«Φονιάς ή σκοτωμένος, ίδια πανσέληνος θα φωτίζει τον ύπνο μου»: Γιωργής Κότσιρας (1920-1998)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

[…] Πού να τοποθετήσω τον εαυτό μου
Σε ποιο σταυροδρόμι, σε ποιο σκαλί.
Μέσα στη νύχτα θα κλείσω την πόρτα
Ν’ αφήσω έξω τη συνείδησή μου.
 
Ένας ανεμοστρόβιλος θα έχει πάρει την ψυχή μου
Ένας κακός αέρας σφυρίζοντας θυμωμένα
Θ’ αναβοσβήνει με πείσμα χιλιάδες κεριά.
Το φάντασμά μου με άσπρο χιτώνα στη σκοτεινιά
Με παγωμένα δάχτυλα θα χορεύει στον κατατρεγμό
Κι εγώ θα μένω εδώ άσπιλο αστέρι στη μοναξιά
Ασάλευτος στην αιωνιότητα της προσμονής μου […].

Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1920 στην Αθήνα, με το πατρικό του σπίτι να βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη. Ο πατέρας του, Σταμάτης, γνωστός έμπορος, μαζί με τα αδέρφια του, ίδρυσαν και εδραίωσαν στον Ασπρόπυργο την τσιμεντοβιομηχανία «Χάλυψ».

Κι όμως έχουμε αφήσει στο κλείσιμο του σπιτιού
Ένα σωρό νωπές έγνοιες
σαν φύλλα τριανταφυλλιάς
Ένα σωρό αναμνήσεις
σαν άδεια βαρέλια
Και προχωρούμε χωρίς υποταγή
χωρίς ανταπόκριση
Πιο μακριά κι από το σύνορο της καρδιάς μας
Φορώντας τη συνήθεια λοξά καθώς
τ’ απογευματινό μας χαμόγελο
Στο πάνε κι έλα αδιάκοπα μ’ επιμονή
σ’ αυτή εδώ τη πλατεία

Προχωρούμε
Τα φώτα δεν είναι πολλά κι όμως δεν είναι λίγα
Κι έτσι καθώς οι καθημερινοί άνθρωποι σωπαίνουν
Δαγκώνοντας την άκρη από τα τελευταία μισόλογα
Ξαναγράφεται ίδια πάλι μια ιστορία αδιάκοπα
Χωρίς παραλλαγές ‒ τίποτα πάνω τίποτα κάτω
Χωρίς βεβαιότητα
Προχωρούμε…

Στα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο και ολοκλήρωσε τις τελευταίες τάξεις στα Εξάρχεια, όπου και πήρε το απολυτήριό του. Το 1939, με την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μπήκε με εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες, και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1965. Έπειτα διορίστηκε συμβολαιογράφος με έδρα την Κηφισιά.

Έζησες εξόριστος μέσα στην πολιτεία
Μοναχικέ άνθρωπε ‒ συμπατριώτη της σιωπής
Μες στις πυκνοκατοικημένες ώρες της εποχής μας
Φέρνοντας απ’ τη μακρινή σου περιπέτεια
Το τελευταίο τραγούδι του πεθαμένου κύκνου
 
Οι γιορτινές ημέρες είναι παγερές σαν από μέταλλο
Σπίτια ερμητικά κλεισμένα δίχως τετράγωνα φώτα
Χωρίς υποψία καθημερινής συλλογής
 
Είναι πολύ καθημερινές οι μεγάλες ανησυχίες
Σ’ ένα απογευματινό περίπατο στον Εθνικό κήπο
Κι εσύ περπατάς μαζί με την ατέλειωτη ιστορία
Σπίρτα τσιγάρα και τον Μαγιακόφσκυ συντροφιά
 
Οι συνηθισμένες μέρες είναι διασκέδαση των βιαστικών ανθρώπων
Καθώς το ύφος της σιωπής σε μια παύση των τζιτζικιών
Στις μεσημεριάτικες πιπεριές της λεωφόρου
 
Κατακόρυφο το απόγευμα σε οριζόντια χαμόγελα
Και δρόμους μακρινούς που οι άνθρωποι περνάνε απλοί
Ζωή χωρίς προσποίηση όσο γίνεται πιο απλή
Ποίηση χωρίς ιδέες όσο γίνεται πιο γυμνή
 
Η παρατημένη πέτρα στη μέση του δρόμου είναι μια περιπέτεια […]

~.~

Από τα πρώτα μου τα μαθητικά αιστάνθηκα να με παρωθεί μια κλίση προς τα γράμματα και από τις πρώτες γυμνασιακές τάξεις στο Λεόντειο, ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Εκεί, ο Φρερ Νικολά, με την ευκαιρία κάποιων αδέξιων στίχων, που φαίνεται όμως τον είχαν εντυπωσιάσει, άκουσα να λέει για μένα τα μαγικά τότε ονόματα του Ρεμπώ και του Λωτρεαμόν. Αργότερα όμως, έλεγε, σε πιο εύθετο καιρό… Εκεί στην μέση του γυμνασίου λοιπόν, στο Ε’ Εξαρχείων, όσοι από τη συντροφιά μας είχαν προχωρήσει στη γαλλική γλώσσα, έσκυψαν σε ποιήματα του «τρομερού παιδιού»… Και η συντροφιά, όπως αποδείχθηκε με τον καιρό, δεν ήταν τυχαία. Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Δαμιανός, ο ηθοποιός Νίκος Τζιόγας, ο θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, οι ζωγράφοι Ιωάννης Γαΐτης και Ιάσων Μολφέσης… Έγραφα λοιπόν ποίηση από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά την κρατούσα στο συρτάρι, θέλοντας από μιαν άποψη να βεβαιωθώ για την ουσιαστικότητά της με τον καιρό και από την άλλη, διαγράφοντας ή αφαιρώντας ποιήματα, να επιχειρήσω να εντάξω τα απομένοντα μαζί με καινούργια σε μια σύνθεση.

~.~

[…] Τα κυπαρίσσια που σταυρώνουν τα χέρια της σιωπής
Ένα παλιό κάθισμα στο πορφυρό όστρακο
Μια ανοιχτή αχιβάδα σαν κραυγή
Ένα κομμάτι φεγγάρι σκαρφαλωμένο στον ουρανό σαν βλαστήμια
Η κορφή του κυπαρισσιού που εκλιπαρεί ένα τρεμουλιαστό άστρο
 
Κι εσύ με τη σκληρή καρδιά καθώς ένα διαμάντι
χαράζεις στο κρύσταλλο της σιωπής
την περιπέτεια της ψυχής σου
 
Δεν έχω δει χέρια να τρέμουν πιο πολύ χαϊδεύοντας ένα βιβλίο
Μάτια που στέκονται καθώς σύννεφο στην κορφή
Έτσι που βυθομετρούν δυο γεφυρωμένους στίχους
 
Όταν νυχτώνει είναι πολλή πλήξη στον ουρανό
Γιατί μαζεύουν τις κουρτίνες από τα σύννεφα
Και πέφτουν πέταλα κατά ’δω μενεξέδες
Μια μυρωδιά γλυκειά σαν γιασεμόλαδο
 
Οι άνθρωποι ζητούν να συναλλάξουν τότε δυο κουβέντες
Προτού διπλώσει μεσίστια η σημαία με την υποστολή της σιωπής
 
Την ώρα ετούτη ακριβώς κατάλαβα
Πως μονάχα εσύ διαβάζεις την καταγωγή των πραγμάτων
 
Την ώρα ετούτη ακριβώς κατάλαβα πόσο εννοείς
Τι δύσκολα γράφεται ένα ποίημα!

Δημοσίευσε το πρώτο του έργο, το διήγημα «Οι άνθρωποι της βουνοκορφής» τον Γενάρη του 1944 στο περιοδικό Φοιτητική Τέχνη. Προηγήθηκαν το 1942 ορισμένα κριτικά σημειώματα στο περιοδικό του Φιλαδελφέως Νέοι Δρόμοι, το ένα για τον Βασίλη τον Αρβανίτη του Μυριβήλη και το δεύτερο για το μυθιστόρημα Θάλασσα του Κώστα Στούκα. Το 1947, σε ιδιαίτερη έκδοση, δημοσίευσε τη νουβέλα Το σπίτι, εμπειρία και βίωμά του από τη γερμανική κατοχή.

Θα ’ρθεις με την απουσία της Σφίγγας
Αίνιγμα διαβασμένο στη γυμνή μας παλάμη
Ως θα φουσκώνει ο άνεμος τους φλόκους των καραβιών
Με την αφή μας ακόμη στρογγυλή
Στην καμπύλη του μετώπου σου
 
Η ώρα θα ’χει κάτι από το μυστικό ξεψύχισμα του ρόδου
 
Δε θα βρέχει πια ‒ με του νερού το βήμα
Σταματημένο στις πλάκες της αυλής μας
Και το ουράνιο τόξο μακρινό με ψεύτικα χρώματα…
 
Στα μαλλιά θα φορείς ένα δεμάτι χλωρούς μενεξέδες
που θα ταιριάζουν τόσο με τα μάτια σου
Καθώς θα γράφουν μια υποψία των θεσσαλικών πελαργών
Παίζοντας τα ματόκλαδα με νοσταλγία
Τώρα που τα βράδια θα οκνεύουν στα παχιά λιβάδια τα θεσσαλικά…
 
Και θα σταθείς ανάμεσα στο Ναι κι ανάμεσα στο Όχι
Ανάμεσα στον Απρίλη και στα τριαντάφυλλα
Ανάμεσα στα πουλιά που θα επιστρέφουν από τις νότιες χώρες
Μ’ ένα κλαδάκι λωτού στο κλειστό ράμφος
 
Και θα πεις για την ανεπίστροφη αυτή στιγμή
Για την ανεπίστροφη ετούτη ώρα

Η ώρα θα ’χει κάτι από το μυστικό ξεψύχισμα του ρόδου.

Ο Γιωργής Κότσιρας εκδίδει δύο ποιητικές συλλογές τα δύο συναπτά έτη 1948 και 1949. Πρόκειται για τα βιβλία Η χώρα των λωτοφάγων και Οι φρουροί της σιωπής, φανερώνοντας ότι ο ποιητής ήταν έτοιμος από καιρό. Κρίθηκαν γενναία από αναγνωρισμένους κριτικούς της εποχής, οι οποίοι απέδωσαν τα εύσημα σε μιαν ώριμη γραφή.

[…] Κι εγώ σωπαίνω δε μιλώ γυρεύοντας τη ρίζα στην καταγωγή μου
Γίνομαι ίσκιος και γλιστρώ πλάι στα πατήματα της δρασκελιάς σου
Γίνομαι η φωνή που δε βρήκε ακόμα την ομιλία της
Γίνομαι το κεφαλάρι που δε βρήκε φλέβα ν’ αναβρύσει

Και μόνο τη νύχτα σκέφτομαι που κατεβαίνει σιωπηλή
Μ’ ένα κεφαλοπάνι στο μέτωπό της
Τη νύχτα και τη θύελλα και τ’ άστρα
και τα πουλιά
Που κατεβαίνει η σιωπή στα βλέφαρα του κόσμου

Γιατί δεν έχω μάτια δεν έχω μιλιά
δεν έχω γλώσσα να σου μιλήσω
Εσένα που έρχεσαι βιαστική πίσω από τους ατελείωτους γύρους της νύχτας
Σκαρφαλωμένη στο άσπρο σου άλογο
και μου λιγοστεύεις τον ύπνο
Και μου λες για την καταιγίδα που έρχεται μετά τη νύχτα της μοναξιάς μου
Και σου λέω για το μαχαίρι του καημού καρφωμένο στο στήθος της προσμονής μου

Δίχως καν ν’ αντιστέκομαι δίχως να βλέπω και να μιλώ
Δίχως να παίρνω τα μάτια μου για να φύγω
Αφού το ξέρω πως θα ’ρθεις περνώντας το σταυροδρόμι της προσμονής μου
Αφού θα κάνεις φύλλα και φτερά στα δέντρα και στα πετούμενα του κάμπου
Αφού θ’ ανάψεις χιλιάδες φωτιές σε τόσα σιωπηλά σταυροδρόμια
Θα βάψεις τα στόματα των καρπών με την ωριμότητα του ερχομού σου
Θ’ ανάψεις τις παπαρούνες μ’ ένα φιλί
που δίνει κλεφτό ο ήλιος
στο καταμεσήμερο του Μάη
Και θα καρφώσεις τ’ αστέρια με χρυσά καρφιά
Να λαμπυρίζουν στον ουρανό της γαλήνης […].

~.~

Τα καλοκαίρια στα γυμνασιακά χρόνια περνούσαν στη Νάξο, το νησί της παραμάνας μου. Εκεί στριφογύριζαν κυοφορούμενες οι καταβολές οι πρώτες στους λυρικούς μου σχεδιασμούς με τα καλοκαίρια του νότου και τους θαλασσινούς καβαλάρηδες. Ίσως γι’ αυτό εκείνο το τρομερό μαχαίρι που άστραψε στην εφηβεία και τη διάδοχη εποχή, χώρισε στα δυο και τη χώρα των Λωτοφάγων που μέσα της, και στη μορφή και στην ουσία της, εμφανίζονται οι μετέπειτα φρουροί της σιωπής. Το μεταίχμιο φανερώνει μοναχό τη συμβολή του. Πριν καλά καλά δέσει το άνθος, έχει αρχίσει να σημαδεύει την παρουσία της η υποψία του καρπού.

~.~

[…] Τα βουνά μας εδώ έχουν δανειστεί το ανάστημα των θάμνων
Λιλιπούτειες φωνές κραυγές αγαθών νάνων
Παιδικές θάλασσες που πασκίζουν να δειχτούν μεγάλες
Με το παραμύθι του μεγαλέξαντρου
Με την ίδια προσποίηση μικρού παιδιού
Όταν βάζει τα χέρια στις τσέπες να μεγαλώσει!
 
Κι όμως ταξιδεύει ακόμα εκείνο το τρικάταρτο με τη σταγόνα της βροχής
Όπως ταξιδεύει τ’ όνειρο του παιδιού με τις περιπέτειες του Κοντορεβυθούλη
 
Γιατί δε θα πάψει ποτές ο άνθρωπος να κυνηγάει τις χίμαιρες
Όπως ο αέρας κυνηγάει τα σύννεφα
 
Μετά θα γράφει στην αμμουδιά της σιωπής το ατέλειωτο μυθιστόρημα
Όσο που να ’ρθει μετά το κύμα να το σβήσει
Όπως τις βροχερές ημέρες κοπάδια τα μαύρα πουλιά πετούν
Γράφοντας με το φτερό γκρίζους κύκλους στον ορίζοντα
 
Μετά δεν μένει παρά η ανάμνηση
Να ζήσει να γεράσει να πεθάνει
 
Η ανάμνηση πεθαίνει με σταυρωμένα χέρια […].

Το 1955, έπειτα από μια εξαετία εκδοτικής σιωπής, κυκλοφορεί το βιβλίο Η πολιορκία του χρόνου, μια σύνθεση που “ακουμπά” όσο μπορεί προς την εναρμόνιση της μουσικής συμφωνίας. Ο Πέτρος Σπανδωνίδης, στη συνθετική του μελέτη Η σύγχρονη ποίηση στην Ελλάδα γράφει για ετούτο το βιβλίο:

Ο Γ.Κ., ζηλωτής και αυτός των σύγχρονων εκφραστικών τρόπων, στις δύο πρώτες συλλογές του, αναπτύσσει χώρους λυρικής συμβολικότητας στην πρώτη, στοχαστικής συμβολικότητας στη δεύτερη. Με την τελευταία του συλλογή, χαρακτηριστικά τοπία της ποίησής του προβάλλουν τώρα, στοχαστικά δοσμένες ανθρώπινες στιγμές, και παράλληλα αφηρημένες έννοιες (όπως ο χρόνος, με καθρέφτες του: την προσμονή, τη φυγή, την ανάμνηση, τη μοναξιά), πάντοτε αναπτυσσόμενες σε λυρική εκφραστικότητα […].

~.~

Τον είδα πάλι και πάλι να ζει χιλιάδες φορές
Με πρόσωπο φωτισμένο σε λάμψη αστραπής
Τότε που σεργιανούσαμε σε τοπία υακίνθων
Σε μουσκεμένη ώρα δειλινού με θλίψη βραδυνή
Καθώς η στάλα της βροχής ψιθύριζε λυπημένη
Τραγουδώντας αργά εμβατήρια πένθους
 
Ο θάνατος εκείνος κι η ζωή αυτή σε τόση φθορά
Χαμένη ανεπανόρθωτα σε τόση αβεβαιότητα
Χωρίς να ξέρεις καν ‒ χωρίς να υποπτεύεσαι
Αν ήταν η ζωή εκείνη κι ο θάνατος θάνατος
Καθώς εναλλασόταν στο νου φωτεινή προβολή
Καταφθάνοντας σ’ επαναλήψεις απροσδιόριστες
Σαν μουσική θολή ονειροφάνταχτη
στον καιρό
 
Ένα τραγούδι σιωπηλό που καταργούσε το θάνατο!

Ακολούθησε και ο Γιώργος Θέμελης μιλώντας για «πνευματικό φως, όπου οι επαναφορές είναι μοτίβα σε μια μουσική συμφωνία και όπου η ποίηση δουλεύει με τον ήχο και η επαναφορά υποβάλλει αίσθηση χορού όπως στις μπαλάντες».

[…] Αρχή δεν έχουν οι ώρες έχοντας χάσει την αρχή τους
Τέλος δεν έχουν οι στιγμές έχοντας χάσει το τέλος τους
Μια φλόγα μόνο ανάβει υγρή και κατακαίει τη νύχτα
Ώσπου το φως να ξεχωρίσει απ’ το σκοτάδι
Να γίνουν οι στιγμές βουερές σαν καταρράχτης
Να γίνουνε τ’ αστέρια φωτεινά
Σαν
Παγωμένα.

Τρία χρόνια μετά, ακολουθεί η συλλογή Η συνομιλία με τον Σίσυφο, ίσως η πιο πολυδιαβασμένη απ’ όλες.

[…] Να παίξεις όσο θέλεις Σίσυφε
Με το κορμί μου όσο θέλεις παίξε
Τα λυπημένα χέρια μου κάνε τα ό,τι θέλεις
Όμως μη μου γυρεύεις την ψυχή μου
Σπλαχνίσου την ψυχή μου
Πέρνα σαν ένας σίφουνας πάνω στη γη
Παίξε και γέλασε στο σκοτεινό σκοπό σου
Όμως μην παίζεις με την ψυχή μου
Οι φίλοι έφυγαν έμειναν οι εχθροί
Το σπίτι μας το κατοικούνε τώρα ξένοι
Κι εσύ φιλιώνεις με τους εχθρούς μας
Πιο καλά τότε να με σκοτώσεις
Κι αν ο καλός Θεός μας θέλει ευτυχισμένους
Ας μας συγχωρέσει για πάντα
Ας εξιλεωθούμε απέναντι του
Εσύ κι εγώ ας κοιταχτούμε στα μάτια
Ας φορέσουμε πάλι
Ένα καινούργιο κοστούμι στην ελπίδα μας
Οι εχθροί μας θα τιμωρηθούνε μόνοι […]

Έπεται η Αυτογνωσία το 1958 με πεζοποιήματα μικρότερης έκτασης από τις συνήθεις συνθέσεις του και το 1964 η Ανατομία εγκλήματος, που κι εδώ, κατά τον Μιχάλη Μερακλή «ορισμένα σημεία των ποιημάτων, τα πιάνεις περισσότερο σαν μουσικές φράσεις, σαν σύνολα δηλαδή…».

Βλέπω το φόνο ‒ τον οραματίζομαι
Κάθε στιγμή ζω έντονα το δράμα μου στον αιώνα
Ακούω τα βήματα που έρχονται βαριά
Σιδερένια και κλείνουν την πόρτα
της συνείδησής μου
 
Είμαι ο σκοτωμένος μαζί κι ο φονιάς
Γιατί δε φυτρώνει χωρίς το αίμα η ζωή μου
 
Κάθε στιγμή αφανίζομαι και αφανίζω
Ζω με τον πόνο τη χαρά και τη λύπη μου
Κάθε τόσο μια στάλα χαράς φεύγει
Γλιστράει από τη χαραμάδα της λύπης μου
 
Η μοναξιά μου είναι ο θάνατος και η ανάσταση μου
Κάθε στιγμή ανασταίνομαι και πάλι πεθαίνω
Με το φονικό ετούτο που με ζήτησε και το γυρεύω
 
Κρυστάλλινα θρύψαλα σαν σε όνειρο
Κάθε στιγμή γυρεύω την ανάστασή μου.

Ο Αντρέας Καραντώνης δέχεται κι αυτός ότι ο ποιητής συνδυάζει τα αυθόρμητα πετάγματα της φαντασίας του με την αντίληψη που θέλει το ποίημα καταστρωμένο και πως το Άλφα του Κενταύρου που κυκλοφόρησε το 1975 «δεν γράφτηκε ερήμην του Μπαχ».

[…] Αλλά δεν ξέρω αν εσύ μ’ έχεις σκοτώσει ή μήπως εγώ. Το φονικό ετούτο είναι καλά χτισμένο και περιμένουμε άπιαστη μια κραυγή στην αιωνιότητα, με το φάντασμα εκείνο ν’ αναβοσβήνει το πελώριο μάτι του, τα σιδερένια του βήματα να κροταλίζουν στις πλάκες της αυλής, αιώνες τώρα φεύγοντας και πάλι γυρίζοντας πεισματικά, το αποτρόπαιο μυστικό κρατώντας
στου μαχαιριού
την κόψη

Και πάντα φεύγω στο καθημερινό μου ταξίδι του αγνώστου, για τη χαρά επιμένοντας, που κάθε μικρό απόκτημά μου με τόσο κόπο κέρδισα, γυρεύοντας το πρόσωπό μου χαμένο σε τόσα πρόσωπα και αναμνήσεις, στις πολιτείας την τύρβη φοβισμένος, πώς να κρυφτώ δοκιμάζοντας κάτω απ’ το μεγάλο
μπαλτά
του ριζικού μου […].

Το 1974 κυκλοφορούν οι Μεταλλαγές του. Εφτά χρόνια χωρίζουν την εργασία αυτή από την προηγούμενη (Η μυθολογία των πραγμάτων, 1968), εντούτοις σταθερά κοινά γνωρίσματα συνδέουν και πάλι τα δύο βιβλία.

Μεσάνυχτα ‒ κλείνω τα μάτια ν’ ακούσω την νύχτα
Υπνοβατεί φευγαλέα στο ανάλαφρο βήμα της
Η θεία Μαριάνθη κοιμάται βαθειά ‒ φαρμάκια οι πίκρες της
Δεν θα ξυπνήσει ποτέ να μας σκεπάση στον ύπνο μας.

Ο Τίμος Μαλάνος σε επιστολή του προς τον Κότσιρα (2-6-’78) παρατηρεί:

[…] οι λέξεις σας παγιδεύουν την ποίηση με την άνεση που μόνο μια προικισμένη φύση το κατορθώνει. Όμως οι λέξεις σας, οχήματα βιωμάτων και στοχασμού που βλέπει σε βάθος, έχουν όλη εκείνη τη βαρύτητα που απαιτούμε από τον γνήσιο ποιητή, που θεωρεί τη δουλειά του λειτούργημα και όχι παιχνίδι…

~.~

[…] Ένοχος ή αθώος, πώς να κερδίσω τη δίκαιη κρίση στο βάθος του ύπνου, σκοτεινή όπως η θάλασσα του καιρού σφυρίζοντας σε μακρινά κοχύλια, με την ελπίδα φωτεινή να φτερουγίζει τη νύχτα
βουίζοντας στις κατοικίες των εντόμων κι η δίψα μου ακοίμητη να ονειρεύεται στέρνες του φεγγαριού καθώς σταυρώνει το βήμα του ο καιρός
με τη χαρά μου
λιγοστεύει […].

Συνολικά εξέδωσε 13 ποιητικές συλλογές. Παράλληλα, η μετάφραση της Θείας Κωμωδίας («και το αυτοκίνητο βολίδα χάνεται φρενήρης η ταχύτητα / κι εγώ κοιτάζω έκπληκτος απορημένος όλο κοιτάζω / καθηλωμένος στην ίδια θέση μου ακίνητος εξουθενωμένος / ένας αγράμματος συλλαβιστά διαβάζοντας το Δάντη»), αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρισμένα μεταφραστικά επιτεύγματα του έργου στην ελληνική γλώσσα. Απεβίωσε στις 11 Ιανουαρίου του 1998.

Δεν σε καταλαβαίνω
Κι όμως είμαι πολύ φιλοπερίεργος μαζί σου!
Κάτι προεκτείνεται από μέσα μου
Κάτι έχει γεννηθεί που σε αναπολεί
Σε μια άλλη γλώσσα ενεδρεύοντας
Να με κατασπαράξει ένα ένστικτο

Και πάλι περιμένω να εννοήσω
Όμως εκεί ξεκινώντας από την παραποταμιά
Να συναντηθούμε θα σε προσκαλούσα
Στους αντικατοπτρισμούς μέσα κρυστάλλινων υδάτων

Είναι η στιγμή περίεργη μαρμαρωμένη
Κάτι αναθρώσκει απ’ την ψυχή μου
Από τις επιφάνειες φεύγοντας ως τα βαθιά βαθιά νερά

Ένα χαμένο είδωλο τώρα αναστημένο
Σε μια γενετήσια κραυγή που με φέρνει στη γη
Για να χαθώ λησμονημένος πάλι εκεί σε μια άλλη όχθη
Όπου ως τη συντέλεια ποτέ δεν θα σε εννοήσω
Κι ας σ’ έχω δίπλα μου εδώ τόσο περίεργα σχεδιάσει!

Από την «ερατεινή γοητεία της έλλογης αοριστίας» στη χώρα των Λωτοφάγων, στα πράγματα του καιρού μας, λίγο να υπάρχει σαν φωτισμένος. Εξάλλου υπήρξαν ποιητές οιστρηλατημένοι και ποιητές όπτες, εκφραστές ενός κόσμου τεκμηριωμένου, περασμένου από ένα αισθητήριο κριτικής ματιάς. Ποιητές, δηλαδή, φιλοδωρημένοι φύσει από ένα κριτικό πνεύμα και ποιητές που περιμένουν να εκφραστεί το ποίημα από, μόνο, την έμπνευσή τους.

Φωνή λησμονημένη στην αιωνιότητα

Περνάω τις μέρες μου ακατοίκητες μες στο συνωστισμό
Σε μιαν αιωνιότητα δίχως πουλιά και δίχως ουρανό
Προσμένοντας την άνοιξη πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα
Γυρεύοντας μια χαραμάδα φως σ’ αυτό το ρημαγμένο σπίτι.

Φωνές πανάρχαιες που τώρα δεν ακούω πια ούτ’ ένα ψίθυρο
Ένας αγέρας μόνο χαμηλός το χώρισμα σαλεύοντας στο παραθύρι
Κι η ηχώ αργοφέρνοντας σαν έν’ ανάσασμα απ’ το αιώνιο κύμα:
«Αίγισθε-Αγαμέμνονα» πού να ’ναι η μοίρα σας
Εδώ στο αφρόγιαλο το μακρινό με τόσα ερείπια τσακισμένα
Σκόρπιες κολόνες και συντρίμμια σ’ ένα φίλημα του ζέφυρου
Που πνέει αλαφροκρούοντας τη νοτισμένη ανάσα.

Κι εγώ αποξεχασμένος, έρημος και συλλογιέμαι εδώ:
Ηλέκτρα-Ορέστη, ποιος να χάραξε τη μοίρα σας
Χρόνια πολλά με την αιθάλη του καπνού αχνισμένη
Σε τόσες πυρκαγιές στου χρόνου τα γυρίσματα
Ρημάδια μάρμαρα, αγάλματα σπαρμένα, μνήμες μαντικές
Πνιγμένα μες στα δακρυσμένα αγριόχορτα που ανθίζουνε
Μαζί με πυρωμένα χαμομήλια στου ήλιου τη φεγγοβολή.

Κι όλο να περιμένει εδώ στην άκρη του χαμού αγναντεύοντας
Μισός στο φως, μισός στη σκιά, ξένος χωρίς εσάς έξι φωνές
Αιώνιες με το μίσος και τον έρωτα στην πέτρα χαραγμένες
Κασσάνδρα-Κλυταιμνήστρα, τόσος έρωτας πού πήγε τώρα

Τόσος χαμός με το λεπίδι αστράφτοντας για τελευταία φορά.
Όμως ασάλευτοι στη λάμψη από το ακοίμητο σκοτάδι
Πάνω απ’ τα πράσινα βαθιά νερά τα νυχτωμένα
Τυφλοί δίπλα στου φεγγαριού τον καταρράχτη πετρωμένοι
Μια χαραμάδα ζωής ελπίζοντας μες στην αιώνια Νύχτα
Θα ζείτε πάντα αγέραστοι σαν τα πιο ευγενικά λουλούδια
Που ανθίζουν άσπρα κι υπερήφανα μέσα απ’ τη λάσπη.

Οι σημαντικοί ποιητές κάθε εποχής μπορεί να μην υπήρξαν πρωτότυποι, υπήρξαν όμως προσωπικοί και ιδιότυποι. Ό,τι με έναν λόγο αποτελεί μια ποίηση ανεπανάληπτη σε συζεύξεις ουσίας και μορφής. Ο Γιωργής Κότσιρας ήταν ένας πολύ καλός ποιητής. Το έκριναν άλλοι, και μένει ακόμη να κρίνουν.

Εσύ που θα υπάρχεις μετά από εμένα
Όταν πια θα έχω γίνει σκόνη χρυσή
Πίσω απ’ τη στίλβη των άστρων
Όταν πια η αμφιβολία μου πεθαμένη
Δεν θα υπάρχει ‒ έρωτας του αγνώστου
Κρυστάλλινα θρύψαλα ονείρου
Εδώ στο μαύρο φως αγγελικό μου πρόσωπο
Καθώς στη νύχτα της αγρυπνιάς μου χαμένο
Ελπίδα υδραργυρική στο αβυσσαλέο σκοτάδι
Εσύ γαλήνια σιωπηλή σαν αντανάκλαση φωτεινή
Στο βάθος χαμένη θρυμματισμένη του καθρέφτη
Έλα σε μια στιγμή που γεννιέται το κρύσταλλο
Με λάμψη φωσφορική να μου φέρεις το μήνυμα.


Πηγές-Αναφορές:
Τα ποιήματα του Γιωργή Κότσιρα, Εκδόσεις των Φίλων, 1987.
Κ. Μιχαήλ, «Γιωργής Κότσιρας Μεταλλαγές», Νέα Πορεία 235-237 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1974).
Μ. Γ. Μερακλής, «Γιωργής Κότσιρας Το Άλφα του Κενταύρου, Νέα Πορεία 263-264 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1977).
Μ. Γ. Μερακλής, «Η εποχή, ένας ποιητής κι ένα μυθικό σύμβολο στη σύγχρονη έκφρασή του», Νέα Πορεία 52 (Ιούνιος 1959).
[Ανυπόγραφο], «Μνήμη Γιωργή Κότσιρα», Νέα Πορεία 515-517 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1998).
Αλ. Αργυρίου, «Αναφορές στο ποιητικό έργο του Γιωργή Κότσιρα», Νέα Πορεία 515-517 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1998).
Ποιήματα:  Η Χώρα των Λωτοφάγων: «Τα καλοκαίρια του Νότου» (απόσπασμα) | «Καραβαϊκά» (απόσπασμα) | «Λυόμενοι» ( απόσπασμα) | «Πλατεία Συντάγματος»  (απόσπασμα) | «Προσωπογραφία» || Φρουροί της Σιωπής: «Η σιωπή» ( απόσπασμα) || Η πολιορκία του χρόνου: «Γενεαλογία του χρόνου» (απόσπασμα) | «Μετάσταση του χρόνου Γ΄» (απόσπασμα) || Η συνομιλία με τον Σίσυφο: «Χάος της ψυχής» ( απόσπασμα) || Ανατομία εγκλήματος: «Ο ποιητής» || Το έγκλημα ‒Τρίτη κίνηση: «Τα πρόσωπα του φόνου» || Η μυθολογία των πραγμάτων: «Νάρκισσος» | «Μια παρουσία στην απουσία σου» | «Το αυτοκίνητο».

*

**