Day: 29.10.2026

Ο Σουηδός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στον Γιώργο Λογοθέτη

Αν έμενα στο χωριό, έπρεπε να σκοτώσω τον φονιά του πατέρα μου. Δεν μ’ άρεσαν τα φονικά, δεν μ’ άρεσε να σκοτώνω. Ούτε μυρμήγκι – όχι άνθρωπο! Έτρεξε αίμα, πολύ αίμα στα παιδικά μου χρόνια∙ τα ’βαψε κόκκινα. Έπεσε πένθος, πολύ πένθος∙ τα ’βαψε μαύρα, όπως το μαντήλι της μάνας μου, που το φόραγε σαν σημαία, σαν παντιέρα του θανάτου στο κεφάλι της.

Το χωριό δεν συγχωρούσε δειλία. Οι δρόμοι του ήταν στενοί, οι κανόνες στενότεροι: αίμα για αίμα, όνομα για όνομα. Κάθε πέτρα ήξερε την ιστορία μου, κάθε πόρτα την ψιθύριζε όταν περνούσα.

Ο φονιάς ζούσε δίπλα μας, λίγα σπίτια πιο κάτω, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πότιζε τα χωράφια του τ’ απογεύματα, χαιρετούσε τους γείτονες, έδενε το γαϊδούρι του στην σκιά. Κι εγώ μεγάλωνα με την μορφή του καρφωμένη μέσα μου: μεγάλη, σκοτεινή, βαριά, με χέρια που μύριζαν αίμα και σίδερο.

Η μάνα δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Μόνο έσφιγγε το μαντήλι της και κατάπινε έναν κόμπο στον λαιμό της με κόπο. Άλλες φορές, με κοιτούσε με μάτια που ζητούσαν εκδίκηση. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

Μια μέρα μ’ έπιασε στην μέση της αυλής, μ’ άρπαξε απ’ τους ώμους και με τράνταζε σαν δεντράκι να με ξεριζώσει. Και με ξερίζωσε. Πήρα των ομματιών μου και ξενιτεύτηκα. Δεν μπορούσα να της δώσω την εκδίκηση που ζητούσε.

Ήμουν μόνον είκοσι χρονών κι ερωτευμένος. Αγαπούσα, αγαπούσα πολύ μια κοπέλα. Κι όταν αγαπάς μια κοπέλα και μάλιστα πολύ, αγαπάς κι όλο τον κόσμο, όπως το λέει το τραγούδι: «Αγαπώ κι όλο τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί».

Ο θάνατος και ο έρωτας φτερουγίζανε μέσα μου σαν πουλιά και μαλώνανε: ένα κοράκι κι ένα περιστέρι. Το κοράκι κράταγε στο ράμφος του την καρδιά του πατέρα –μαύρη, κατάμαυρη– που ακόμα πάλλονταν σαν να μου γύρευε εκδίκηση. Το περιστέρι κράταγε στα νύχια του την καρδιά μου –κόκκινη, κατακόκκινη– που κι εκείνη πάλλονταν λες και μου γύρευε ειρήνη. Ειρήνη με όλα: με τον φονιά, με τους πεθαμένους και τους ζωντανούς, που έμοιαζαν πλέον σαν τους πεθαμένους.

Μεγάλωσα στην Κατοχή. Είδαν πολλά τα μάτια μου: Ιταλούς να ληστεύουν σπίτια, Γερμανούς να σκοτώνουν ανθρώπους, Έλληνες να γίνονται καταδότες. Κι είδα κι αλλιώς τα πράγματα: Ιταλούς να μας δίνουν ψωμί, Γερμανούς να γλιτώνουν παιδιά, Έλληνες που ήτανε πατριώτες. Δεν έλεγε τίποτα το «Ιταλός, Γερμανός, Έλληνας» από μόνο του, χρειάζονταν και η πράξη για να βγάλεις το συμπέρασμα, αν ήταν άνθρωπος αυτός μπροστά σου ή τέρας.

Πολλά τέρατα παρίσταναν τους ανθρώπους τότε –όπως γίνεται και τώρα φυσικά– και πολλοί άνθρωποι παρίσταναν τα τέρατα, για να γλιτώσουν απ’ τ’ αληθινά. Ήταν μπερδεμένη εποχή, όπως κάθε εποχή που γίνονται ανακατατάξεις. Μια δίνη στροβίλιζε τα πάντα μέσα της και τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον στροβιλισμό.

Έτσι φτάσαμε στον Εμφύλιο: αδερφός να σκοτώνει αδερφό. Γίναν αίσχη εκείνο τον καιρό – κι απ’ τις δύο πλευρές. Όταν παίρνει φωτιά το δάσος, δεν καίγεται μόνον η μία πλευρά ούτε μόνον ένα είδος δέντρου. Ο άνεμος αλλάζει συνεχώς την φορά του. Κι ένα φλεγόμενο κουκουνάρι μπορεί να εκτινάξει την φλόγα πολύ μακριά. Άνθρωποι αποτεφρώνονται στην στιγμή και χωριά ολόκληρα εξαφανίζονται απ’ τον χάρτη. Εγκλωβισμένα ζωάκια γίνονται στάχτη, και στ’ αποκαΐδια θρηνούν καψαλισμένα πουλιά.

Μετά τους κατακτητές –ή μετά τους εμπρηστές– καταφθάνουν οι καταπατητές. Το ίδιο στην πυρκαγιά, το ίδιο και στον πόλεμο. Στήνουν φαγοπότι τ’ ανθρώπινα κοράκια. Έτσι γίνηκε τότε, έτσι γίνεται τώρα, έτσι θα γίνεται πάντα.

Όσοι λένε πως ο κόσμος αυτός θ’ αλλάξει είναι ανίδεοι, τ’ αυριανά θύματα της επερχόμενης πυρκαγιάς, του καινούργιου πολέμου, του νέου εμφυλίου. Όμως υπάρχουν και παιδιά. Κι όσο υπάρχουν και σχολεία, κάτι πρέπει να λένε. Σαν έκθεση ιδεών μού φαίνονται όλα αυτά τα γλυκανάλατα περί καλύτερου κόσμου. Αλλά, καμιά φορά, συμβαίνουν απίστευτα πράγματα, τόσο τρομερά και πρωτόγνωρα, που αίφνης νομίζεις πως κάτι θ’ αλλάξει. (περισσότερα…)