Day: 30.10.2026

Ο πολιτικός Σωτήρης Δημητρίου [1/3]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

40 χρόνια Σωτήρης Δημητρίου: Μια ιστορία παρανάγνωσης

Ο Σωτήρης Δημητρίου ξεχώρισε στη Μεταπολίτευση για τους αποκλίνοντες ψυχικά και σεξουαλικά διηγηματικούς του τύπους και την πρωτοποριακή στα πλαίσια της περιόδου εισαγωγή του στην αφήγηση του ηπειρώτικου ιδιώματος.[1] Ελκύοντας αυξανόμενα την πανεπιστημιακή έρευνα σε διεθνή περιοδικά με κριτές, με συλλογικό επιστέγασμα τον πρώτο σύμμεικτο τόμο που εξεδόθη πρόσφατα για το σύνολο της εργογραφίας του,[2] έχοντας περαιτέρω απασχολήσει σωρευτικά το ενδιαφέρον της περιοδικής κριτικής άμα τη εκδόσει του βιβλίου του Ουρανός απ’ άλλους τόπους (2021),[3] το οποίο, εκτός από το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, οδήγησε και στη συγκαταβατική αποδοχή του από κύκλους που τον αντιμετώπιζαν πρότερα με κριτική αμφιθυμία, ο Δημητρίου τιμήθηκε επίσης από την Περιφέρεια Θεσσαλίας με το βαρυσήμαντο Βραβείο Παπαδιαμάντη (2025), το οποίο συμπίπτει με την τεσσαρακονταετή παρουσία του στα ελληνικά γράμματα, η οποία, επιπλέον, διασταυρώνεται με τα εικαστικά, το θέατρο και τον κινηματογράφο κατά τρόπο που δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο σύγχρονο λογοτέχνη.

Παρά ταύτα, και σε αντίθεση με την κριτική επιτυχία του Ουρανού απ’ άλλους τόπους,  το τελευταίο αφήγημά του, με τίτλο Αντιπαθητικές λέξεις (2024),[4] όπως και η αμέσως προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του, Μια Μαρίνα Τζάφου (2023),[5] δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κριτική, ενώ οι υπάρχουσες γι’ αυτό αναγνώσεις περιορίζονται σε ευσύνοπτες παρουσιάσεις, χωρίς να θίγουν το ευκρινές πολιτικό του σκέλος.[6]

Ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρεί τα διηγηματικά και τα αφηγηματικά του βιβλία υποτιμημένα σε σχέση με τα μυθιστορηματικά του έργα,[7] ενώ νύξεις σε ατυχείς κριτικές που έχει δεχτεί απαντούν συχνά στο έργο και σε συνεντεύξεις του,[8] γεγονός που καλεί ευκρινώς όχι μόνο στην ανάδειξη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ειδολογικών κατηγοριών που διαχρονικά υπηρετεί, αλλά και σε μια ολιστική προσέγγιση της λογοτεχνικής του παραγωγής, η οποία, όπως επιθυμώ να καταδείξω, συγκροτεί ένα ενιαίο ερμηνευτικό πεδίο με αλληλεξαρτώμενους ψυχικούς, γλωσσικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς, πολιτικούς και υπαρξιακούς τόπους.

Κριτικές και γραμματολογικές προσεγγίσεις στο έργο του Δημητρίου περιορίζουν ενίοτε την ερμηνευτική του εμβέλεια σε «ηθογραφική καταγραφή» και «νατουραλιστική περιγραφή», πέρα από την οποία «δεν υπάρχει τίποτε άλλο» (Κοτζιά 1990),[9] υιοθετώντας μια τυπολογική κριτική γλώσσα, απογυμνωμένη από ερμηνευτική διάθεση, ή ακόμα σε «νεοηθογραφία»[10] ή και «ηθογραφία»,[11] κατηγορία που αποτυγχάνει να περιλάβει τη διειδολογική προσέγγιση του Δημητρίου (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, σατιρικό αφήγημα), αφενός, αφετέρου τη λειτουργικότητα της δημώδους γλώσσας και παράδοσης ακόμα και στα μη θεματικά αντλημένα από την ελληνική ύπαιθρο ή/και γραμμένα (και) στην Κοινή έργα του.[12] Συναφώς, το έργο του Δημητρίου κατηγοριοποιείται γραμματολογικά στον «νατουραλισμό», με τους διηγηματικούς του ήρωες να εκπίπτουν απλώς σε «εκδήλωση του απόλυτου κακού»[13] ή σε «εξατομικευμένο νεορεαλισμό»[14] και ατομικιστικό εγκλεισμό «μπροστά στα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα»,[15] τη στιγμή ακριβώς που τα εκπορθεί σωρευτικά.[16] Τόσο ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός όσο και η ηθογραφία, με αναφορά σε προσδιορισμένα ιστορικώς αισθητικά ρεύματα και παγιωμένες στην εποχή τους αρχές, αποτυγχάνουν, περαιτέρω, να περιλάβουν ερμηνευτικά  τον μεταλογοτεχνικό στοχασμό του Δημητρίου, που είναι κυρίαρχος τόσο στα αφηγήματα όσο και σε διηγηματικές του συλλογές, αποστρέφοντας το πρόσωπο στην αναπαράσταση και την αληθοφάνεια με τεχνικές κατεξοχήν μεταμοντέρνες, που οι ως άνω γραμματολογικές κατηγορίες προϋποθέτουν.

Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί πως η «τοπικότητα» στον Δημητρίου δηλοί μια «μετακίνηση από την εθνική κοινότητα στην τοπική κοινότητα […] χωρίς άμεσες αναγωγές σε κάποια οριοθετημένη εθνική ιδιοπροσωπία»,[17] παραβλέποντας τη συγκλονιστική παρέμβαση του πεζογράφου στο θέμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, όπως και της Βορείου Ηπείρου, ως μείζονα συμβολή σε καταρχήν εθνικά ιστορικά ζητήματα, με κέντρο αναφοράς την ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα και τη συνταρακτική μετοχή της στο ιστορικό χωνευτήρι του 20ού αιώνα: «Για τούτη την πατρίδα, μαύρη μου, γιόμισαν τους λάκκους νιες και νιοι, γυναίκες και παιδιά».[18]

Στις αφηγήσεις της Αλέξως το έθνος, με αναφορά στην εμφυλιακή έριδα, προσδιορίζεται, μάλιστα, από τον Δημητρίου στη βάση μιας όμαιμης υλικοσυμβολικής συνθήκης («Το μαύρο το αίμα το δικό μας, μας πήραν την μάνα, μας πήραν και το βιο»[19]). Από τις ανωτέρω κριτικο-γραμματολογικές διατυπώσεις εκφεύγει ακόμη η σατιρική προσέγγιση του Δημητρίου στα αφηγήματα Η σιωπή του ξερόχορτου (2011),[20] Κοντά στην κοιλιά (2014)[21] και Αντιπαθητικές λέξεις (2024), όπου το έθνος, ως θέμα και ως διατύπωση, επανέρχεται αναπολόγητα, προσδιορίζοντας επαγωγικά τον συλλογικό ορίζοντα της νεοελληνικής κατάστασης στον 21ο αιώνα.

Περαιτέρω, η ευαισθησία με την οποία ο πεζογράφος παρέστησε διαχρονικά στα βιβλία του ανθρώπινους τύπους όπως μετανάστες, οδοκαθαριστές, γυναίκες ή ομοφυλοφίλους, όπως και η οξύτατη κριτική του απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού και ευρύτερα κοινωνικών διακρίσεων εντός της ελληνικής κοινωνίας προσδιόρισαν σχεδόν αποκλειστικά την ακαδημαϊκή, αλλά και τη διακαλλιτεχνική του πρόσληψη, ως επίσης και τη μεταφραστική του τύχη, κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στη σύνθετη από μέρους του πραγμάτευση κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και εν γένει της σύγχρονης ιστορικής πορείας της Ελλάδας, απέναντι στην οποία λαμβάνει τολμηρό λόγο και θέση.[22]

Η μεγάλη διάχυση της οποίας έτυχε ειδικά η κριτική του μεταναστευτικού φαινομένου στο έργο του, κατά τρόπο που αποκλείει τη συμπερίληψη και άλλων θεματικών και ιστορικογενών και ιδιοσυγκρασιακών του πυρήνων, θα μπορούσε να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην κινηματογραφική μεταφορά μέρους του μυθιστορήματός του Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (1993) από τον διεθνούς φήμη σκηνοθέτη Σωτήρη Γκορίτσα με τίτλο Απ’ το χιόνι (1993).[23] Η ταινία, όντας η πρώτη του μεγάλου μήκους, συνιστά τομή στη φιλμογραφία του Γκορίτσα, αλλά και του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε παράλληλα η πρώτη χρονολογικά μεγάλου μήκους ταινία που έθιξε το θέμα της μετανάστευσης από την Αλβανία[24] και απέσπασε, ανάμεσα σε άλλα, το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το αντίστοιχο Licorne d’Or στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αμιέν, ενώ προβλήθηκε στο περίφημο τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών «La Quinzaine des Réalisateurs» το 1994.

Η ταινία βασίστηκε, ωστόσο, μόνο στο τρίτο από τα τρία συνολικά μέρη του μυθιστορήματος του Δημητρίου, αποσυνδέοντάς το από τις αφηγήσεις της Κατοχής και της βάναυσης καταπίεσης των δικαιωμάτων των Ηπειρωτών στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα, μετατοπίζοντας το βάρος από το ιστορικό καθεστώς των (Βορειο)Ηπειρωτών στο συγχρονικό ζήτημα της μεταναστευτικής κρίσης του ’90. Απέναντι δε στον κατηγορηματικό από μέρους του ήρωα του Δημητρίου Σπετίμ αυτοπροσδιορισμό του ως Έλληνα,[25] όπου οι «άλλοι» και ριζικά διάφοροι απέναντι στους οποίους εγείρει τον εαυτό του είναι οι Αλβανοί,[26] στον Γκορίτσα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών παρουσιάζεται ως υβριδική.[27] Τεκμηριώνοντας την ελευθερία που έλαβε ο σκηνοθέτης στη γραφή του σεναρίου, ο ίδιος δηλοί πως αυτή βασίστηκε μεν στο βιβλίο του Δημητρίου, αλλά εμβολιάστηκε από τη δική του οπτική στο μεταναστευτικό φαινόμενο και σχετικές μαρτυρίες που έλαβε στη βάση προσωπικής έρευνας: (περισσότερα…)