Μπάρα και Γούδα: Τα καλιαρντά και το λεξικό που ανταλλάξαμε

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε φορά που ακούω από τους μεγαλύτερούς μου φίλους, πάνω σε χαλαρές συζητήσεις, να πέφτουν στο τραπέζι λέξεις όπως «μπάρα» και «γούδα», ρωτάω τη σημασία τους. Τους διακόπτω με την αμηχανία του ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε ότι είναι ο μόνος ξένος στο τραπέζι. Εκείνοι με κοιτάζουν με ένα μειδίαμα ανάμεσα σε νοσταλγία και συγκατάβαση, μου εξηγούν πως πρόκειται για το μέγεθος των ανδρικών μορίων και το χαμένο μετρικό τους σύστημα. Αρχίζουν να μου λένε ξανά για τα καλιαρντά.

Και κάθε φορά ο ρυθμός της φωνής τους αλλάζει. Γίνεται πιο γρήγορος, πιο συνωμοτικός. Για τα δικά μου αυτιά οι λέξεις ακούγονται σαν γλωσσικά απολιθώματα, μια ρετρό αναλαμπή μιας εποχής που δεν έζησα. Για εκείνους ήταν το αλφάβητο της επιβίωσής τους.

Η γλώσσα, στους ορισμούς της κοινωνιολογίας, λειτουργεί ως γέφυρα: ο τρόπος που το υποκείμενο συνδέεται με το σύνολο. Τα καλιαρντά έκαναν το αντίθετο. Φτιάχτηκαν για να λειτουργήσουν ως τοίχος — ένας κρυπτογραφημένος κώδικας που υψώθηκε από μια κοινότητα σε καθεστώς παρανομίας, με μοναδικό σκοπό να κρατήσει τον υπόλοιπο κόσμο απ’ έξω.

Η γλωσσολογία έχει όνομα γι’ αυτό. Ο Μάικλ Χάλλιντεϋ τα ονόμασε αντι-γλώσσες: κώδικες που κρατούν άθικτη τη γραμματική της κυρίαρχης γλώσσας και ξαναφτιάχνουν από την αρχή το λεξιλόγιο, ακριβώς στα σημεία όπου η ζωή της αντι-κοινωνίας διαφέρει. Γι’ αυτό και όποιος λέει ότι τα καλιαρντά είναι «απλώς λεξιλόγιο» έχει δίκιο στη μηχανική αλλά άδικο στη λειτουργία: το λεξιλόγιο είναι ακριβώς το σημείο όπου χτίζεται ο τοίχος. Στην ίδια κατηγορία ανήκει το Polari των Βρετανών ομοφυλόφιλων, η lubunca της τουρκικής τρανς κοινότητας, το pajubá των Βραζιλιάνων τραβεστί αλλά και  η γκρυπσέρα των πολωνικών φυλακών. Η γεωγραφία αλλάζει μόνο, γιατί η ανάγκη ήταν πάντα η ίδια.

Και είναι πολύ παλαιότερα απ’ όσο φανταζόμαστε. Δεν είναι η αργκό της μεταπολεμικής πιάτσας: τον Νοέμβριο του 1904 ένα αθηναϊκό περιοδικό της εποχής, το «Πετακτό Κόρτε», δημοσίευσε ολόκληρο ρεπορτάζ με λεξιλόγιό τους. Εξήντα εφτά χρόνια πριν από τον Πετρόπουλο, η γλώσσα ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένη ώστε να την προσέξει ο Τύπος.

Όταν η ίδια σου η ύπαρξη συνιστά ποινικό αδίκημα ή κοινωνική αυτοκτονία, δεν έχεις την πολυτέλεια της διαφάνειας. Δεν τα μιλούσες για να γράψεις ποίηση. Τα μιλούσες στο Ζάππειο —που μέσα στη γλώσσα λεγόταν Ζαρντέν— στην Ομόνοια, στα στενά της Συγγρού και στα φτηνά λουτρά, για να προειδοποιήσεις τον διπλανό σου ότι έρχεται η αστυνομία. Τα μιλούσες για να κανονίσεις τη συνεύρεση και για να κοροϊδέψεις κατάμουτρα τον πελάτη χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.

Δεν είναι τυχαίο ποιοι έφτιαξαν αυτή τη γλώσσα. Δεν γεννήθηκε στα κρυφά σαλόνια των εύπορων ομοφυλόφιλων που μπορούσαν να εξαγοράσουν την ιδιωτικότητά τους. Γεννήθηκε στο πεζοδρόμιο.

Τη σφυρηλάτησαν τα πιο εκτεθειμένα σώματα της εποχής: οι τρανς γυναίκες, οι σεξεργάτες, οι θηλυπρεπείς άντρες που δεν μπορούσαν να κρυφτούν στο φως της μέρας. Άνθρωποι που ο κρατικός μηχανισμός κυνηγούσε ως μιάσματα, που τους συνελάμβανε για «προσβολή της δημοσίας αιδούς», που δεν είχαν κανένα δίχτυ. Μπροστά στην αορατότητα που τους επέβαλε το κράτος, η δημιουργία μιας ολόκληρης γλώσσας ήταν πράξη αντίστασης. Αφού μας αρνείστε τη φωνή, θα φτιάξουμε μια γλώσσα που δεν θα μπορείτε καν να αποκωδικοποιήσετε.

Η αρχιτεκτονική τους είναι από μόνη της αριστούργημα περιθωριακής γλωσσοπλασίας. Ένας γλωσσικός Φρανκενστάιν που δανειζόταν ρίζες από τα τουρκικά, τα ρομανί, τα ιταλικά και τα γαλλικά, τις έβαζε στο μίξερ της αθηναϊκής νύχτας και τους κολλούσε βαρύγδουπες, συχνά θηλυκές καταλήξεις.

Και η ιεραρχία των δανείων δεν είναι αυτή που νομίζουμε. Τα γαλλικά και τα ιταλικά είναι το βερνίκι. Ο σκελετός είναι η ρομανί. Το «μπουτ» για το «πολύ», το «ντικ» για το «κοίτα, πρόσεχε», το «λατσός» για το καλό — όλα ρομανί.

Η ίδια η λέξη «καλιαρντά» έχει δύο υποψήφιες καταγωγές, και η επιλογή ανάμεσά τους δεν είναι ουδέτερη. Ο Πετρόπουλος την παράγει από το γαλλικό gaillard, τον εύθυμο, τον τολμηρό. Η άλλη ερμηνεία, που κερδίζει έδαφος από τη δεκαετία του ’80 και μετά, τη φέρνει από το ρομανί kaljardo, τον μαυρισμένο.

Και δεν πρόκειται για μεμονωμένη αστοχία. Το ίδιο κάνει ο Πετρόπουλος με τις περισσότερες λέξεις ρομανικής προέλευσης: τις ετυμολογεί λάθος ή τις γράφει «αγνώστου ετύμου». Μάντεψε προς τα γαλλικά, δηλαδή προς το κύρος, αντί για τη γλώσσα ενός άλλου κυνηγημένου λαού. Το πρώτο βήμα της αφομοίωσης δεν το κάναμε εμείς στη δεκαετία του 2010. Υπάρχει ήδη τυπωμένο μέσα στο ίδιο το βιβλίο που έσωσε τη γλώσσα.

Γιατί τα καλιαρντά δεν δανείστηκαν από ψηλά. Δανείστηκαν πλάγια, από τα λουμπινίστικα των ιεροδούλων, που είχαν κι εκείνα ρομανική βάση και πέρασαν στη γλώσσα μέσα από τα πορνεία, όπου δούλευαν ομοφυλόφιλοι ως βοηθοί. Τρία περιθώρια που αντάλλασσαν λεξιλόγιο επειδή κανένα δεν είχε πρόσβαση στο κέντρο.

Και όταν ο τοίχος ράγισε, έχτισαν δεύτερο. Μόλις άρχισαν οι απέξω να καταλαβαίνουν, οι ομιλητές παραμόρφωσαν ξανά τις λέξεις τους σε μια ακόμα πιο κρυπτογραφημένη εκδοχή: τα Ντούρα Λιάρντα, δηλαδή «σκληρά καλιαρντά». Την αποκαλούσαν και «ετρουσκικά», για το πόσο ακατανόητη ήταν — «αβέλεις ετρούσκα;» ρωτούσε ο ένας τον άλλον, μιλάς ετρουσκικά;

Ο μηχανισμός δεν ήταν μόνο πρακτικός. Τα καλιαρντά έσταζαν camp, ειρωνεία και δράμα, και το χιούμορ τους ήταν μηχανισμός διαχείρισης του τραύματος σε πραγματικό χρόνο. Όταν η αστυνομία σε δέρνει και σε σέρνει στο τμήμα, το να την αποκαλείς με γελοίους, θηλυκοποιημένους όρους μέσα σε μια διάλεκτο που οι αστυνομικοί αγνοούν είναι τρόπος να τους απογυμνώσεις από την εξουσία τους. Μετατρέπεις τον τρόμο σε σάτιρα. Τα καλιαρντά ήταν το αναισθητικό του δρόμου.

Και εδώ κρύβεται η ειρωνεία της αφομοίωσης. Πολλές από αυτές τις λέξεις ξέφυγαν από το περιθώριο και πέρασαν αυτούσιες στην καθομιλουμένη των στρέιτ. Σήμερα άνθρωποι που θα σταύρωναν έναν θηλυπρεπή γκέι άντρα χρησιμοποιούν καθημερινά το δικό του λεξιλόγιο. Το «τεκνό», το «σούργελο», η «κατίνα», το ρήμα «ψωνίζομαι» έγιναν κτήμα του κυρίαρχου λόγου, ο οποίος αγνοεί πλήρως την queer καταγωγή τους. Ακόμα και το «μουσαντένιο» πέναλτι που ακούγεται κάθε Κυριακή στα γήπεδα υπάρχει στα καλιαρντά του Πετρόπουλου, ως «μουσαντό». Η κανονικότητα έκλεψε τη γλώσσα μας και ξέχασε να μας δώσει τα πνευματικά δικαιώματα.

Το σύστημα, βέβαια, πάντα φοβόταν. Το κράτος απεχθάνεται ό,τι δεν μπορεί να διαβάσει και να ελέγξει. Μια μειονότητα με δική της γλώσσα δεν είναι πια ένα άθροισμα σκόρπιων αποκλίσεων. Είναι λαός. Γι’ αυτό και δεν περίμενε κανέναν λαογράφο. Ήδη από τη δεκαετία του ’30 η αστυνομία είχε καταγράψει δικό της γλωσσάρι καλιαρντών, για να μπορεί να ακούει.

Το 1971 ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο πεισματάρης λαογράφος του ελληνικού περιθωρίου, τόλμησε να καταγράψει αυτή την προφορική παράδοση δημόσια. Το λεξικό του, με πάνω από τρεις χιλιάδες λέξεις τυπωμένες στο χαρτί, διέλυε τον μύθο της καθαρής ελληνοχριστιανικής κοινωνίας — και είχε και πρόλογο που έβαζε στο στόχαστρο τους μικροαστούς, τις Ελληνίδες μητέρες και τη χούντα της 21ης Απριλίου.

Η δίωξη αποφασίστηκε τη μέρα που κυκλοφόρησε το βιβλίο. Στη δίκη κατέθεσε υπέρ του μια ολόκληρη στρατιά διανοουμένων και καλλιτεχνών, από τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο ώς τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και ο πρόεδρος βρήκε τη διέξοδο: για να απαλλάξει τη χούντα από το όνειδος μιας καταφανώς πολιτικής δίκης, καταδίκασε τον Πετρόπουλο ως πορνογράφο.

Δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ομολογία. Το κράτος ήξερε ότι δίκαζε μια γλώσσα, και χρειάστηκε να το κρύψει ακόμα και από τον εαυτό του.

Και η τελευταία καταγραφή δεν έγινε από λαογράφο. Την έκανε η Πάολα Ρεβενιώτη, γυρίζοντας ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ με ομιλητές που ζούσαν ακόμα: πρόσωπα, φωνές, χειρονομίες, όλα όσα δεν χωράνε σε λήμμα. Η ίδια είχε προλάβει τη γλώσσα στη δύση της, τη δεκαετία του ’80, στον κήπο του Ζαππείου και στην πιάτσα. Το πρώτο αρχείο το κράτησε κάποιος απ’ έξω. Το τελευταίο, κάποια από μέσα.

Σήμερα, μισό αιώνα μετά, τα καλιαρντά πεθαίνουν. Και το πιο πικρό δεν είναι το τέλος τους. Δεν πεθαίνουν επειδή μας ανάγκασαν να τα ξεχάσουμε. Πεθαίνουν επειδή τα ανταλλάξαμε οικειοθελώς στο τελωνείο της αφομοίωσης.

Καθώς η κοινότητα έβγαινε στο φως και διεκδικούσε σωστά και επιβεβλημένα τη θεσμική της ισότητα, ο νόμος της ορατότητας άλλαξε τους κανόνες. Αν θες να ψηφιστεί ο γάμος σου, αν θες να γίνεις το κομμάτι του ροζ κεφαλαίου που αγοράζει διαμερίσματα, δεν μπορείς να μιλάς την κρυφή διάλεκτο του πεζοδρομίου. Πρέπει να μιλήσεις τη γλώσσα της κανονικότητας. Ο κώδικας προστασίας μάς έγινε άχρηστος από τη στιγμή που αποφασίσαμε ότι δεν θέλουμε να προστατευτούμε από το κέντρο, αλλά να μετακομίσουμε μέσα του.

Η γλώσσα όμως απεχθάνεται το κενό. Το λεξιλόγιο που πετάξαμε έπρεπε να αντικατασταθεί, και έτσι εισαγάγαμε μαζικά το αγγλοσαξονικό λεξιλόγιο. Αντί για τους εγχώριους, ιστορικούς και συχνά αυτοσαρκαστικούς όρους, υιοθετήσαμε το bottom, το top, το vers, το masc.

Η μετατόπιση αυτή είναι η καθαρότερη απόδειξη της ταξικής μας μετάλλαξης. Τα καλιαρντά μύριζαν ιδρώτα και άσφαλτο. Τα αγγλικά δάνεια μυρίζουν συνέδριο και εταιρική παρουσίαση. Θάβοντας τη διάλεκτό μας, απολυμάναμε την ιστορία μας.

Είναι αλήθεια ότι τα καλιαρντά δεν ήταν ηθικά τέλεια γλώσσα. Έφεραν μαζί τους ιεραρχίες, μισογυνισμό και τα εσωτερικευμένα στίγματα της εποχής τους. Αλλά καμία γλώσσα του περιθωρίου δεν δημιουργείται για να είναι ηθικά τέλεια. Δημιουργείται για να κρατήσει ανθρώπους ζωντανούς μέχρι το επόμενο ξημέρωμα.

Κάθε φορά, λοιπόν, που οι μεγαλύτεροι φίλοι μου ρίχνουν στο τραπέζι αυτές τις λέξεις, δε γελάω πια. Αντί για γραφικούς ανθρώπους που ξέμειναν σε ένα γλωσσικό παρελθόν, βλέπω τους τελευταίους φυσικούς ομιλητές μιας μητρικής γλώσσας που καταδικάστηκε σε εξαφάνιση από τα ίδια της τα παιδιά.

Μου υπενθυμίζουν, με τον πιο απτό τρόπο, ότι ο άνετος χώρος που καταλαμβάνω εγώ σήμερα στο μπαρ, μιλώντας με τη φωνή στο κανονικό της ύψος, δεν μου χαρίστηκε. Σκάφτηκε μέσα στο σκοτάδι, από ανθρώπους που αναγκάστηκαν να επινοήσουν ένα ολόκληρο παράλληλο λεξικό για να μπορούν να ζουν τις ζωές τους  χωρίς να τους συλλάβουν.

Την επόμενη φορά που θα ακούσω μια άγνωστη λέξη με περίεργη κατάληξη να πετάγεται ανάμεσα στα ποτά μας, δεν θα ρωτήσω τη μετάφρασή της. Θα ακούσω την ηχώ μιας γλώσσας που δεν μας την πήραν. Τη δώσαμε.

*

*