Όταν ο Μωρράς πρόδωσε τον Μωρράς

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Η αναβάπτιση στην κλασική Ελλάδα, με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896, δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο στην ζωή του Charles Maurras (20 Απριλίου 1868 – 16 Νοεμβρίου 1952), ούτε παρένθεση που θα έκλεινε γρήγορα. Η αρχαία Αθήνα αποτέλεσε την πηγή των ιδεών που θα δομούσαν την σκέψη του σε όλη του την ζωή: λατρεία του Λόγου και της Ομορφιάς, πίστη σε μιαν ιεραρχική πολιτική και κοινωνική τάξη, αφοσίωση στην ενότητα, την διάρκεια και την συνέχεια όπως αυτές ενσαρκώνονται στην Αθήνα και την Ρώμη.

Ο εικοσιοκτάχρονος Μωρράς, που έφθασε στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Gazette de France («σαν να πηγαίνεις σε ερωτικό ραντεβού», θυμάται αργότερα πως του είχε πει ένας ποιητής), ανακάλυψε στην πόλη της Αθηνάς την υπέρτατη έκφραση της ομορφιάς σε αισθητικό επίπεδο και της λογικής σε φιλοσοφικό. Ξεκινώντας από εδώ ο κατοπινός ηγέτης της Action Française, συνέλαβε πώς μέσω της πατρίδας του Προβηγκίας, η γαλλική ιδιοφυΐα γονιμοποιήθηκε από την ελληνική κληρονομιά, την οποία, μέσω αυτής της επιρροής, ο γόνος του Μαρτίγκ θα υμνεί και θα απολαμβάνει διά βίου.

«Όποιος δεν έχει νιώσει σαν δροσερό χάδι στο πρόσωπό του το αεράκι που έρχεται από την θάλασσα, όποιος δεν έχει περπατήσει κάτω από το ζεστό φως του Νότου, όποιον δεν νανούρισε το ρεφρέν των τζιτζικιών, στην σκιά των ελαιόδεντρων, όποιος δεν γνώρισε τα χωριά της Προβηγκίας τα τυλιγμένα από τις λεβάντες και τις πικροδάφνες, όποιος δεν άκουσε την μελωδική προφορά των ντόπιων την ώρα του πίνουν παστίς, στην πλατεία όπου υψώνεται το καμπαναριό, όποιος δεν μπορεί να νιώσει αυτήν την γαλήνια ευθυμία δεν θα μπορέσει να καταλάβει τον Σαρλ Μωρράς. Γιατί ο Μωρράς ήταν, πάνω απ’ όλα, ένας Προβηγκιανός»,

όπως έγραψε ο Robin Touillon («Charles Maurras:  De la poésie au royalisme». Philitt, 10-5-2018).

Αυτό που ο Μωρράς λάτρευε στον κλασικισμό είναι η καθολική του εμβέλεια. Βρήκε σε αυτόν την πληρέστερη έκφραση του ανθρώπινου όντος, τον τόνο που κάνει όλες τις χορδές της ψυχής να δονούνται ομόφωνα.

«Ποτέ μην πιστεύετε τα φτωχά μυαλά που κατηγορούν είτε την υψηλή φιλοσοφία είτε την μεγάλη ποίηση για ψυχρότητα και ξηρασία. Να θεωρείτε τρελό όποιον αρνείται να καταλάβει ή διστάζει να νιώσει πώς εκεί, και όχι αλλού, χτυπάει η καρδιά του κόσμου και η αγάπη του φλέγεται» («Sans la muraille des cyprès»).

Η αγάπη του για την Ελλάδα, την Ρώμη, τον γαλλικό πολιτισμό, ως ενιαίο Όλον, δεν πήγαζε αποκλειστικά από τις προσωπικές του ρίζες όμως, δεν ήταν απλώς το σύμπτωμα ενός σωβινιστικού συναισθηματισμού· αντιλαμβάνετο στο κλασικό ύφος την κορύφωση της ανθρωπινότητας.

Εξ απαλών ονύχων

Η σύνδεση του Μωρράς με την Ελλάδα αρχίζει από την γέννησή του. Γεννημένος στην Προβηγκία, υιοθέτησε πρόθυμα την παράδοση σύμφωνα με την οποία οι Φωκαείς αποβιβάστηκαν αρχικά εκεί, πριν ιδρύσουν την Μασσαλία. Η οικογένειά του θέλησε να του δώσει ως τρίτο όνομα το όνομα Φωκίων. Αντιμέτωποι όμως με την αντίθεση του ιερέα για ένα όνομα ειδωλολατρικό, υποχώρησαν και του έδωσαν ένα άλλο ελληνικό όσο και χριστιανικό όνομα: Φώτιος, το όνομα του περίφημου βυζαντινού θεολόγου και πατριάρχη.

«Ο πατέρας μου και τα επτά αδέρφια του είχαν λάβει από τον πατέρα τους μια συλλογή από μικρά ονόματα από τον Πλούταρχο ή τον Λίβιο: ο μεγαλύτερος ονομαζόταν Ρομαίν, ο δεύτερος Αριστείδης, ένας τρίτος Σαμπίν, ένας άλλος Καμίλ, ενώ η καλή μας μητέρα, δηλώνοντας ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από τους ψευδοθεούς, μας αποκαλούσε μόνο με τα χριστιανικά μας ονόματα, γεγονός που δεν την εμπόδισε ωστόσο να αυτοαποκαλείται Απολλωνία και να μου χαρίσει το έξοχο μικρό όνομα του Φωτίου, που ήταν κληρονομικό στην δική της οικογένεια, το ελληνικό αντίστοιχο του λατινικού Λυσιέν».

(Charles Maurras, Au signe de Flore, Paris, Grasset, 1931, σ. 2).

Ο Μωρράς έλαβε, όπως τα περισσότερα παιδιά της αστικής τάξης, μια στέρεη κλασική παιδεία, της οποίας τα ελληνικά και τα λατινικά αποτελούσαν το θεμέλιο. Η κώφωση που τον χτυπάει από παιδί δεν σταματά το πάθος του για γνώση. Το πάθος που γίνεται εσωτερική μουσική μιας ψυχής βασανισμένης, διχασμένης ανάμεσα στην πίστη και την αμφιβολία, τον ουρανό και την γη, προβάλλει στην Ελλάδα το ιδανικό κέντρο του κόσμου. Καθώς από παιδί ήταν έτοιμος να θαυμάσει την αρχαία Ελλάδα, ο Μωρράς θα νιώσει σαν γιορτή την παρουσία του στην Αθήνα, για τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της σύγχρονης εποχής. Αυτός ο έρωτας με την πρώτη ματιά, για τον οποίο μιλά στα Lettres des jeux olympiques (Γράμματα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες), που δημοσιεύονται στην Gazette de France, είναι η αφήγηση ενός σοκ αισθητικού αλλά και πνευματικού, που προκαλείται από την θέα των ελληνικών μαρμάρων αλλά και τον φιλοσοφικό στοχασμό στο λίκνο όπου γεννήθηκε ο Λόγος τον 5ο αιώνα π.Χ.

Στην τεράστια βιβλιογραφία του, το αναφερόμενο στην ελληνική αρχαιότητα έργο του περιλαμβάνει τρία ογκώδη μέρη. Ένα που προηγείται του ταξιδιού του 1896, οι νουβέλες και διηγήματα του Le Chemin de paradis (1895), που αναφέρονται με ηδονικό και μπαρεσιανό τόνο στους ελληνικούς μύθους και τα δύο σημαντικότερα έργα που συνέθεσε ο Μωρράς από τον ωκεανό των σημειώσεων που έφερε από την Αθήνα: Anthinéa, d’ Athènes à Florence (Anthinéa – Από την Αθήνα στην Φλωρεντία), που κυκλοφόρησε το 1901 και Les Vergers sur la mer. Attique, Italie et Provence (Οι οπωρώνες πάνω στη θάλασσα. Αττική, Ιταλία και Προβηγκία), το 1937. Τα βιβλία αυτά συγκεντρώθηκαν το 1954, στον πρώτο τόμο των Έργων του, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Flammarion, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο τόμος φέρει τον τίτλο Υπό το σημάδι της Αθηνάς. Επιπλέον, τα Γράμματα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που επανεκδόθηκαν το 2004 σε μορφή τσέπης από τους Garnier- Flammarion και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

«Η πόλη των ανθέων»

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο τίτλος Anthinéa προέρχεται από μια προτεινόμενη παρετυμολογία της Αθήνας ως «πόλη των ανθέων», που επιτρέπει να συνδεθεί η ελληνική πόλη με την Φλωρεντία, πόλη που επισκέπτεται επίσης λίγο μετά. Είναι ενδιαφέρον επίσης πώς αναβιώνει η αρχαία αντίθεση μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας, μεταξύ του Μωρράς, του μοναρχικού από την Προβηγκία, και του Maurice Barrès, του «republicain» εθνικιστή από την Λωρραίνη. Αυτές οι διαφορές αποτελούν ένα ριζικό σχίσμα μεταξύ των προσεγγίσεων τους για τον κλασικισμό, τον ρομαντισμό όσο και τον εθνικισμό. Ωστόσο και στα καθαρά πολιτικά έργα του Μωρράς, μπορεί κανείς να δει τις επιρροές από την ελληνική αρχαιότητα, άμεσες ή έμμεσες, τόσο σε μορφή όσο και σε ουσία. Η Έρευνα για την Μοναρχία π.χ. αποτελεί μια εξαιρετική μορφή πλατωνικού διαλόγου (βλ. Albert Thibaudet, Trente ans de vie française. τ. 1: Les idées de Charles Maurras, Paris, Gallimard, 1931). Προφανείς ακόμη οι επιρροές από τις θεωρίες του Ισοκράτη: βλ. παραγράφους V έως VIII του λόγου που τοποθετεί στο στόμα του Νικοκλή, όπου θα δείτε όλα τα ουσιαστικά επιχειρήματα της Έρευνας για την Μοναρχία. Υπάρχει, τέλος, ένα είδος κόκκινης κλωστής που διατρέχει, από την νεότητα μέχρι τα γηρατειά, το έργο του Μωρράς: η αγάπη του για το έργο του Ομήρου. Το 1923, δημοσίευσε στον «Γκαλιμάρ» το Le Mystère d’ Ulysse. Ο λόγος σε στίχους, ένα φυλλάδιο περιορισμένης έκδοσης, που δημοσιεύτηκε στην συλλογή Une oeuvre, un portrait, όπου ο Μωρράς συνδιαλέγεται με τον Louis Aragon, συγγραφέα, στην ίδια σειρά, του Les Aventures de Télémaque. Είναι σίγουρο πάντως, ότι στο ταξίδι του το 1896 στην Αθήνα, ο Μωρράς πήρε μαζί του την Οδύσσεια και δεν παρέλειψε να εντοπίσει, στην θάλασσα προς Πειραιά, όλα τα μέρη που τον πήγαν οι σκέψεις του για τις θαλάσσιες περιπέτειες του Οδυσσέα.

Ο ίδιος ο Μωρράς ομολογεί ότι επισκέφτηκε την Ακρόπολη σε κατάσταση διονυσιακής έκστασης, εμπύρετος, σαν να είχε κυριευτεί από τα θαύματα που τον περιέβαλλαν. Μεταφερόμενος με έναν πολύ ρομαντικό ενθουσιασμό για κάποιον που μισεί τον ρομαντισμό, φιλά μια μαρμάρινη στήλη την οποία παρομοιάζει με το σώμα αγαπημένης γυναίκας «που δεν παραδέχεται ούτε πίστη ούτε αμφιβολία», σίγουρος πως είναι σε κατάσταση λυρικής τρέλας. Τρέλας στην οποία κυλίστηκε με ατέλειωτη ευχαρίστηση, χωρίς να πάψει να κρατά αγκαλιά την όμορφη ουσία. Ο Μωρράς εμφανίζεται, από την δική του πέννα, ως ο άνθρωπος που ψιθυρίζει λόγια αγάπης στις μαρμάρινες κολώνες. Μπροστά στον Παρθενώνα, τον οποίο μοιάζει σιωπηρά να συγκρίνει με το Σινά, το ιερό βουνό της Βίβλου, είναι μια πραγματική θρησκευτική συγκίνηση που τον κυριεύει:

«Ακόμη ένα χτύπημα, μα πάλι δεν είμαστε μπροστά σε εκκλησία, αλλά μπροστά σε ένα βωμό και μια σκηνή […] Σε αυτόν τον υπαίθριο χώρο ανάπαυσης, την κατοικία των θεών, αλλά όχι την ρητορεία των ανθρώπων, καταλαβαίνουμε πώς ο αθηναϊκός αέρας, ολόκληρη η ελληνική τέχνη, αναπτύσσει την πληρότητά του. Εκπληρώνει τις υποσχέσεις του γούστου και της ιδιοφυΐας του».

Η επίσκεψη στην εξοχή επιβεβαιώνει την κατάσταση έντονης ευτυχίας που βιώνει ο ταξιδιώτης:

«Τόση ανθρωπιά! Πόση ελαφρότητα και βάθος! Καθώς παρακολουθούσα αυτήν την λιτανεία, έλεγα στον εαυτό μου σκεπτόμενος τους εργάτες τέτοιων θαυμάτων: η φυσική ομορφιά, η θεϊκή τέχνη!»

Η συνάντηση με την Ελλάδα προσφέρει επίσης στον Μωρράς την ευκαιρία να κοιτάξει με θαυμασμό την γενέτειρα του Λόγου, που λειτουργεί ως πυξίδα στην πνευματική του ζωή. Η έκσταση, το σοκ που βίωσε στην Αθήνα, στους πρόποδες του Παρθενώνα, ανανεώθηκε όταν ολοκλήρωσε το ταξίδι του στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου για να θαυμάσει τα μάρμαρα που άρπαξε από την Ακρόπολη ο λόρδος Έλγιν:

«Η επιρροή του αθηναϊκού λόγου δημιουργεί και μπορεί αναμφίβολα να αναδημιουργήσει την τάξη του αληθινού πολιτισμού […]. Ανιχνεύει στα μέρη όπου ο άνθρωπος πλησιάζει το σύμπαν αυτές τις σταθερές και ευλύγιστες μορφές που είναι κοινές μητέρες της ομορφιάς και της ευτυχίας […]. Θα ξαναδούμε την χάρη και τα ημίθεα μέτρα του Λόγου; Αναρωτήθηκα αυτό καθώς απομακρυνόμουν από το τραχύ κτίριο του βρετανικού μουσείου όπου η βάρβαρη δύναμη οδηγεί σε τόσο μάταιους θριάμβους».

Η Προσευχή στην Ακρόπολη του Μωρράς σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ωστόσο να νομίσουμε πως περιορίζεται σε μια σειρά αισθητικών εντυπώσεων και φιλοσοφικών διαλογισμών, όσο όμορφοι κι αν είναι, αλλά φαίνεται ότι τον οδηγεί σε ένα είδος λατρείας της παγανιστικής αρχαιότητας που υποκαθιστά τον καθολικισμό των παιδικών του χρόνων. Ο ίδιος ομολογεί πρόθυμα την εσωτερική θρησκευτική επανάσταση σε επιστολές που απευθύνονται στον μέντορα του,  τον πατέρα Πενόν, ο οποίος και θα νιώσει μεγάλη λύπη γι’ αυτήν την εξέλιξη:

«Και αφού σου τα λέω όλα, πρέπει να σου πω και αυτό. Επέστρεψα από την Αθήνα πιο μακριά από τον Χριστιανισμό από πριν. Πιστέψτε με, εκεί ζούσαν οι τέλειοι άνθρωποι. Κάθισα στον τύμβο του Κολωνού κι εκεί διάβασα τον απαράμιλλο, θεϊκό Σοφοκλή. Περπάτησα στο άλσος της Ακαδημίας και εκεί βρήκα την μνήμη του Πλάτωνα. Τελικά τίποτα δεν θα με χωρίσει πια από τον Όμηρο. Ποτέ δεν είχε έρθει τόσο βαθιά στην καρδιά μου η άμεση αίσθηση αυτών των καλλονών, επαληθευμένη, φωτισμένη από την μαρτυρία λίγων μαρμάρων, μιας απερίγραπτης λαμπρότητας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν θεϊκοί. Πόσο φτωχή είναι η Παναγία των Παρισίων, άθικτη όπως είναι, κοντά στα ερείπια του Παρθενώνα! Είναι ο Λόγος, είναι η δύναμη, στον υψηλότερο βαθμό, με την εγκράτεια και το μέτρο που ξέρουν να δίνουν στον εαυτό τους αυτά τα δύο θεϊκά κορίτσια. Επέστρεψα από την Αθήνα ως αγνός πολυθεϊστής. Αυτό που ήταν ασαφές και μπερδεμένο στις σκέψεις μου έγινε πιο ζωντανό. Φεύγω από την ιδέα του αιώνιου, μια σημιτική, εβραϊκή ιδέα, μια ιδέα αντιφατική που προέρχεται από την Ασία, από τους βαρβάρους. Θέλω να σκέπτομαι πια μόνο το τέλειο και το αγνό. Πώς καταλαβαίνω, σε αυτό το επίπεδο πνευματικής μέθης, τι πρέπει να ένιωθαν άνδρες όπως ο Λεονάρντο ή ο Ρονσάρ κατά την διάρκεια της Αναγέννησης! Αυτή η θάλασσα που διέσχισα, αυτά τα ερείπια που επισκέφθηκα, με κάνουν να νιώθω την ψυχή μου να δυναμώνει στα πρώτα της θεμέλια και στην διαδικασία να φτιάχνεται, να χτίζεται, να συνθέτει τελικά τον εαυτό της»

(Επιστολή 28ης Ιουνίου 1896, Dieu et le roi, Correspondance entre Charles Maurras et l’ abbé Penon (1883-1928), présentée par Axel Tisserand, Toulouse, Privat, 2007, σ. 413).

Η καταδίκη τής Anthinéa από την Καθολική Εκκλησία και οι επανεκδόσεις της μετά την αφαίρεση ορισμένων αποσπασμάτων, καταδεικνύει με τον πιο επίσημο τρόπο την χριστιανική ανησυχία για την αξιοποίηση ενός ειδωλολατρικού πολιτισμού από τον Μωρράς. Δεν ήταν όμως μόνο σε θρησκευτικό επίπεδο που το ταξίδι στην Αθήνα προκάλεσε βαθιές ανατροπές στον νεαρό Μωρράς, αλλά και σε ιδεολογικό. Ο Αλμπέρ Τιμπωτέ έχει δίκιο όταν τονίζει πως στην Αθήνα ο Μωρράς (τον οποίο περιγράφει ως «Αθηναίο εθνικιστή»), έζησε μια εμπειρία πνευματικής μετάγγισης, εμβάθυνσης των αισθήσεών του και αποσαφήνισης των σκέψεών του που ως τότε ήταν ακόμα συγκεχυμένες.

«Ο άνθρωπος που κατεβαίνει από την Ακρόπολη, όπως, θα τολμήσω να πω, σαν Μωυσής που κατεβαίνει από το Σινά, έχει τώρα ένα πολύ πιο συνεκτικό ιδεολογικό σύστημα, ένα σχεδόν κλειστό δόγμα. Οι ιδέες του θα είναι ξεκάθαρες πλέον, τετράγωνες και εύρωστες: ιδέα της τάξης, ιδέα του καθολικού συνόλου, ιδέα της Γαλλίας, ιδέα του βασιλιά. Οι ιδέες δηλαδή του κλασικού γούστου, της ρωμαϊκής πειθαρχίας, της γαλλικής πολιτικής παράδοσης» (Thibaudet, όπ. π., σ. 13).

Το κέντρο των Ιώνων, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, γέννησε στον Μωρράς την πίστη στην δωρική τάξη και την αρρενωπότητα.

Ακόμη πιο συγκεκριμένα ο Τιμπωτέ τονίζει ότι «αυτό που ζήτησε ο Μωρράς από την Ακρόπολη δεν είναι ένα άγαλμα για να στολίσει το σπίτι του, είναι πέτρα για να χτίσει την εκκλησία του» (Albert Thibaudet, Trente ans de vie française, όπ. π., σ. 24). Για να χτίσει αυτόν τον ναό, ο Μωρράς δεν δανείστηκε μόνο τις μαρμάρινες κολώνες από την Ακρόπολη, αλλά και στοιχεία από ρωμαϊκά μνημεία. Αν η Αθήνα συμβολίζει στα μάτια του την τελειότητα της ομορφιάς και αποτελεί το θαυματουργό λίκνο του Λόγου, χωρίς την Ρώμη η επιβολή των αιώνιων ελληνικών αρχών στην Δύση πιθανότατα δεν θα είχε πραγματοποιηθεί ή θα ήταν πολύ περιορισμένη στον χώρο και στον χρόνο. Η διείσδυση των ελληνικών ιδεωδών στην Γαλατία έγινε μέσω της Πρόνοιας αλλά και μιας σκυταλοδρομίας μέσω της Ρωμαϊκής Προβηγκίας. Στο Vergers sur la mer, τα ελαιόδεντρα της Προβηγκίας παραπέμπουν προφανέστατα στα ελαιόδεντρα της Αθήνας και της Ιθάκης.

Η Γαλλία ως κληρονόμος του ελληνορωμαϊσμού

Σε μια τελεολογική προοπτική, ο Μωρράς καταφέρνει να ξεπεράσει τις αντιφάσεις μεταξύ των αποκεντρωτικών περιφερειακών πεποιθήσεών του, της πίστης του στην μοναρχία και του πάθους του για την κλασική Γαλλία, την οποία θεωρεί κληρονόμο της Αθήνας. Θαυμαστής του Μεγάλου Αιώνα (Grand Siècle) του Ρισελιέ και του Λουδοβίκου ΙΔ΄, μπορούσε να ικανοποιεί την αγάπη του για την τάξη, την συνέχεια και την διάρκεια, με την αποστροφή του προς την αναρχία και την αταξία. Επιπλέον, αυτή η μνημειώδης εικόνα τάξης και ιεραρχίας, που τόσο ελκύει τον Μωρράς, τον κάνει να υπερασπίζεται και την παπική Ρώμη που στην ελληνική σοφία πρόσθεσε την λατινική ιδιοφυΐα, στο όνομα της άμυνας του πολιτισμού ενάντια στους βαρβάρους. Ο Σαρλ Μωρράς δεν θα πάψει να εκφράζει τρυφερή ευγνωμοσύνη σε αυτές τις δύο Μητέρες Πόλεις για όλα τα οφέλη που η ύπαρξή τους χάρισε στους ανθρώπους.

Η υποδοχή της κλασικής αρχαιότητας ως θεμέλιο της γαλλικής κληρονομιάς και προπύργιο ενάντια στην απειλή της πολιτιστικής παρακμής ή της ξένης επιρροής έχει μακρά ιστορία, όπως και η χρήση ελληνορωμαϊκών μοντέλων σε ριζοσπαστικούς πολιτικούς λόγους, ήδη κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την ήττα του 1871 ωστόσο, στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο, η κλασική αρχαιότητα έγινε το κεντρικό σημείο αναφοράς στα γαλλικά εθνικιστικά και βασιλικά κινήματα. Η αθηναϊκή αγνότητα και η κλασική αρχαιότητα ανακατασκευάστηκαν φαντασιακά από τον Μωρράς που δεν δεχόταν, όπως του επισήμαινε ο φίλος του Μπαρρές, ότι το ελληνικό θαύμα προέκυψε από τις αρχές της δημοκρατίας. Από την άλλη, δίδοντας μια ηθική και κοινωνική διάσταση σε καθαρά αισθητικά φαινόμενα, ο Μωρράς αποκλείει δύο βασικές περιόδους της ελληνικής τέχνης: την μυκηναϊκή τέχνη, γιατί ήταν αρχαϊκή και την ελληνιστική, διότι οι Έλληνες καλλιτέχνες εκβαρβαρίστηκαν από την Ανατολή, από την σημιτική, όπως την ονομάζει, «λέπρα». Γλιστρά έτσι σε έναν τεράστιο αναχρονισμό, βλέποντας στην ελληνιστική εποχή τον ρομαντισμό που αποστρεφόταν, δηλαδή μια περίοδο νοσηρής παρακμής σε σχέση με τον τέλειο αττικισμό του 5ου αιώνα. Αλλά και κάτι περισσότερο.

Για τον Μωρράς, ο ρομαντισμός γεννήθηκε από την επίδραση της γερμανικής κουλτούρας. Βλέπει σε αυτόν μια λατρεία της ατομικότητας και του αισθήματος και συνεπώς την πηγή του κοινωνικού χάους. Προτιμώντας την πολιτική που βασίζεται στην τάξη, την παράδοση και την λογική, ο Μωρράς βλέπει στον ρομαντισμό κυρίως ένα πολιτικό φαινόμενο. Βλέπει τον Ρουσσώ, έναν εκ των πρωτεργατών της Γαλλικής Επανάστασης, και τον προτεσταντισμό. Η γερμανική Μεταρρύθμιση του Λούθηρου (η οποία κατέστρεψε την ρωμαϊκή μνημειακότητα της Εκκλησίας, την οποία θαύμαζε ο Μωρράς για την συνέχεια και την διάρκειά της), η Γαλλική Επανάσταση (η κόρη, σε μεγάλο βαθμό, της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού) και ο ρομαντισμός (ο οποίος εισήγαγε την σύγχυση των συναισθημάτων στον κλασικό πολιτισμό, πάλι με πρωτεργάτη τον προτεστάντη Ρουσσώ) είναι οι ρίζες τής σταθερά αντιγερμανικής στάσης του Μωρράς που κατήγγειλε ξεκάθαρα από πολύ νωρίς τους κινδύνους του παγγερμανισμού και την επανεγγραφή της ανθρωπότητας, μέσω μιας σκανδιναβικής μήτρας, μιας Βόρειας Μεσογείου, από την οποία κατά τους Γερμανούς θεωρητικούς προέκυψαν οι μεγάλοι λαοί της Αρχαιότητας. Μια ιδέα εντελώς απαράδεκτη για έναν Προβηγκιανό, για τον οποίο οι λαοί που ζούσαν έξω από τα ρωμαϊκά όρια ήταν βάρβαροι. Τελεία. Και η παρακμή;

Αν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χρησίμευσε ως αποτελεσματικό στήριγμα για την διάδοση του ελληνικού πολιτισμού, ο Μωρράς αντιλαμβάνεται πως από ένα σημείο και πέρα, υπήρξε ταυτόχρονα ο καταστροφικός Δούρειος Ίππος που εισήγαγε στην καρδιά της ελληνορωμαϊκής κοινωνίας τους σπόρους της παρακμής που θα την ανέτρεπε εκ των έσω και θα προκαλούσε τον οριστικό της αφανισμό από τους βαρβάρους, τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό. Ας θυμηθούμε, σε αυτό το σημείο, τις επικρίσεις του Μωρράς εναντίον των τεσσάρων ευαγγελιστών, που ονομάζονται «σκοτεινοί Εβραίοι». Ο ισχυρότατος δεσμός που ο Μωρράς επικαλείται συνεχώς στο έργο του, μεταξύ ελληνολατινικής παράδοσης και γαλλικής κλασικής τάξης, με την μεσολάβηση της προβηγκιανής ιδιοφυΐας, φωτίζει τα τέσσερα θεμέλια της σκέψης του: Φως της Ελλάδας. Αέρας της Προβηγκίας. Πέτρα της Ρώμης. Γη της Γαλλίας (Βλ. Albert Thibaudet, «Οι ιδέες του Σαρλ Μωρράς»). Κατ’ αντιστοιχίαν, όπως, οι βάρβαροι, εναντίον των οποίων η ρωμαϊκή αυτοκρατορία πολέμησε μάταια, από ένα σημείο της ιστορίας και μετά δεν βρίσκονται έξω από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο (στην διεφθαρμένη Ασία), αλλά μέσα σε αυτόν, έτσι και στην δημοκρατική Γαλλία η εθνική της ταυτότητα κινδυνεύει από την επιβλαβή παρουσία ενός τετραγώνου που σχηματίζουν οι Προτεστάντες, οι Εβραίοι, οι Ελευθεροτέκτονες και οι Ξένοι.

Η μεγάλη αντίφαση

Η διολίσθηση στον φυλετισμό είναι προφανής. Ο Μωρράς ωστόσο δεν είχε καμιά φυλετική φαντασίωση στην ερμηνευτική της ιστορίας. Θεωρούσε και τα δόγματα των ρατσιστών ως ρομαντικές γερμανικές φαντασιώσεις.

«Δεν θα μπορούσαμε να μην είμαστε, εδώ, ιδιαίτερα ευαίσθητοι: ο ρατσισμός είναι ο παλιός μας πνευματικός εχθρός. Από το 1900, οι Γάλλοι και Άγγλοι δάσκαλοί του, ο Γκομπινώ, ο Βασέ ντε Λαπούζ, ο Χιούστον Τσάμπερλαιν, είχαν επισημανθεί με έντονη δυσπιστία από τα σοβαρά μυαλά και ειλικρινείς εθνικιστές».

Ο δικός του αντιεβραϊσμός θεμελιώνεται κυρίως στην έννοια της περιπλάνησης που κάνει τους Εβραίους να μην μπορούν να εγκατασταθούν σε μια Πατρίδα και να ενστερνιστούν την ιερή της υπόθεση. Αυτό τους κάνει στα καχύποπτα μάτια του να βρίσκονται στην υπηρεσία των απάτριδων, των κοσμοπολιτικών συμφερόντων, είτε ανήκουν σε μια οικονομική πλουτοκρατία (που ενσαρκώνει π.χ. η οικογένεια Ρότσιλντ), είτε υπηρετούν μια επαναστατική διεθνή, που εκφράζεται από τον μαρξιστικό μεσσιανισμό. Ο τελικός στόχος τους, επιμένει, είναι ο ίδιος: η κατάκτηση της Γαλλίας.

Με τα χρόνια αυτό το «εχθρικό τετράγωνο», δίνει τη θέση του σε μια όλο και σαφέστερη απειλή, την Γερμανία. Ήδη το 1902, ο Σαρλ Μωρράς περιπλανιόταν στις γκαλερί του Λούβρου αναζητώντας μια προτομή του Δημοσθένη. Το ενδιαφέρον του έγκειται όχι τόσο στην αισθητική αξία του ελληνικού αγάλματος, όσο στην πολιτική αρετή με την οποία κοσμεί τον Αθηναίο ρήτορα. Όπως και η Αθήνα πριν από αυτήν, η Γαλλία ζει υπό την απειλή μιας απειλητικής αυτοκρατορίας, όχι της Μακεδονίας του Φιλίππου Β΄ αλλά της Γερμανίας του Γουλιέλμου Β΄. Ο Μωρράς θέλει να χρησιμοποιήσει το αρχαίο παράδειγμα για να παροτρύνει τους συμπατριώτες του σε αντίσταση. Ο παραλληλισμός μεταξύ της Γαλλίας ως Αθήνας σε κίνδυνο και της Γερμανίας που ενοποιήθηκε πίσω από την Πρωσία, όπως η επεκτεινόμενη Μακεδονική αυτοκρατορία, δεν είναι εντελώς νέος: γεννιέται τον Δεκέμβριο του 1870, ακριβώς την στιγμή που η Γαλλία επρόκειτο να χάσει τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο, καθώς και τις επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Ως τότε, η τάση καθώς και οι απόψεις των Βρετανών και ιδιαίτερα των Γερμανών ιστορικών, ήταν αδιαχώριστες από την σύνδεση της αθηναϊκής δημοκρατίας με την Γαλλική Επανάσταση. Ο Μωρράς, ωστόσο, δεν επιθυμεί να τονίσει τις δημοκρατικές πτυχές της υπεράσπισης του Δημοσθένη στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ. Αυτό που βλέπει στον Έλληνα ρήτορα είναι ένας «Αθηναίος εθνικιστής» που υπερασπίζεται λιγότερο την πολιτική ελευθερία ενάντια στην τυραννία από ότι τον αθηναϊκό πολιτισμό ενάντια στην μακεδονική βαρβαρότητα. Σπάζοντας μια φιλελεύθερη παράδοση της Δημοσθενικής υποδοχής, χρησιμοποιεί το παράδειγμα αντίστασης ενάντια σε έναν επιθετικό κατακτητή σε πολλά άρθρα, υποστηρίζοντας μια σκληρή αντιγερμανική στάση. Ο εθνοκλασικισμός του Μωρράς, που εστιάζεται πάντα στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. ως ύψιστο αισθητικό επίτευγμα και απορρίπτει την φιλελεύθερη πολιτική οπτική της (στην οποία η αρχαία πόλη συνοψίζει τις αξίες της δημοκρατίας, της ισότητας και της ελευθερίας), απορρίπτει κάθε συμβιβασμό με  τον ρομαντισμό και την γερμανική μυθολογία.

Αυτή η νέα πολιτική ανάγνωση της αρχαίας Ελλάδας υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία οικοδόμησης του γαλλικού εθνικισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα και θα εκφραστεί στον πρώτο παγκόσμιο αλλά και στον μεσοπόλεμο. Με αξιοσημείωτη οξύνοια, το 1937, στο βιβλίο του Πριν την Αιώνια Γερμανία, (όπου μιλά για την «αιώνια ασθένεια αυτής της σκυθρωπής φυλής που εγγυάται μόνο την ριζοσπαστική αταξία»), ο Μωρράς υπογράμμιζε ότι η Γαλλία βρισκόταν στην ίδια αδύναμη θέση με την Γαλατία του Σαλβιανού την παραμονή του κύματος των βαρβαρικών εισβολών τον 4ο αιώνα. Ωστόσο –προσθέτει– μεταξύ αυτών των δύο φαινομένων υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά: μετά την αιματηρή κατάληψη της Γαλατίας από τον βασιλέα Κλόβι, οι Φράγκοι του οικειοποιήθηκαν τον ρωμαϊκό πολιτισμό και τον διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό. Τώρα, οι νέοι βάρβαροι, αυτοί του 20ου αιώνα, δεν θα σεβαστούν τίποτα.

Ο Μωρράς θεώρησε εξαρχής την Συνθήκη των Βερσαλλιών ανεπαρκή για να εγγυηθεί την ασφάλεια της Γαλλίας, πιστεύοντας ότι δεν διαλύει την γερμανική δύναμη. Έβλεπε την απειλή που συνιστούσε ο ναζισμός για την Γαλλία. Από τις πρώτες εκδηλώσεις χιτλερικού επεκτατισμού, ο Μωρράς ζήτησε αυστηρότητα κατά της ναζιστικής Γερμανίας και επέκρινε τις πολιτικές κατευνασμού που εφήρμοζαν οι διαδοχικές γαλλικές κυβερνήσεις. Υποστήριξε μια στενή συμμαχία με την Μεγάλη Βρετανία για τον περιορισμό της γερμανικής επιθετικότητας και την διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη ενώ πρότεινε μια λατινική ένωση που θα περιλαμβάνει την Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ήταν φυσικό, το μηδενιστικό όραμα του ναζισμού, στόχος του οποίου δεν ήταν μόνο η καταστροφή των αντιπάλων του, αλλά και ο προγραμματισμός της δικής του αυτοεκμηδένισης (βλ. Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ, όπου ο Άλμπερτ Σπέερ γράφει ότι ο Χίτλερ ζήτησε να φανταστούν πώς θα ήταν τα ερείπια των κολοσσιαίων κτιρίων που ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή τους και τα οποία υποτίθεται ότι θα ενσάρκωναν ένα Ράιχ χιλίων ετών), να είναι κάτι αδιανόητο για έναν Μωρράς, αφοσιωμένο πάντα στην ιδέα μιας κλασικής οργανικής μοναρχίας.

Λογικά λοιπόν οι γερμανικές αρχές κατοχής είδαν στο πρόσωπό του έναν εχθρό. Η νίκη της Γερμανίας επί της Γαλλίας θα απελπίσει τον Μωρράς. Είπε ότι την στιγμή της άφιξης των Γερμανών στρατιωτών στην Προβηγκία συνειδητοποίησε τον «εφιάλτη της ύπαρξής του». Η Γκεστάπο θα λεηλατήσει τα γραφεία της Action Française και θα τοποθετήσει ορισμένα βιβλία του στην λίστα των απαγορευμένων βιβλίων. Το  1943 ο ανώτερος σύμβουλος των κατοχικών δυνάμεων στην Γαλλία, Schleier συμπεριέλαβε τον Μωρράς μεταξύ των ατόμων που θα συλληφθούν σε περίπτωση συμμαχικής απόβασης. Παρά ταύτα ο Μωρράς θα υποστηρίζει σταθερά το καθεστώς Πεταίν, παρότι μέλη και υποστηρικτές της Action Française, όπως είδαμε, πέρασαν στην Αντίσταση κατά των κατακτητών. Η καταδίκη για εσχάτη προδοσία και η εθνική περιφρόνηση δεν μπόρεσαν να δώσουν απάντηση στο ερώτημά τους. Γιατί ο Μωρράς πρόδωσε τον Μωρράς; Η εναντιωματική σκέψη είναι μια ερμηνεία, ποστεύω: σκοτίζει τόσο ο νους μας, όποτε αφηνόμαστε στο πάθος τού οποιουδήποτε «αντί» (αντισημιτισμός, αντικομμουνισμός, αντιφασισμός κ.ο.κ.), ώστε καταλήγουμε να αναιρούμε με τις πράξεις μας τις ίδιες μας τις ιδέες.

Κάπως έτσι πάει συχνά η ζωή χαμένη. Μα όχι πάντα. Στο τέλος της δικής του ζωής, ο Μωρράς ζήτησε το ιερό χρίσμα, απήγγειλε το Confiteor και με το ροζάριο στα χέρια ψιθύρισε, στις 15 Νοεμβρίου του 1952: «Πρώτη φορά ακούω κάποιον να έρχεται». Από το κοιμητήριο του Ροκβαίρ, την άλλη μέρα, μπορούσε πάλι να ακούσει τα κύματα της Προβηγκίας, τους φτωχούς ευγενείς, τους ψαράδες της Ετάνγκ ντε Μπερ, τους αγρότες της Καμάργκ και τα όμορφα κορίτσια της Αρλ να χορεύουν με τα μεταξωτά τους φορέματα. Κυρίως όμως μπορούσε να ακούσει τον Ερχόμενο.

*

*

*