του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
1
Στην κηδεία του πατέρα μου δεν έκλαψα. Κάποιοι με κοίταζαν παράξενα. Ίσως στα μάτια τους να φαινόμουν ασυγχώρητα απαθής. Ειδικά το βλέμμα του αδελφού μου ήταν επίμονο, επικριτικό, σα να ζητούσε εξηγήσεις. Ακόμα πιο αιχμηρό ήταν το βλέμμα της γυναίκας του. Όπως σε όλα τα επεισόδια της ζωής τους, έτσι και στην κηδεία του πατέρα ήταν απόλυτα συντονισμένοι. Τα δάκρυά τους δεν με έπειθαν – είχα τους λόγους μου. Ντυμένοι με τα ανάλαφρα καλοκαιρινά συνολάκια τους με κοίταζαν αφ’ υψηλού, προετοιμάζοντας την κοινή ετυμηγορία τους. Η παρουσία τους μου ήταν κατά βάθος αδιάφορη. Το βλέμμα τους δεν είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Τους περιφρονούσα όσο και εκείνοι εμένα.
Είχα χρόνια να μπω σε νεκροταφείο. Περίμενα κάποια αναστάτωση, μια υποψία σπαραγμού. Τελικά καμία αντίδραση. Ήταν και η κάψα που δοκίμαζε τις αντοχές μου. Έβραζε ο τόπος. Με μάτια μισόκλειστα από το σκληρό κίτρινο φως έβλεπα γύρω μου μάρμαρα, καντήλια, φωτογραφίες. Θυμήθηκα πρόσωπα συγγενών που είχαν πεθάνει. Θυμήθηκα χαμόγελα ειρωνικά, λόγια πικρά, παρεξηγήσεις και αντιπάθειες. Δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε έναν συγγενή με νοσταλγία και τρυφερότητα. Με κανέναν δεν μπορέσα να δημιουργήσω δεσμούς καθαρούς και άδολους. Το ίδιο και με τον πατέρα. Αλλά τι σημασία είχαν όλα αυτά; Πεθαίνουμε και όλα σβήνουν και χάνονται. Απρόσμενα γαληνεμένος και διαυγής, ένοιωσα να παίρνω τη σωστή απόσταση από το δράμα της ζωής και του θανάτου. Δεν είχα αυταπάτες. Δάκρυα, λυγμοί, οδυρμοί: τίποτα δεν ωφελεί, κανένας δεν γλυτώνει. Εξ ορισμού τα νεκροταφεία είναι τόποι στοχασμού ή θα έπρεπε να είναι. Εκεί μέσα βλέπεις πως όλα καταλήγουν στο μηδέν, πως η ζωή μας παραμένει σύντομη και μάταιη, και πρέπει τουλάχιστον να βρούμε το θάρρος να το παραδεχτούμε και να θέσουμε στον εαυτό μας τα σωστά ερωτήματα.
Με εξαίρεση κάποιες παρεκτροπές του αδελφού μου, η κηδεία ήταν ήσυχη, υποδειγματική. Ακόμα και η μάνα μου ήταν ανεξήγητα συγκρατημένη. Μέσα στην εκκλησία το τελετουργικό είχε κυλήσει ομαλά, ελαφρώς αμήχανα. Πιο αμήχανες ήταν οι στιγμές όταν δίπλα στη μάνα μου περίμενα να μας συλλυπηθούν πρόσωπα γνωστά και άγνωστα. Με ασπάστηκαν άνθρωποι που έβλεπα για πρώτη φορά και δεν γνώριζα τι σχέση είχαν με τον πατέρα. Ο αδελφός μου δήλωνε σε όλους τις ευχαριστίες του για την παρουσία τους στην κηδεία. Τους κοίταζα σιωπηλός – έδειχναν πιο θλιμμένοι από μένα. Η υπόλοιπη διαδικασία μου φάνηκε πολύ σύντομη, βιαστική. Η ταχύτητα του νεκροθάφτη να κλείσει τον λάκκο ήταν εντυπωσιακή – απάνθρωπη η ζέστη, δεν ήταν για να κάθεσαι κάτω απ’ τον ήλιο.
Βγαίνοντας από το νεκροταφείο η μάνα μου εξακολουθούσε να είναι ανεξήγητα ήρεμη. Ο αδελφός μου, όμως, ήταν αναστατωμένος. Κάποιο θέμα τον είχε ενοχλήσει αλλά δεν είχα όρεξη για κουβέντες μαζί του. Στο δικό μου μυαλό στριφογύριζαν παλιά ερωτήματα, ξεχασμένα μέσα στην κραιπάλη και τον αυτοματισμό της καθημερινής συνήθειας. Πώς να μεταφράσεις σε μάθημα ζωής τη γνώση του θανάτου; Πώς να διαχειριστείς την αναμονή; Να ξεχνάς ή να θυμάσαι; Δεν είχα πρόχειρες απαντήσεις αλλά αυτά τα ερωτήματα άρχισαν να με απασχολούσαν για μια ακόμα φορά όπως με είχαν απασχολήσει κατά καιρούς στη διάρκεια της ζωής μου.
Ρίχνοντας επιλεκτικές ματιές σε όσα είχαν γίνει στην κηδεία συνειδητοποίησα την αιτία της αναστάτωσης του αδελφού μου: η προσέλευση συγγενών και γνωστών ήταν μικρή, μικρότερη απ’ όση περιμέναμε. Ίσως ο καύσωνας να εξηγούσε ένα μέρος αυτού του γεγονότος – ή μπορεί να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που αγνοούσαμε. Προσωπικά δεν με ενόχλησε, ούτε και από τη μάνα μου άκουσα κάποιο σχόλιο δυσαρέσκειας. Ο αδερφός μου όμως ήταν φανερά ενοχλημένος και ίσως γι’ αυτό λίγο αργότερα, στην αίθουσα όπου συγκεντρωθήκαμε για τον καφέ της παρηγοριάς, είχε μια αντιπαράθεση με κάποιον σχετικά με τον μικρό αριθμό ανθρώπων που είχαν έρθει για να πουν το τελευταίο αντίο στον πατέρα. Ακούστηκαν πράγματα περίεργα, αναφορές σε γεγονότα που αγνοούσα, αιχμές και υπόνοιες για το επαγγελματικό παρελθόν του πατέρα και την παρασκηνιακή του δράση στο δικαστικό σώμα. Για μένα δεν είχαν απολύτως καμία σημασία. Ο πατέρας είχε πεθάνει, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου παρέμενε άλυτο και μερικές δεκάδες άνθρωποι απολαμβάναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας ήρεμα πότε για θέματα της επικαιρότητας και πότε για τον καιρό – τρεμούλιαζε η ατμόσφαιρα από την κάψα του Αυγούστου και οι ταφόπλακες έμοιαζαν να αχνοσαλεύουν. (περισσότερα…)