως χρησιμοποιείται από αυτό το σύστημα, —για παράδειγμα άϋλη συνταγογράφηση—, όρος ο οποίος αγγίζει πλέον υπερουράνιες και υπερβατικές δυνάμεις καθώς και εξωκοσμικές παρεμβάσεις στην κοινή ζωή των θνητών χάριν των πληροφοριακών συστημάτων που κατά τους ειδικούς τους ανήκουν στη σφαίρα του αόρατου και του μη απτού. Η γραφειοκρατικοποίηση της ζωής στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών θα πρέπει να συγκαταλέγεται στα επιτεύγματα της σταλινικής σκέψης της πρώην ΕΣΣΔ. Στην ελληνική πρεσβεία της Μαδρίτης, έπειτα από ένα ταξίδι οκτώ ωρών, περίμενα τρεις και πλέον ώρες για να βγάλω καινούργιο διαβατήριο καθότι το «σύστημα» δεν λειτουργούσε, και εννοείται ότι για κανέναν λόγο δεν θέλανε να μου στείλουνε ταχυδρομικώς το διαβατήριο στην Ανδαλουσία. Hélas Hellas ! Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με κουράζει. Σταματά ο συνειρμός όπως κλείνει και η παρένθεση.). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, καθότι είναι εκτός πραγματικότητας να κατέβω στα έγκατα της γης και να πάρω το μετρό, είναι καταφανώς αδύνατον να προλάβω ανοιχτή και τη Ρουμανική ορθόδοξη εκκλησία (εξαιρετική κατά τα άλλα) στο 5ο Διαμέρισμα.

Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο κρατάνε τις εκκλησίες στην Ευρώπη ακόμη ανοιχτές. Στην Αγγλία μερικές τις έχουν κάνει κλαμπ. Η εισχώρηση στην Notre-Dame αποτελεί, πλέον, κάποιο είδος θεϊκoύ εμπαιγμού ή διαβολικού αστείου. Αφού χρειάζεται κανείς να περιμένει σε μια τεράστια ουρά κάτω από το λιοπύρι, η είσοδος συνοδεύεται από έλεγχο σεκιουριτάδων σε περίπτωση που κάποιος θα θέλει, πάλι, να μας ανατινάξει. Το πρόβλημα δεν είναι όλα τα παραπάνω. Προφανώς η ουρά δεν είναι κάποιο τάγμα πιστών που περιμένει να πάει στη λειτουργία. Πρόκειται για τα τάγματα των τουριστών, των εξοπλισμένων με τα σέλφι-στικς, των οποίων οι φωτογραφίες στο Ίνσταγκραμ εντός και εκτός της εκκλησίας, θα ενημερώσουν τους υπόλοιπους καταναλωτές εικόνων ότι βρέθηκαν κι εκείνοι εκεί. Από τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας του Άντυ Γουόρχολ, περάσαμε στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα δημοσιότητας των μέσων (αντι-)κοινωνικής δικτύωσης. Φαντάζομαι ότι σε λίγες δεκαετίες θα περάσουμε και στα δεκαπέντε νανοδευτερόλεπτα δημοσιότητας. Όλα αυτά είναι τρομακτικά βαρετά και θα ήθελα να ανάψω ένα κερί.

«Το “ιερό” είναι εκείνο που μου εμφανίζεται ως ετερογενές (υπερβατικό;), ως εκείνο που είναι έξω από εμένα αλλά στο οποίο προσκολλούμαι για να με ξεπεράσω», διατύπωσε ο Μισέλ Λεϊρίς, πριν από 110 χρόνια.

\\

Ησυχαστήριο Ι

Απογευματινός ρεμβασμός του δεκαπενταυγούστου. Το νησί ως προσωπική Εδέμ αλλά και εξορία. Τα νησιά, οι νησίδες ως μικρές πατρίδες: ο κορμός ενός πλατάνου, μια διασταύρωση δύο δρόμων, ένα βλέμμα, αρκούν για να βρεθεί το ιερό στην καθημερινότητα. Ταπείνωση μπροστά στη ζωή του δρόμου.

Έκαμα το νησί μου, τη Σκιάθο μου, ένα κελί, κι απ’ αυτού του κελιού μου τον φεγγίτη είδα και άκουσα όλη τη Ρωμιοσύνη και μέσα απ’ τη Ρωμιοσύνη άνοιξα ένα παράθυρο και είδα όλο τον κόσμο. Ευφράνθηκε η ψυχή μου και φαρμακώθηκε. Ναι, αυτός ο ντουνιάς, απ’ την πολλή την γλύκα του και την πολλή την πίκρα του δεν τρώγεται.

Ασκ ολσούν τσιβιρινέ. Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να γυρίζει τον κόσμο αυτόν.

Θ. Κοροβίνης, Το Αγγελόκρουσμα

*

*

22. Ο εραστής μου, είπε η οσία ταπείνωσις, δεν επιπλήττει, δεν καταδικάζει τους άλλους, δεν επιζητεί πρωτεία, δεν χρησιμοποιεί σοφιστείες, έως ότου ενωθεί μαζί μου, διότι μετά την ένωσί μας δεν υπόκειται πλέον στον νόμο.

Αγίου Ιωάννου του Σιναίτου, Περί Ταπεινοφροσύνης, Κλίμαξ

\\

Στις 16 Αυγούστου έκανα μια δοκιμή για μια επιτυχημένη ημέρα (Versuch über den geglückten Tag). Δοκιμή που δεν είχα ποτέ δοκιμάσει συνειδητά. Εκτός των επιφαινόμενων, η επιτυχία πολλών ημερών θεωρώ ότι βρίσκεται στο ασυνείδητο ή στο μη συνειδητό της διαδικασίας διεκπεραίωσής τους. Με άλλα λόγια, μια επιτυχημένη ημέρα δεν σχεδιάζεται εκ των προτέρων, αλλά λειτουργεί αυτεξούσια με τον μέγιστο αυθορμητισμό που της ταιριάζει, όταν πολύ απλά δεν στεκόμαστε στην προοπτική αποτυχίας ή επιτυχίας της. Άλλωστε τι είναι μια επιτυχία; Μια ώρα παραδείσια. Αυτό και τίποτε παραπάνω. Μια ώρα αποτυχίας; Χάσιμο χρόνου και απομάκρυνση από τον παράδεισο. Όμως η συνείδηση εξαφανίστηκε την ώρα της εμπειρίας.

\\

Ιερά Ακηδία

Η Μάλαγα είναι η μόνη πόλη που γνωρίζω που έχει βαπτίσει το όνομα του κεντρικού της σταθμού, τραίνων και λεωφορείων, με το όνομα γυναίκας φιλοσόφου, της Μαρία Θαμπράνο. Ωραίο θα ήταν, σκέπτομαι, και ο σταθμός της αιγυπτιακής Αλεξάνδρειας να ονομάζεται σταθμός Υπατίας.

Κάθε πρωί, προτού κατευθυνθώ προς τη χυδαίως βαρετή δουλειά μου στα προάστια της Μάλαγα, πέρναγα από τον σταθμό για να ατενίσω τα δρομολόγια λεωφορείων της ημέρας:

Χαέν 10:20
Κόρδοβα 10:30
Σεβίλλη 11:00 και 14:00
Μαδρίτη 10:00 και 12:00 και 14:00
Γρανάδα 12:00
Αλμερία 13:00
Βουκουρέστι 12:05
Λισμπόα 00:05

Ça fait rêver. Τότε μόνον μπορούσα να ξαναπάρω τον δρόμο των καταναγκαστικών έργων για να βγάλω τα προς το ζην. Έργα και Ημέραι. Η καθημερινότητα χωρίς το όνειρο και δίχως Θεούς μετατρέπεται σε χυδαίο εφιάλτη χωρίς αφύπνιση. Στην ιαπωνική παράδοση, μία από τις εκδοχές των βασανιστηρίων της ανάλογης κόλασης είναι να αναλάβεις ως έργο μεταθανάτιας τιμωρίας το να αδειάσεις τη θάλασσα με έναν κουβά. Φαντάζομαι, ποτέ! Στις 3 Ιανουαρίου του 2021 απαλλάχθηκα από τα επονείδιστα καθήκοντά μου ως καφκακικού υπαλλήλου. Τρεις μέρες μετά, σταμάτησα να ενατενίζω τους πίνακες αναχωρήσεων της Μαρία Θαμπράνο· πήρα κι εγώ το λεωφορείο των 00:10 για την αγαπημένη μου Λισσαβόνα.

*

Ανοιχτή είσοδος. Gare de l’Est, Παρίσι.

Γύρω από τους σταθμούς των πόλεων μαζεύεται κάθε λογής ανθρώπινη πανίδα: τσιγγάνες που θέλουν να σου εξασκήσουν τη χειρομαντεία με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο ή ένα ευρώ, τζάνκια που ψάχνουν τη δόση τους ή που κοιτάζουν κάτω σε περίπτωση που βρουν μερικά κέρματα και μαζευτεί το κατάλληλο αντίτιμό της, διότι κανείς ποτέ δεν τους δίνει λεφτά όταν ζητούν, μετανάστες που περιμένουν ούτε κι αυτοί ξέρουν ποιον και τι, ενίοτε πόρνες (πιο απομακρυσμένες σε μια γωνιά), αλκοολικοί με φθηνό κρασί ή μια δωδεκάδα μπύρες που κάθονται στα σκαλοπάτια και συζητούν ανέμελα μέχρι να ανέβει το αλκοόλ στο κεφάλι και να ανάψουν τα αίματα, κάποιος που ψάχνει έναν καπνιστή για μια τράκα τσιγάρου, περαστικοί που κοιτάζουν το θέαμα των αφίξεων περνώντας μπροστά από τον σταθμό, φοβισμένοι υπάλληλοι των γραφείων και καταστημάτων του σταθμού από όλα τα παραπάνω που βγαίνουν να κάνουν ένα τσιγάρο στο διάλειμμά τους, αστυνομικοί —αδιάφοροι για όλους αυτούς— που κοιτάζουν προσεχτικά τον χώρο σε περίπτωση εγκαταλελειμμένης βαλίτσας (πιθανότητα τζιχαντιστικής βόμβας) και βιαστικοί ταξιδιώτες που τρέχουν με τις βαλίτσες να προλάβουν το τραίνο ή το λεωφορείο. Γίνομαι μάρτυρας και ενίοτε συμμέτοχος όλων των γεγονότων των σταθμών όταν εξασκώ την ακηδία μου σε αυτούς και χάριν αυτών.

Οι πόρτες των σταθμών είναι πάντα ανοιχτές όταν υπάρχουν δρομολόγια, δηλαδή γύρω στις 17 ώρες την ημέρα. Ο καθένας μπορεί να μπει στον σταθμό και να κάτσει σε ένα παγκάκι ή σε ένα καφέ, και να κοιτάζει τους αποχαιρετισμούς ή τις χαρούμενες αφίξεις. Ο σταθμός είναι το άνοιγμα ενός τόπου προς άλλες κατευθύνσεις. Μια υπόσχεση φυγής ή και ανανέωσης.

*

Πίνακες δρομολογίων

Πέραν των σταθμών, η ονοματοποιία των δρόμων στις σύγχρονες μητροπόλεις προσφέρεται για την εξάσκηση του νοητού ταξιδιού, στον τόπο αλλά και στον χρόνο. Από τις παρυφές της λεωφόρου Αλεξάνδρας μέχρι τα Εξάρχεια, περνώντας από την Νεάπολη, παρελαύνει η Ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας, εκείνης που ένας Γερμανός ονόμασε Βυζάντιο (ειρήσθω εν παρόδω ότι η πόλη Βυζάντιον ήταν αποικία των Μεγαρέων και έλαβε το όνομά της από τον βασιλιά Βύζαντα) με ονόματα δρόμων όπως: Ιουλιανού, Ιουστινιανού, Βατάτζη, Κομνηνών, Βασιλείου Βουλγαροκτόνου, Καβάσιλα, Θεοδώρου Λασκάρεως κλπ. (Σε κάποιο από τα μυθιστορήματά του κάνει νύξη σε αυτήν την ονοματοποιία και ο Βακαλόπουλος.)

Τα τελευταία χρόνια που περνάω μεγάλες χρονικές περιόδους στο Παρίσι, ευτυχώς για μένα, διαμένω σε ένα κελί στον βορρά αυτής της μεγαλούπολης. Σε αυτό το γεωγραφικό σημείο έχουν διαμορφωθεί οι περισσότεροι σταθμοί αναχώρησης (όπως και άφιξης). Ο παριζιάνικος βορράς είναι γεμάτος γραμμές τραίνων. Πράγμα που με βολεύει αφάνταστα καθώς ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορώ να αποχωρήσω.

Όταν κατεβαίνω από το 18ο Διαμέρισμα προς τα κάτω, πεζοπορώντας πάντα, φροντίζω να βρεθώ στην Πλατεία Ευρώπης. Η Πλατεία Ευρώπης-Σιμόν Βέιλ, κοντά στον σταθμό του Αούστερλιτς, που συγγενεύει με την περίφημη —αλλοτινά— γειτονιά των Νέων Αθηνών (καμπαρέ, οπιομανία, αψέντι, παρνασσισμός, παρακμιακή λογοτεχνία και ζωγραφική συνέθεταν τη φαντασμαγορία αυτής της γειτονιάς πριν από δύο αιώνες) αποτελεί ένα από τα σημεία εκκίνησης του περιπατητή του παριζιάνικου βορρά. Η πλατεία ανοίγεται προς την οδό Λονδίνου, την οδό Ρώμης, την οδό Βρέμης, την οδό Άμστερνταμ (δεν την ακολουθώ ποτέ), την οδό Αθηνών, την οδό Μιλάνου, την οδό της Λιέγης και… την οδό Κωνσταντινούπολης. Αναλόγως τις ορέξεις, ο περιπατητής ακολουθεί, ενίοτε μόνο και μόνο για λόγους της ηχητικής αισθητικής των λέξεων, μια από τις οδούς αυτών των πόλεων. Αγαπώ ιδιαίτερα την κωνσταντινουπολίτικη οδό, δίχως να παρουσιάζει κάποια πολιτισμικά δείγματα από αυτήν την πρώην πρωτεύουσα της ξεχασμένης Αυτοκρατορίας.

*

Οδός Κωνσταντινουπόλεως, 8ο Διαμέρισμα των Παρισίων.

\\

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Δωδεκάλογους της ύπαρξης, είναι εκείνος που παρέδωσε ο Καρούζος στον Ηλία Πετρόπουλο στις 21 Δεκεμβρίου του 1971.

Στον Ηλία Πετρόπουλο

1. Να μην ειρηνεύεις ανώφελα.
2. Να μην πολεμάς επίσης ανώφελα.
3. Ν’ αγαπάς τον ήλιο, μα όχι σαν θεότητα.
4. Ν’ αποστρέφεσαι τη σελήνη σαν έδαφος.
5. Να πηγαίνεις καμία φορά στην εκκλησία, δε χάνεις τίποτα.
6. Να θυμάσαι λιγάκι το θάνατο, μα όχι σαν θάνατο.
7. Να βλέπεις τη ματαιότητα και της ιδέας της ματαιότητας.
8. Να λες έλληνας και να νιώθεις άλλην ομορφιά, να μην νιώθεις ελληνικότητα.
9. Να γράφεις αγαπώντας το άγραφο.
10. Να στοχάζεσαι πέρ’ απ’ τους στοχασμούς σου.
11. Να μην ξεχνάς την ύπαρξη του Ανύπαρκτου.
12. Νάν τα διαβάζεις κάθε μέρα τούτα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, 21.12.71

\\

Τον Οκτώβριο του 2006 ο Νίκος ο Έλληνας που είχε την κρεπερί Chez Nicos επί της οδού Μουφτάρ στο 5ο Διαμέρισμα των Παρισίων, μου έδειξε τον υπόνομο όπου πετάχτηκαν οι στάχτες του Ηλία Πετρόπουλου. Τώρα φαντάζομαι ότι τα μικροσωματίδια του πρώην κορμιού του συγγραφέα θα επιπλέουν κάπου ανάμεσα στον Σηκουάνα και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Ο Νίκος πήρε σύνταξη και άφησε έναν Πακιστανό στη θέση του, ο οποίος και κράτησε το ίδιο όνομα της κρεπερί. Κάθε φορά που αγοράζω μία κρέπα από εκεί τους σκέφτομαι και τους δύο.

Ο υπόνομος και ο έρωτας. Συγγενεύουν και τα δύο στο Παρίσι. Κάθε τραπέζι καφέ βρίσκεται δίπλα από έναν υπόνομο. Αν οι όμορφες περαστικές κοκκινίζουν καμμία φορά από το έντονο βλέμμα σου, κοιτάζεις κάτω προς τον υπόνομο για ξεκάρφωμα. Το καλοκαίρι οι βόθροι μυρίζουν και μπλέκονται με το θέαμα της ομορφιάς του δρόμου. Το ζωώδες και το Υψηλό συγγενεύουν στο πεζοδρόμιο. Σκατά και ομορφιά ή τα σκατά της ομορφιάς. Όπως και να έχει, η Ομορφιά υπερνικά (το γήινο;) παρά την οσφρητική επιβολή της ζωώδους μυρωδιάς. Για όποιον λιτανεύει τον δρόμο και για τους επισκέπτες του ερωτικού πεζοδρομίου παραπέμπω στον ποιητή Πετρόπουλο, με ένα ΩΧ υπερκοσμικό και οργασμικό:

Ωχ, ατέλειωτη λιτανεία καλλιπύγων γυναικών,
ωχ, Υψηλόφρονα Πλάσματα και γενναιόδωρα,
σε Σας χρωστάω τα πάντα.

(Ποτέ και Τίποτα)

Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές,
γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς.

(Λόγος Επικήδειος)

Η ηδονή απώτατη εκδίκηση του χρόνου.
Μισάνθρωπους αποκαλούν τούς φίλους της οικουμένης οι
μισάνθρωποι

Η γραμματική των φιλιών εξίσου απαραίτητη
με την γραμματική των λέξεων.
Κακή νίκη η των σωμάτων συνουσία.
Το μέλλον θα καταδείξει αν έρως σημαίνει εξαγρίωση
ηθών και αισθημάτων

(Σώμα)

\\

Στην Ευρώπη, στην Κεντρική Ασία, στην Αφρική. Όπου κι αν έχω βρεθεί, βρίσκω την Ελλάδα. Μόνον στην Ελλάδα δεν βρίσκω πλέον την Ελλάδα.

\\

Ησυχαστήριο ΙΙ

*

Ησυχαστήριο στο Παρίσι

Από το Δοκίμιο για το Αποχωρητήριο (Versuch über den stillen Ort) του Πέτερ Χάντκε:

 Μόλις έκλεισα πίσω μου την πόρτα του ήσυχου μέρους, μεταμορφώθηκα σε τοπογράφο. Σε όλες τις τουαλέτες, ή σχεδόν σε όλες, ανακάλυπτα, αμέσως ένα σύστημα γεωμετρικών σχημάτων, ένα σύστημα που τα μάτια μου δεν είχαν αντικρύσει ακόμη έξω, μπροστά από την πόρτα. Μόλις μπήκα μέσα, ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι τα πάντα με το μάτι του εξερευνητή. Κάθε αντικείμενο αποκάλυπτε ταυτόχρονα το γεωμετρικό του σχήμα, κύκλο, οβάλ, κύλινδρος, κώνος, έλλειψη, πυραμίδα, τμήμα κώνου ή πυραμίδας, ορθογώνιο, εφαπτομένη, τμήμα, τραπέζιο. Το ίδιο το ήσυχο μέρος ήταν ένας γεωμετρικός τόπος, και το ζητούμενο ήταν να το συλλάβω και να το μεταδώσω ως τέτοιο.

Η τοπογραφία και η γεωγραφία μετατοπίζουν τη μελέτη τους, όπως και τον στόχο της θεματολογίας τους, στη σύγχρονη εποχή, προς το εφήμερο, το έλασσον, το εναλλασσόμενο, το ανακριβές έως το κεκρυμμένο και το περιφρονημένα ελάχιστο. Ο σύγχρονος περιπατητής αποφεύγει την ανθρωπολαγνεία —απόρροια του ανθρωποκεντρισμού—, προς όφελος της ανακάλυψης του περιβάλλοντος χώρο του και του ανθρώπινου αποτυπώματος πάνω του. Τα δένδρα-μάρτυρες της επίγειας παρουσίας και ιερείς των δρώμενων του βλέμματος, τα πουλιά που πηγαινοέρχονται ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, ο δρόμος και το πεζοδρόμιο, τα κατώφλια, οι αμαξοστοιχίες, οι σταθμοί, κάποιο ισοπεδωμένο λουλούδι πάνω στην άσφαλτο, κάποια ανεπαίσθητη κίνηση όπως και καθημερινές και επαναλαμβανόμενες χειρονομίες του οποιουδήποτε περαστικού, είναι οι χαρακτήρες της τελευταίας περιόδου του Χάντκε: ένα ομηρικό έπος που λαμβάνει χώρα εντός της καθημερινότητας και της διάρκειας της ημέρας, καθώς και ένας δονκιχωτισμός της στιγμής ενάντια στους ανεμόμυλους της επαναλαμβανόμενης καθημερινής ζωής (Στα Σημειωματάριά του της δεκαετίας του ’80, ο συγγραφέας-ομηριστής ή ο Όμηρος της καθημερινότητας, προσφεύγει στην πλήρη αποσύνθεση της καθημερινότητας: «Αντί να λέμε “η πραγματικότητα είναι…”, λέμε “η πραγματικότητα έχει…”», τουτέστιν η αποσύνθεση των στοιχείων που συγκροτούν την πραγματικότητα της καθημερινότητας μεταμορφώνει την τελευταία σε ακραία περιπλάνηση του ίδιου του πραγματικού και τον περιπατητή σε ήρωα μιας εικοσιτετράωρης χίμαιρας. Ο Ζέμπαλντ έκανε, ήδη, λόγο πριν πεθάνει για τη νέα μεταφυσική που ανακάλυψε και διαμόρφωσε ο Χάντκε. Απομένει η ολοκλήρωση του έργου του στα παρισινά προάστια για να επεκτείνουμε πλήρως αυτόν τον ισχυρισμό με μια εμπεριστατωμένη μελέτη). Οι χρονικές συνθήκες και οι τοπογραφικοί παράγοντες δεν εξετάζονται ως κοινωνικός ή πολιτικός χώρος, αλλά ως τόπος από όπου οι μορφές σχηματοποιούνται καθημερινά από το μηδέν, —από το χάραμα μέχρι την πλήρη εμφάνιση του ηλίου—, από την κίνηση της ανυπαρξίας προς την ύπαρξη, από την ανεπαίσθητη χειρονομία προς το ολικό (συν-)αίσθημα, δηλαδή προς μια (σύμ-)πραξη με το όλον της ζωής.

[…] αν δεν έπαψα σε όλη μου τη ζωή, στις τέσσερις γωνιές του κόσμου εν ολίγοις, να συχνάζω, χωρίς ιδιαίτερη ανάγκη, στα Ήσυχα Μέρη, δεν είναι άραγε αυτό έκφραση, αν όχι μιας φυγής από την κοινωνία, τουλάχιστον μιας αποστροφής προς αυτήν, μιας απέχθειας για κάθε κοινωνική ζωή;

Και είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι το κλείδωμα της πόρτας της τουαλέτας συνοδευόταν από έναν μεγάλο αναστεναγμό ανακούφισης : « Επιτέλους μόνος!»

 Συνεχίζεται…

*

Ησυχαστήριο στην Βιέννη

\\

Γράφουμε εναντίον της σήψης της στιγμής. Αλλιώς, η γραφή δεν έχει, πλέον, νόημα. Ο Κολοσσός δεν έγραψε ποτέ τίποτε άλλο πέραν από απαντήσεις στις επιστολές του Σεφέρη. Κατά τα άλλα ήταν συνεχώς μεθυσμένος με ρετσίνα και ήλιο, απήγγειλε Παλαμά με τη δυναμική της φωνής του Στέντορα, κρατώντας ως ανάμνηση στο γόνατό του τη σφαίρα από το Αλβανικό Μέτωπο. Ο Κολοσσός ζούσε σε μια συνεχόμενη στιγμή. Καμμία ανάγκη συγγραφής. Πιστεύω ότι δεν προλάβαινε για κάτι παραπάνω από την εξάσκηση της υψηλής αισθητικής της καθημερινότητας: ήταν απασχολημένος με το να ζει. Πριν από δέκα χρόνια τού έκλεψαν την προτομή από την Ακαδημία και έχει μείνει μόνον το όνομά του ανάμεσα στις σκόνες των έργων του μετρό. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξαναπεράσω μπροστά από την Ακαδημία Αθηνών καθότι ανήκω στους σύγχρονους αγαλματολάγνους (δεν είμαστε πολλοί). Λυπούμαι μόνον για το υπέροχο άγαλμα του Παλαμά, που καθισμένος στον ποιητικό του θρόνο αναπολεί και σκέπτεται. Έχω χρόνια να το δω. Έμαθα να ζω με τη στέρηση…

\\

Σε εποχές που κλυδωνίζονται αποφεύγει κανείς καθετί απόλυτο και αυτοτελές· γι’ αυτό και δεν ανεχόμαστε πια μήτε το πραγματικά αστείο μήτε το πραγματικά σοβαρό, ούτε την πραγματική αρετή ούτε την πραγματική κακία. Ο χαρακτήρας των καιρών είναι μπαλωμένος και μονταρισμένος σαν γιλέκο Τρελού και το χειρότερο είναι ο Τρελός που το φορά να προσπαθεί να δείχνει σοβαρός.

Μποναβεντούρα, Νυχτερινές Περίπολοι

\\

Διάλογος μεταξύ Νεοελλήνων γειτόνων
Βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα

[Ο άξεστος χωριάτης και αρχηγός του μεταπολεμικού παρακράτους (ανάμεσα σε πολλούς άλλους χαρακτηρισμούς που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό το άτομο), Κωνσταντίνος Καραμανλής, είχε την πρωτοβουλία κατά την δεκαετία του ’50 όχι μόνον της εφαρμογής της περίφημης Χάρτας του 1933 (συγκρατούμε την χρονιά-ορόσημο), —η οποία και έλαβε χώρα στην Αθήνα (φεύ!)—,του άκρως επικίνδυνου, αλλοτριωμένου ναρκισσιστή και αστεακά διεστραμμένου Λε Κορμπυζιέ, αλλά και τη μετατροπή της ιερής πόλης των Αθηνών σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μέσω της μπίζνας της απαλλοτρίωσης που οδήγησε στην παντελώς αντιαισθητική, παθογόνα και καταθλιπτική δημιουργία των νεοελληνικών πολυκατοικιών. (Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Αθήνα, από την αρχαιότητα έως σήμερα, παραμένει η μόνη πόλη που φέρει όνομα θεάς). Αυτή η μπίζνα κρατά καλά από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα μέχρι τη σήμερον.

Οσάκις βρίσκομαι στην ερημοποιημένη πλέον Αττική διαμένω στο πατρογονικό μου σπίτι, το οποίο και αποτελεί την τελευταία μονοκατοικία του δρόμου μου. Το συντηρώ με όσες δυνατότητες έχω και μπορώ να διαθέσω για να μην πέσει στα χέρια των αρπακτικών. Κατά αυτόν τον τρόπο διατηρώ τη συνείδησή μου ήρεμη και ήμερη για το γεγονός και μόνον ότι συντελώ σε ελάχιστο βαθμό στην καταστροφή της Αττικής. Όμως η βαρβαρότητα έχει πάντα άλλα σχέδια για εμένα.]

Ντρρρρρρρ…

‒ Παρακαλώ.
‒ Πότε θα κόψετε αυτό το δένδρο; Δεν βλέπετε ότι ενοχλεί;
‒ Ποιο δένδρο από όλα;
‒ Αυτό εδώ που έρχεται προς τα εμάς. (Εννοεί τη Δάφνη μου.)
‒ Σε τι σας ενοχλεί ακριβώς;
‒ Κάνει λουλούδια και πέφτουν πάνω στα αυτοκίνητα και κάνουν ζημιές στα αυτοκίνητα.
‒ Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η Δάφνη δεν κάνει ποτέ λουλούδια, εκτός κι αν είδατε κάποια Δάφνη-Φρανκεστάιν τροποποιημένη από κάποιον τρελό επιστήμονα και κάνει λουλούδια.
Παύση αρκετών δευτερολέπτων…
‒ Εν πάση περιπτώσει, να την κόψετε. (Εδώ ξεκινά και μου αρέσει ιδιαίτερα η προστακτική…)
‒ ΌΧΙ. Δεν υπάρχει καμμία τέτοια περίπτωση. (Βρίσκεται εκτός πραγματικότητας η φαντασίωση της κατοίκου της κορμπουσιανο-καραμανλικής πολυκατοικίας του να κόψω ή να κλαδέψω τη Δάφνη που φύτεψε ο παππούς μου, πρώτον γιατί την φύτεψε εκείνος και δεύτερον γιατί θα μου καταστραφεί η απόλαυση της φωτοσκίασης που δημιουργεί το άπλωμα του ηλιακού φωτός επάνω στα κλαριά του δένδρου κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, με αποτέλεσμα να μου καταστραφεί η πρωινή μου ενατένιση της φύσης και το παιγνίδι του φωτός με τα δένδρα που δεν έχω τη δυνατότητα να θαυμάσω πουθενά αλλού στην καμένη Αττική και τρίτον και σημαντικότερο διότι πρόκειται περί ζωντανού πλάσματος).
‒ Α!
‒ Ου!

Δύο ημέρες αργότερα, χτυπάει το κουδούνι μια άλλη απεσταλμένη της καραμανλικής πολυκατοικίας.
‒ Σας είπαμε να κόψετε το δένδρο, δεν σας το είπαμε;
‒ E, και; Επειδή το είπατε θα γίνει κιόλας;
‒ Θα γίνει ζημιά στα αυτοκίνητα από τα λουλούδια και θα τρέχετε.
‒ Πού θα τρέχω; Και για ποιον λόγο να τρέξω;
‒ …
Σε αυτό το σημείο το βλέμμα της απεσταλμένης βρίσκεται στραμμένο προς το πάτωμα, εν αναμονή κάποιας ιδέας που μπορεί να προκύψει από την αναθύμηση της συζήτησης που έλαβε χώρα στη συνέλευση της πολυκατοικίας της με κάποια άλλην συνταξιούχο του δημοσίου που δεν ξέρει με ποιον τρόπο να περάσει την ώρα της επί της γης.
‒ Τι θα κάνετε τελικά;
Πάλι τα ίδια. Έφθασα στα όρια της ανοχής μου όπως και ξεπέρασα τα όρια της ευγενείας μου. Να λοιπόν πώς απαντάει κάποιος, με τον τρόπο των ιθαγενών της λατινικής Αμερικής σε τέτοιες περιπτώσεις:
‒ Η Δάφνη έχει φυτευτεί σε αυτό το χώμα προτού γεννηθείς εσύ και θα συνεχίσει να υπάρχει αφού πεθάνεις, καθότι είναι υπεραιωνόβια. Έτσι είναι κι όχι αλλιώς. ΑΝΤΙΟ.

\\

Στο Ουζμπεκιστάν, εν τω μέσω της ερήμου, ο οδηγός που με μετέφερε στην Μπουχάρα, τον οποίο βάπτισα Βουκεφάλα, —καθώς προς στιγμήν το μυαλό μου έτρεχε στον Αλέξανδρο—, σταμάτησε ξαφνικά και αρκετά βίαια το αυτοκίνητό του όταν είδε μια κατσίκα και έναν γενειοφόρο Ουζμπέκο με κελεμπία να προσπαθούν να διασχίσουν τον αυτοκινητόδρομο. Όταν ο γενειοφόρος διέσχισε επιτυχώς τον δρόμο, στράφηκε προς τον οδηγό μου, έβαλε τη δεξιά του χείρα εις την καρδίαν και μετά έδειξε τον Ουρανό. Μετάφραση: από τους Ουρανούς θα λάβεις το καλό για αυτό που έκανες. Η κατσίκα δεν είπε τίποτε. Πρόκειται για μια από τις πιο όμορφες χειρονομίες και σκηνές που έχω δει στη ζωή μου. Σαλάμ και ειρήνη υμίν.

\\

Δύο φορές σοκαρίστηκα και τρόμαξα από τον Θάνατο, και αυτές είναι πρόσφατες. Η μία είναι ο θάνατος του Θανάση Ρεντζή (2025) και η δεύτερη, εκείνη του Ραούλ Βανεγκέμ (2026). Ο πρώτος μού ήταν παραπάνω από οικείος και αγαπητός, καθότι του έκανα δύο φορές κινηματογραφικό αφιέρωμα, πίναμε μαζί τσίπουρα ως νυχτοβάτες κάποιες χειμωνιάτικες βραδιές και επέμενα συνεχώς να προβάλλεται η Βιο-γραφία παρουσία του σκηνοθέτη για επεξηγήσεις, πράξη που έκανα πραγματικότητα με το ελάχιστο των δυνατοτήτων μου (την τελευταία φορά που είδα τον maître στην ετοιμόρροπη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών επί της οδού Πειραιώς μου δώρισε ένα σπάνιο κινηματογραφικό λεξικό στη γαλλική γλώσσα και με ρώτησε για ποιον λόγο φεύγω συνεχώς από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια· στην πρώτη πράξη τον ευχαρίστησα συγκινημένος, στη δεύτερη δεν του απήντησα ποτέ.). Ο δεύτερος μού είναι οικείος μέσα από τα γραπτά του και μόνον, καθότι η μοίρα δεν με άφησε ποτέ να τον συναντήσω εν λευκώ. Εξάσκησε την ελευθεροστομία όσο λίγοι τα τελευταία χρόνια καθώς και τη μαγική πρόζα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πιστεύεις ότι θα πεθάνουν· θα βρίσκονται συνεχώς κάπου ή σε ένα εκεί και θα αποφαίνονται όταν θεωρούν ότι χρειάζεται. Φεύ! Χρωστώ και στους δύο από ένα λουλούδι στο μνήμα τους. Οι νεκροί περιμένουν. Οι ζωντανοί δεν έχουν χρόνο· χρειάζεται να βιαστούν για όλα, και αυτό είναι ένας τρόπος του λέγειν.

 \\

Απο-χωρώ. Αλλά, θα ξαναεπιστρέψω εκεί που δεν ήξερα πώς υπάρχει χώρος για εμένα. Όπως και να ’χει, με όση τρυφερότητα μου επιμένει και διαρκεί από τη σκληρότητά μου, τον χώρο τον κατακτώ· δεν περιμένω κάποιον να μου τον παραχωρήσει.

\\

Στην Αγία μου Αργία, σκάρωσα ένα λεξικό Καρούζου προς τέρψη των αναγνωστών του ποιητού. Ιδού πως διαμορφώνεται:

Ηωκαιάνιες Αλληλουχίες ή Ανύμφευτη Γεωμετρία
Μικρό Λεξικό Νίκου Καρούζου

Άβιον
Αγωνία
Αγάπη
Αγαπισμός
Ακατανόητο
Αλλοσύνη
Ανιδιοκτησία (των ουρανών)
Αφθαρτίζω
Ακόμιστο
Ανονείρευτη
Αμφιλυτρώσεις
Αγέλη-καρδιά
Αγέλη-ματιά
Άγιος της Ασφάλτου (διανθρώπινη μάχη)
Άγιος της Ερήμου (υπερανθρώπινη μάχη)
Απολύτρωση
Αδαμικότητα
Αυτοδυναμική
Ανιδιόκτητη (ζωή)
Ανελλιμένιστη (λατρεία του Είναι)
Ανείπωτο,το
Ακρίτας της απελπισίας (ο ποιητής)
Αιματοστολισμένος (ο Μακρυγιάννης)
Άχραντη (Συντροφικότητα)
Άφωνο
Άναυδο
Απλοανθρώπινη ουσία
Απόλυτο
Άφαντη Αγριότητα
Άγαμο έαρ
Άγιος Μόναξ
Άγιο Επίθετο
Αγριόκηπος
Αδειοσύνη
Αφασία
Ανθοσύνη
Ασύλληφτο
Απαίσιο
Απαρέσκεια
Απαλήθεια
Αφθόνιος
Αληθοσύνη
Άφωνο
Απόλυτο
Ασύνεχο
Απεραντοσύνη
Αχτιδοβόλημα
Αγχιθανής
Αγχίθεος
Αεροβάτης
Αποσυνείδητο
Αστροφάνεια
Άλιος ακίνατος
Απλανέα, τα
Αγριοσύνη
Αστρόβλητος
Αστρογειτονιά
Αστραπόσκαλα
Αιθερόχαρες,το
Απεκθάμβωση
Απελπισμός (ιερός)
Απογύμνωση
Αμφίλοξ
Αχειροποίητη (η απεραντοσύνη)
Απροσπάθεια
Άγιος Πάνθηρας
Αέναη καινοφάνεια
Αμφίλοξ
Αορασία
Απόφλογο
Ακαινοτόμητος
Αιματογονία
Αυτομεμψία
Ασίγαστη Διάρκεια
Αρίφνητη ύπαρξη
Ανόλβιος
Αυτόφωνος του φόνου
Αστροφάνεια
Ασύνορη (δόξα)
Αρίφνητη ύπαρξη
Αμφί-κατάσταση
Αφθόνιος
Αμνοθεϊα (έκπαλγη)
Αφασία,ηρωϊδα

Βασίλεμα,το
Βλεπόμενο,το

Γεωμετρία, ανύμφευτη
Γλώσσα-μήτρα
Γλώσσα-μέγαιρα
Γλωσσικό πεπρωμένο (Εμπερίκος)
Γλωσσοφθόρος (ο Ψυχάρης)
Γυμνό σημείο της ενότητας
(τελική γυμνότητα-γαλήνη)
Γνωρισμός
Γραφειόσαυρος

Διαβολάλωνο
Διαδολόχρονος
Διάνοια-νοσοκομείο
Διανόημα, μεγάλο
Διάπυρος
Διάψυχο
διχαλόψυχος

Εκείνο,το
Εναρθροσύνη
Εαρόβιος
Ελευθερία (σκοταδιακή)
Ερωτοθραύστης
Ενδόφωνο
Ερήμωση
Ερωτοχυσία
Εντοσθιακός
Ενυπνίαση (της υπάρξεως)
Ενότητα (γυμνότητα)
Εκπραγματισμένα (Θείο και Ολόφωτο Μηδέν)
Εξωκρατία
Εκστασιακή (δόμηση της υπάρξεως)
Εκκλησόπηκος
Ενόνειρος
Ερωτοσαρκικός (Καραγάτσης)
Εναστροσύνη
Ευθύαυλος
Επίρρημα-ακορντεόν

Ζούδια
Ζωωδία
Ζώνεκρος
Ζωύφια-δευτερόλεπτα

Ηλιοσύνη
Ηλιοφέγγαρο
Ηλιοφίλητη
Ημιώριο (εκ της Αποκάλυψης)
ηώκαινον

Θαλπωρή-γουρούνα
Θεοσωματικός
Θαμβουργία
Θεοτική ευμηχανία
Θαυμασιότητα (μαβιά)
Θεόπληξ

Ιδεόζωα

Καθιστόζωα
κακόνους
κατερήμωση
Κειμηλίωση του Προσώπου
Καινούργιωμα του Αδάμ
Κρυστάλλωση
Κατασκότεινο
Κόσμαρχος
Κουρελοθάνατος
κυάνωση
Καυσόξυλα-λέξεις
Κινδυνόσχοινο
Κουνουπιέρα-αιτιότητα
Κοσμικό Κλάμα
Κοσμοδρόμια
Κόσμος-μπαλτάς
Κουνουπιέρα-αιτιότητα
λειόκαινον
λεξίθρησκος
λευτερωμός
λεπτόνιο
λευκοπαθής
Λυτρωμός
Λυτρώματα

Ματαιότητα
Μέγα Δωρεάν,το
Μειόκαινον
Μελαγχολία-στύση
Μεταφυσική του αίματος
Μη-θεωρία
Μήπω-τίποτα
Μηχανάκι-συνείδηση
Μυαλό-ανεμόμυλος
μυθοκράτης
μυστηρίωση

Ναυτία,ουράνια
νεκροκολόνια
νεκροπρέπεια
νεκρότοπος
Νόοσφαιρα
Νήστις
Νόστος (ένσαρκος)
νυχτοσύνη

ξεφανερωμένος
ξυλοσοφία/ξυλόσοφος

Όλαιθρος (εαυτός)
Ολιγόκαινον
Ολόκαινον
Ορατό,το
ορατότητα
Ουρανοκτήμων
Οπτασιακή μάχη
Ουρανίζεται (η φύση)
Ουρανόπληχτος
Ουρανίωση (της σάρκας)
Ουρανοδρόμος
Ουρανόσιτος
Ουρανόθεν
Ουρανοχαρής

Παλαιόκαινον
Παγκοσμίωση
Παμβώ Πενήτων
Πανωκατίσματα
Πλαιστόκαινον
Πλήθος Πανσίλυπος
Πολυβότανος (ο Πεντζίκης)
Παπυφίνος
Ποιήματα-εκμαγεία
Πορνοδύτης
Πορνοκόπος
Πορνομύστης
ΠορνΩμέγα
Πραγματικό, το
Προσμονάριοι, οι

Ρημολούλουδο
Ριζορθόδοξος (ο Κόντογλου)

σαρκισμός
σύγκορμος
συναριθμικός
Συνηδηταίνω
Συναιώνιο
συνέρημος
Σύγκοσμο
Συνυπόστατο
Σύθαμπο
Spleenétique
Σπανόψυχος
Σπαραγμένο,το
Σκέψη-σάρκα
Σκέψη-μουτσούνα
Σκοτία
Σκουπιδόψυχοι
Σκυλάδικο, αγέρινο

Τρελόσωστος
Τριαδικότητα-μαστός
Τιμάρια-γυναικάρια

Υλοφροσύνη
Υλόφρονας
Υπέρτερο
Υπεροψία-θηκάρι
Υψηλοσύνη
Υψιπέτεια

φαλλογνωσία
Φαλοπρέπεια
Φαλλοπληξία
φανερόφιλος
Φρικωδία
Φρικίαση
Φιλαμαρτοσύνη
φωτάναμμα

χέρια-ζώο
χέρια-σκέψη
χιμαιρικότητα
Χερουβείμ-Αρουραίος

ψυχόληπτος
Ψυχομέτρι
Ψυχομοναξιά

Ωκαιανόφλεβος
ωραιόκαινον

Homo Democraticus
Homo Graecus
Homo Σάπιος


Ο τίτλος του κειμένου είναι δανεισμένος και παραλλαγμένος από τον στίχο του Νίκου Καρούζου «Ανύμφευτη Γεωμετρία».

*

**